Supreme Court dismisses appeal on non-appealable election of exclusive legal basis in tort claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance and Court of Appeal decisions regarding a maritime tort claim. The appellant argued that the lower courts erred in rejecting a supplementary claim based on Law 551/1915 after he had previously elected to pursue common law remedies. The court held that the election of a legal basis is a unilateral, irrevocable act that extinguishes alternative claims once made. Consequently, the lower courts correctly applied Article 306 of the Civil Code to reject the supplementary claim as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 306 and 307 of the Civil Code; The election of a legal basis among alternative claims is a unilateral, irrevocable act that precludes subsequent changes or supplementary claims based on other laws.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 804 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 804/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Τσολάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΗΡΕΥΣ Ναυτικαί - Τουριστικαί - Ξενοδοχειακαί και Κτηματικαί Εργασίαι ΑΕ - ΔΕΙΝΟΚΡΑΤΗΣ", που εδρεύει ή είναι εγκατεστημένη στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) εταιρείας με την επωνυμία "CARLYLE ENTERPRISES S.A." (ΚΑΡΛΑΪΛ ΕΝΤΕΡΠΡΑΪΖΙΣ ΕΣ ΕΪ), που εδρεύει στον Παναμά και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) .......... και 4) εταιρείας με την επωνυμία "......" (.........), που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 2η και 3ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσάκωνα. Η 4η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μαρκιανό - Δανιόλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1706/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 671/2005 του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2005 αίτησή του και με τους από 29-1-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 22-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 552 Κ.Πολ.Δ., με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικής απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 671/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1706/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια το εν λόγω Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά. Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος της με το οποίο προσβάλλεται η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.-
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Σ της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρ. 38 εδ. α' Εισ.Ν.Α.Κ.), ισχύει δε και επί ναυτικής εργασίας κατά τα άρθρα 2 του αυτού Νόμου και 66 εδ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 3816/1958 Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του πρώτου ως άνω Νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής.
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει, όταν το ατύχημα δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις, που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Ν. 551/1915, ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθρου 1 αυτού δικαιούται να ζητήσει πλήρη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών.
Όμως, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και όταν ακόμη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση προς αποζημίωση, ο παθών από εργατικό ατύχημα διατηρεί την αξίωση περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότη, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια οποιασδήποτε μορφής) αυτού ή των προστηθέντων από τον ίδιο προσώπων, που κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (άρθρ. 914, 922, 932 Α.Κ.), μη απαιτουμένης της συνδρομής του ειδικού πταίσματος της μη τηρήσεως των επιβαλλομένων όρων ασφαλείας.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος απ' αυτό και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Με την από .... σύμβαση εργασίας, που καταρτίσθηκε στον Πειραιά μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης, της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο τρίτος αναιρεσίβλητος και που ενεργούσε για λογαριασμό και ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της δεύτερης αναριεσίβλητης πλοιοκτήτριας εταιρίας του αναφερόμενου με ελληνική σημαία και εγγεγραμμένου στο νηολόγιο Πειραιά φορτηγού πλοίου, ο αναιρεσείων προσλήφθηκε για να εργασθεί ως ναύτης στο πλοίο αυτό, σύμφωνα με τους όρους και τις ρυθμίσεις της οικείας ΣΣΝΕ για φορτηγά πλοία χωρητικότητας 4.500 TDW και άνω.
Ο ανωτέρω, σ' εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, επιβιβάσθηκε στην συνέχεια και ναυτολογήθηκε στο εν λόγω πλοίο στον Πειραιά , στο οποίο και εργάσθηκε με την ως άνω ειδικότητα μέχρι τις 5-7-1997, οπότε και απολύθηκε στο λιμάνι του Παναμά, συνεπεία λήξεως της συμβάσεώς του. Στις 21-3-1997 και ενώ το πλοίο ήταν αγκυροβολημένο στην ράδα του λιμένα της Ν.
Υόρκης Η.Π.Α., υπέστη τούτο επιθεώρηση από τις αρμόδιες λιμενικές αρχές του λιμένα αυτού, στα πλαίσια της οποίας διατάχθηκε και η πραγματοποίηση ασκήσεως χρήσεως των σωστικών μέσων του πλοίου, δηλαδή καθέλκυσης των σωστικών λέμβων. Μετά την λήξη της επιθεώρησης μερικοί ναύτες, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, άρχισαν την διαδικασία ανέλκυσής τους, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη του ναυκλήρου Γ1.
Κατά την ανέλκυση της δεξιάς λέμβου παρουσιάσθηκε πρόβλημα στην έχμασή της (πρόσδεση) στο σκάφος, καθόσον ειδικότερα, ενώ η λέμβος ανυψώθηκε κανονικά από την θάλασσα μέχρι το επίπεδο του καταστρώματος, δεν μπορούσε στη συνέχεια να έλθει στην κανονική θέση της, διότι το ένα από τα δύο συρματόσχοινα, από τα οποία κρεμόταν η λέμβος από τα άκρα της, είχε "καβαλήσει μία βόλτα" στην αντίστοιχη ανέμη με αποτέλεσμα η μία άκρη της λέμβου να βρίσκεται πιο ψηλά από την άλλη, η λέμβος δηλαδή δεν ισορροπούσε απόλυτα και δεν ήταν δυνατόν να "κουμπώσουν" σωστά στην θέση τους τα καπόνια (γερανοί).
Τότε, καθώς δηλαδή η λέμβος αυτή είχεν ανυψωθεί λοξά, ενώ η ενδεδειγμένη και σύμφωνη με τους κανόνες της ναυτικής τέχνης διαδικασία ήταν να ξανακαθελκυσθεί η λέμβος στην θάλασσα και να ανελκυσθεί και πάλι από την αρχή ελεύθερα με μηχανισμό αέρα και με προσοχή, ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο το ένα από τα δύο συρματόσχοινα ανάρτησης να τυλιχθεί περισσότερο από το άλλο στην ανέμη και να δημιουργήσει ανισομέρεια στην ανύψωση της λέμβου, ο υπεύθυνος για την εργασία αυτή ναύκληρος, έδωσε εντολή σε έξι ναύτες, συμπεριλαμβανομένου του αναιρεσείοντος, να ολοκληρώσουν την ανέλκυση με χειρομανιβέλες.
Τούτο, όμως, ήταν εντελώς αδύνατο, διότι η λέμβος που μαζί με τον εξοπλισμό της είχε βάρος μεγαλύτερο των 2 τόννων και είχεν ήδη ανελκυσθεί στραβά δεν μπορούσε πλέον να ισορροπήσει με χειρισμούς εκ των υστέρων, δηλαδή να ανασηκωθεί και άλλο από την χαμηλότερη πλευρά της, κυρίως διότι το συρματόσχοινο, που είχε περιτυλιχθεί επιπλέον (είχε καβαλήσει βόλτα), ήταν ήδη υπερβολικά τεντωμένο.
Η εσφαλμένη αυτή διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα την υπερβολική κόπωση των ναυτών σε άσκοπη προσπάθεια και την αδυναμία τους από κάποια στιγμή και μετά να αντέξουν το βάρος της λέμβου, που άρχισε να τους παρασύρει, προκαλώντας και την αντίστροφη κίνηση της χειρομανιβέλας, η οποία, αφού η κίνησή της εξαρτάτο πλέον όχι από την μυϊκή δύναμη των ναυτών, αλλά από το βάρος της λέμβου, άρχισε να "παίρνει ανάποδες στροφές", κινούμενη ανεξέλεγκτα.
Η αντίστροφη αυτή κίνηση μπορούσε να σταματήσει μόνο με την έγκαιρη λειτουργία των φρένων βαρύτητας (μηχανικού συστήματος διακοπής της αντίστροφης κίνησης της χειρομανιβέλας, που χρησιμεύει στην επιβράδυνση καθόδου της λέμβου ώστε να καθαιρείται ομαλά μέχρι την θάλασσα), τα οποία, όμως, δεν λειτουργούσαν, λόγω υπαίτιας παράλειψης του ναυκλήρου, ο οποίος δεν έδωσε εντολή και δεν μερίμνησε, ώστε τα φρένα αυτά να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα από εντεταλμένα μέλη του πληρώματος, προκειμένου να αποτραπεί η βίαιη εκτόνωση του βάρους της λέμβου και των δύο χειρομανιβελών στους έξι ναυτικούς.
Όταν ο ναύκληρος αντελήφθη ότι το βάρος της σωσίβιας λέμβου παρέσυρε τους ναυτικούς της ομοχειρίας, διέταξε αυτούς να απομακρυνθούν, πλην όμως, ο αναιρεσείων δεν πρόλαβε με αποτέλεσμα η χειρομανιβέλα, κατά την αντίστροφη κίνησή της, να τον χτυπήσει με δύναμη στο σαγόνι και να απολέσει για λίγο τις αισθήσεις του.
Αμέσως μετά το ατύχημα και την παροχή στον αναιρεσείοντα των πρώτων βοηθειών επί του πλοίου, ο τελευταίος μεταφέρθηκε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Staten Island της Ν. Υόρκης, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος επί τέσσερις ημέρες, ενώ μετά την επιστροφή του στο πλοίο, κατ' εντολή του πλοιάρχου και για προληπτικούς λόγους, παρέμεινε επί δύο ημέρες εκτός υπηρεσίας, αναπαυόμενος.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων από τον τραυματισμό του αυτόν κατέστη πλήρως ή μερικά ανίκανος, διαρκώς ή πρόσκαιρα, για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, καθώς και κάθε άλλου, οικονομικά και κοινωνικά ισοδυνάμου. Ειδικότερα κατά τις λεπτομερείς εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε ο αναιρεσείων στο ως άνω νοσοκομείο της Ν.
Υόρκης, διαπιστώθηκε ως προς την αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, ότι η καμπυλότητα και η ευθυγράμμιση διατηρούνται, δεν υπάρχουν ενδείξεις προσπονδυλικού οιδήματος μαλακού ιστού, ούτε για οξύ κάταγμα ή εξάρθρωση, ενώ διατηρούνται τα ύψη των διαστημάτων των δίσκων, β) ως προς την πρόσθια όψη του θώρακα, ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις οξείας εστιακής στερεοποίησης, πλευρικής εξίδρωσης ή πνευμονοθώρακα, γ) ως προς τους σπονδύλους της αυχενικής μοίρας Α1-Α7 και Α7-Θ1, ότι οι προσπονδυλικοί μαλακοί ιστοί βρίσκονται στα φυσιολογικά όρια χωρίς διεύρυνση, δεν υφίσταται ένδειξη για οξύ κάταγμα, η δε τελική διάγνωση του νοσοκομείου αυτού ήταν :
κοινή ημικρανία, κεφαλαλγία, επώδυνη αναπνοή. Κατά τη γενόμενη εξέτασή του στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, στο οποίο ο αναιρεσείων νοσηλεύθηκε από 26 έως 29/3/2002, αιτιώμενος κεφαλαλγία από διετίας (από το 2000) μετωπιαίας εντόπισης συσφιγκτικού χαρακτήρα και ινιακής εντόπισης δίκην τρυπήματος καρφίτσας και επικαλούμενος κρανιοεγκεφαλική κάκωση προ πενταετίας μετά από πτώση αντικειμένου κατά την διάρκεια της εργασίας του ως ναυτικού (τούτο εντελώς ανακριβώς, αφού κατά το ως άνω ατύχημα ουδέν αντικείμενο έπεσε στο κεφάλι του) διαπιστώθηκε η μη ύπαρξη παθολογικού ευρήματος και ο ίδιος εξήλθε με διάγνωση κεφαλαλγία επίμονη στα πλαίσια μεταδιασεισικού συνδρόμου.
Κατά την εξέτασή του στη νευρολογική κλινική του ως άνω Νοσοκομείου, όπου ο αναιρεσείων νοσηλεύθηκε από 1 έως 7.4.2003, διαπιστώθηκε ότι πάσχει από αναφερόμενα επεισόδια απώλειας συνείδησης, πλην όμως "ο κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος απέβη αρνητικός. Τούτο σημαίνει ότι και κατ' αυτή την εξέταση δεν προέκυψε από εργαστηριακές εξετάσεις εγκεφαλική βλάβη του αναιρεσείοντος, ενώ χορηγήθηκε συγχρόνως σ' αυτόν φαρμακευτική αγωγή για ψυχογενή κεφαλαλγία.
Εξάλλου, συνέχισε το Εφετείο, ο αναιρεσείων, όπως δήλωσε ο ίδιος αρμοδίως, παρά την εμφάνιση παρενεργειών από τον τραυματισμό του (ότι κοιμόταν για κάποιο χρονικό διάστημα χωρίς να το θέλει, ακόμη και κατά την διάρκεια της βάρδιάς του), επέλεξε να συνεχίσει να εργάζεται κανονικά ως ναυτικός και μάλιστα, επί χρονικό διάστημα δύο ετών από τον τραυματισμό του, ήδη δε από 7-12-2001 η κατάσταση της υγείας του επιτρέπει σ' αυτόν τη ναυτική εργασία, πλην όμως κατά διαστήματα έχει απώλεια μνήμης ως συνέπεια του τραυματισμού του.
Δηλαδή, ο αναιρεσείων είχε δηλώσει και μάλιστα σε κατ' εξοχήν αρμόδιο πρόσωπο, ότι δεν έχει καταστεί ανίκανος για εργασία και δη ναυτική. Ο ανωτέρω στην προηγούμενη αγωγή του κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης κάνει λόγο για μερική και όχι πλήρη ανικανότητά του προς εργασία και δη για ανικανότητα να εργασθεί ως ναύκληρος.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ότι ο αναιρεσείων μετά τον ως άνω τραυματισμό του εξακολούθησε να εργάζεται σε διάφορα πλοία, ακόμη και στο ίδιο, καθώς και σε άλλα πλοία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, σε μερικά μάλιστα για μακρά σχετικά χρονικά διαστήματα, μέχρι τις 19.9.2002, υποβαλλόμενος πριν από κάθε ναυτολόγησή του σε ιατρικές εξετάσεις.
Ειδικότερα, α) μετά τον τραυματισμό του συνέχισε να υπηρετεί στο ως άνω πλοίο και μάλιστα από 16.4.1997, ως ναύκληρος μέχρι τις 5.7.1997, όταν έληξε η σύμβασή του, β) με την ίδια ειδικότητα υπηρέτησε στο πλοίο της ίδιας αναιρεσίβλητης Ζ1 από 7.10.1997 έως 5.6.1998, δηλαδή για οκτώ μήνες, γ). στη συνέχεια εργάσθηκε με την ίδια επίσης ειδικότητα στο πλοίο ......
από 9.8.1998 έως 17.10.1998, δ) ακολούθως υπηρέτησε ως ναύτης, και πάλι στο Ζ1 από 12.2.2000 έως 30.9.2000, δηλαδή για περισσότερο από από μήνες, ε) με την ίδια ειδικότητα εργάσθηκε στο Ζ2 από 9.11.2000 έως 4.12.2000, στο Ζ3 για τρεις ημέρες, πάλι στο Ζ2 από 16.12.2000 έως 30.1.2001, στ) ακολούθως εργάσθηκε ως ναύτης, στο Ζ3 από 1.2.2001 έως 29.5.2001, στο ......
ΙΙ από 5.6.2001 έως 8.8.2001 στο ...... από 13.8.2001 έως 6.9.2001, στο ........ από 7.9.2001 έως 5.12.2001, στο ..... από 18 έως 22.12.2001 και στο ...... από 2.7.2002 έως 19.9.2002. Εξ αυτών έπεται και είναι σύμφωνο με τους κανόνες της λογικής και τη κοινή πείρα, ότι ο αναιρεσείων δεν θα μπορούσε να εργασθεί επί τόσο μακρό χρονικό διάστημα, δηλαδή επί πέντε έτη μετά το ατύχημα, εάν είχε καταστεί ανίκανος προς εργασία, το γεγονός δε ότι μετά ταύτα υπηρέτησε κατά το πλείστον ως ναύτης, ενώ είχε ήδη προαχθεί σε ναύκληρο, οφειλόταν προφανώς στο γεγονός, ότι δεν υπήρχαν θέσεις της ειδικότητας αυτής.
Οι περισσότερες από τις ως άνω ναυτολογήσεις είχαν μικρή διάρκεια, μερικές μάλιστα και ολίγων ημερών, πλην όμως τέτοιες βραχυχρόνιες ναυτολογήσεις του αναιρεσείοντος παρατηρούνταν και κατά το πριν από τον τραυματισμό του χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, συνέχισε το Εφετείο, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθ. .......
γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής Ναυτικού κρίθηκε ανίκανος για ναυτική εργασία με αιτιολογία "αναφερόμενα λιποθυμικά επεισόδια, κλινικά - εργαστηριακά ευρήματα αρχόμενης ατροφίας φλοιού εγκεφάλου". Με βάση την γνωμάτευση αυτή της ΑΝΥΕ, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθ. .... απόφαση της Διεύθυνσης Ναυτικής Εργασίας του ΥΕΝ διαγράφηκε από τα Μητρώα Απογραφής Ναυτικών και κατασχέθηκε το ναυτικό φυλλάδιό του.
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. .... γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ο αναιρεσείων κρίθηκε απολύτως ανίκανος για το ναυτικό επάγγελμα λόγω μεταδιασεισικού συνδρόμου, συνεπεία κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με λιποθυμικά επεισόδια και ατροφία του φλοιού του εγκεφάλου, ενώ με βάση τη γνωμάτευση αυτή με την υπ' αριθ. ......
απόφαση του Διευθυντή παροχών ΝΑΤ απονεμήθηκε σ' αυτόν σύνταξη ανικανότητας. Όμως, κατέληξε το Εφετείο, οι εν λόγω αιτίες, για τις οποίες ο αναιρεσείων κρίθηκε ανίκανος για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, δεν βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το ως άνω ατύχημά του, καθόσον α) από τον χρόνο του ατυχήματος παρήλθε χρονικό διάστημα επτά ετών, κατά το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, δηλαδή επί πενταετία, ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται κανονικά ως ναυτικός σε διάφορα πλοία, β) από τις γενόμενες εντός του χρονικού αυτού διαστήματος κλινικές - εργαστηριακές εξετάσεις του, πέραν από τα υποκειμενικά ενοχλήματα, που ανέφερε αυτός (κεφαλαλγία, απώλεια συνείδησης κλπ), ουδεμία αλλοίωση ή βλάβη του εγκεφάλου διαπιστώθηκε και γ) η ατροφία φλοιού του εγκεφάλου δεν συνδέεται αιτιωδώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, με τον ως άνω τραυματισμό του.
Ανεξάρτητα όμως απ' αυτά, ο αναιρεσείων τραυματίσθηκε κατά την διάρκεια της εργασίας του στο ανωτέρω πλοίο, κάτω από τις λεπτομερώς περιγραφείσες ως άνω συνθήκες, ενώ το ατύχημα αυτό οφειλόταν σε πταίσμα και δη αμέλεια του προστηθέντος από την δεύτερη αναιρεσίβλητη ναυκλήρου Γ1. Από τον εν λόγω τραυματισμό του ο αναιρεσείων δεν κατέστη ανίκανος προς εργασία, πλην όμως λίγο μετά απ' αυτόν άρχισε να παρουσιάζει περιοδική απώλεια μνήμης, αφηρημάδα, και έντονες κεφαλαλγίες στα πλαίσια μεταδιασεισικού συνδρόμου, δηλαδή πρόβλημα νευρολογικής κυρίως φύσεως, προς αντιμετώπιση των οποίων λαμβάνει την αναφερόμενη φαρμακευτική αγωγή με μέτρια κατά κανόνα αποτελέσματα.
Συνεπώς, δικαιούται ο αναιρεσείων χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την ως άνω σε βάρος του αδικοπραξία. Η εύλογη αυτή χρηματική ικανοποίηση, αφού ληφθούν υπόψη το είδος της βλάβης του,, οι συνθήκες του ατυχήματος, ο βαθμός του πταίσματος του προστηθέντος από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ναυκλήρου, η έλλειψη υπαιτιότητάς του και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 14-9-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά βάσιμη. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως καθώς και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, κατά το πρώτο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι στερείται εντελώς αιτιολογιών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού η απόφαση αυτή περιέχει αιτιολογίες.
Περαιτέρω, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευμόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της μη περιελεύσεως του αναιρεσείοντος σε κατάσταση πλήρους ή μερικής ανικανότητας προς εργασία, συνεπεία του εν λόγω τραυματισμού του και της χρηματικής ικανοποιήσεώς του, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία.
Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, κατά το δεύτερο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.-
Επειδή, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας κρίνει αν ο αιτών υπέστη ηθική βλάβη και ποίο είναι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση αυτής με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος και την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών.
Συνεπώς, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η δε περί αυτού κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και από την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο δεν είναι ανάλογο με αυτή, αλλά καταφανώς ασήμαντο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.-
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1β Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή μη τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, στον εν λόγω κανόνα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν δημιουργείται όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων αυτών κατά την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Όμως, για την πληρότητα του προβλεπομένου από την ως άνω διάταξη σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα αυτά και σε τι συνίσταται η παράβαση, διότι, διαφορετικά, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγω της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1β Κ.Πολ.Δ., η πλημμέλεια της παραβάσεως διδαγμάτων κοινής πείρας σχετικά με την παραδοχή αυτού περί μη ικανότητας του αναιρεσείοντος προς εργασία.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν προσδιορίζονται ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε να χρησιμοποιηθούν, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση.-
Επειδή, ο παθών, επί ναυτεργατικού ατυχήματος, έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει έναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, είτε την περιορισμένη αποζημίωση, κατ' αποκοπή, του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου κατά τα άρθρα 297, 298, 914, 922, 928 έως 932 Α.Κ., εφόσον, όμως, στη δεύτερη περίπτωση το ατύχημα οφείλεται στην μη τήρηση των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διδαγμάτων και κανονισμών περί ειδικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων ή σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, εφόσον δηλαδή το βίαιο συμβάν είναι συγχρόνως και αδικοπραξία.
Εξ αυτών παρέπεται ότι ο παθών έχει επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει την μία ή την άλλη αξίωση, που συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μίας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημιώσεως (κοινού δικαίου ή του Ν. 551/1995) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 306 Α.Κ., που αφορά την διαζευκτική ενοχή. 'Ομως, δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μίας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως, εφόσον δεν έχει γίνει η επιλογή αυτή, που είναι αμετάκλητη..
Η επιλογή αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι μονομερής, απευθυντέα, διαπλαστική δικαιοπραξία, ανεπίδεκτη αίρεσης και προθεσμίας, είναι δε και αμετάβλητη ή αμετάκλητη (άρθρ. 306 Α.Κ.), αφότου δηλαδή περιέλθει στο άλλο μέρος δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο και επιφέρει την ανάλωση των λοιπών αξιώσεων, που συρρέουν διαζευκτικά, αφού, κατά το άρθρου 307 Α.Κ., με την επιλογή η διαζευκτική ενοχή γίνεται απλή.
Επίσης, εάν η επιλογή ασκήθηκε από τον δικαιούχο δανειστή με την σχετική αγωγή, που άσκησε κατά του οφειλέτη, η από μέρους του δανειστή ανάκληση ή παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατ' άρθρο 295 ΚΠολΔ, που αποτελεί διαδικαστική πράξη, περιορίζεται στο δικονομικό πεδίο και δεν επεκτείνεται και σ' αυτή την ανάκληση του δικαιώματος επιλογής, που ασκήθηκε, διότι, διαφορετικά, θα ήταν ευχερής, ανάλογα με τις εκάστοτε διαθέσεις του δανειστή, η καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 306 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, όπως προεκτίθεται, η επιλογή μίας από τις διαζευκτικά συρρέουσες αξιώσεις είναι αμετάκλητη.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του Ν .551/1915, ήταν απαράδεκτη, διότι ο αναιρεσείων με την προγενέστερη με αριθμό καταθέσεως 2225/2002 αγωγή του, περιέχουσα τα αυτά με την κρινόμενη κατά βάση πραγματικά περιστατικά και δη ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, είχε επιλέξει να ασκήσει κατά της πλοιοκτήτριας δεύτερης αναιρεσίβλητης τις αξιώσεις, που βασίζονται στο κοινό δίκαιο, δηλαδή στον Αστικό Κώδικα, και έτσι επήλθε ανάλωση των υπολοίπων αξιώσεων, η δε έννομη αυτή συνέπεια δεν επηρεάζεται, ούτε αίρεται, λόγω της παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αγωγής αυτής, διότι η εν λόγω επιλογή είναι κατά το νόμο αμετάβλητη και αμετάκλητη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 3, 16 του Ν. 551/1915 και 306 Α.Κ.. Επομένως, ο τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-11-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση των υπ' αριθ. 1706/2004 και 671/2005 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και του Εφετείου Πειραιώς αντίστοιχα.-
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ