Supreme Court dismisses OTE's appeal regarding employee promotion, upholding the appellate court's decision on merit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed OTE's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an employee promotion dispute. The appellant argued the lower court erred in evaluating the respondent's superior qualifications and language skills without evidence. The court found the appellate court's reasoning sufficient and based on the complete personnel file, rejecting the claim of arbitrary decision-making.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3, 7, 8, 9, 16, 21, 51 of the OTE General Regulations; An appeal against a promotion decision is inadmissible if the appellate court provides adequate reasoning based on the totality of the personnel file and does not arbitrarily disregard the superior qualifications of the promoted employee.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 804 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 804/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 2510/1997 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 16-10-2000 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εκδόθηκε η 1742/2001 απόφαση, η οποία αναίρεσε την 2510/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.
Εκδόθηκε η 993/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έπειτα από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας η 585/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-8-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, διάβασε την από 23-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 3,7,8,9,16,21 και 51 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ΄ του α.ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β΄ 568/ 8-9-1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ.1 του ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι οι προαγωγές του προσωπικού του ΟΤΕ στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του υποδιευθυντή, ενεργούνται από το διοικητικό συμβούλιο του Οργανισμού, κατ' απόλυτη εκλογή με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του κρινομένου σε συνδυασμό και προς τα τυπικά προσόντα αυτού, όλες δε οι προϋποθέσεις αυτές προαγωγής ελέγχονται και συνεκτιμώνται από το συμβούλιο με βάση το σύνολο των στοιχείων του ατομικού φακέλου και τα φύλλα ποιότητας και προαγωγής του υποψηφίου για προαγωγή.
Τυπικό προσόν για το ανώτατο προσωπικό είναι, μεταξύ των άλλων, η γνώση μιας από τις γλώσσες αγγλικής, γαλλικής ή γερμανικής, ενώ στα ουσιαστικά προσόντα περιλαμβάνονται και η υπηρεσία σε διευθυντικές ή νευραλγικές θέσεις, η μετεκπαίδευση στην αλλοδαπή ή ημεδαπή, η διδασκαλία στις σχολές προσωπικού του ΟΤΕ, η σύνταξη μελετών στις τηλεπικοινωνίες, η συμμετοχή σε συνέδρια ή συνόδους που έχουν αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, ασχέτως του αν επιβάλλονται από τον ΓΚΠ-ΟΤΕ ως υπηρεσιακά καθήκοντα.
Επίσης ουσιαστικά προσόντα είναι και το συγγραφικό έργο με αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες και η γνώση ξένων γλωσσών πέραν της κατά τα ανωτέρω μιας υποχρεωτικής. Εξάλλου, η επιλογή του προακτέου υπαλλήλου από το οικείο όργανο του εργοδότη ως ειδική εκδήλωση του διευθυντικού του δικαιώματος, ελέγχεται από το δικαστήριο ως καταχρηστική, αν έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως (άρθρο 281 ΑΚ), η οποία συντρέχει όταν παραλείπεται να προαχθεί υπάλληλος, που έχει τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ενώ προάγεται άλλος, ο οποίος υστερεί καταφανώς ως προς αυτά σε σύγκριση με τον παραλειφθέντα.
Στην περίπτωση αυτή, η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου είναι παράνομη και επομένως άκυρη, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ και η προαγωγή του παραλειφθέντος αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο, μετά δε την τελεσιδικία της αποφάσεως, θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980, ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί.
Εξάλλου, ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση Κανονισμού με συμβατική ισχύ, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 3.11.1975 ως υπάλληλος και κατατάχθηκε σε προβλεπόμενη από τον κανονισμό της θέση του τεχνικού κλάδου, στη συνέχεια δε εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του τομεάρχη/Τ-ΤΛ, τον οποίο κατέχει από 1.9.1987.
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του 1993 για την κάλυψη κενών οργανικών στον βαθμό του υποδιευθυντή, παραλείφθηκε ο ενάγων, ενώ προήχθησαν άλλοι συνάδελφοι του. Ειδικότερα ο αναιρεσείων κατά τις επίμαχες κρίσεις είχε γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (ΓΥΑ) από 3.11.1975, αρχαιότητα στον βαθμό (ΑΒ) από 1.9.1987, βαθμό αξιολόγησης (ΒΑ) 1000, τίτλους σπουδών πτυχίο της Φυσικής Σχολής του Πανεπιστημίου και ενδεικτικό Ραδιοηλεκτρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στάθμης Master, γνώριζε πολύ καλά την αγγλική και καλά τη γαλλική γλώσσα και κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του είχε τοποθετηθεί σε επιτελικές μονάδες της εναγόμενης είτε ως στέλεχος είτε ως προϊστάμενος και συγκεκριμένα στο Τ/Τ .....(εκτός τόπου συμφερόντων του), όπου από το 1981 ήταν προϊστάμενος κατ' ανάθεση του υποτομέα δικτύων.
Στις 22-10-1984 μετατέθηκε στην υποδιεύθυνση συντονισμού και ελέγχου ως στέλεχος στο τμήμα συντονισμού και ελέγχου εκπαιδευτικών προγραμμάτων και τη 1-4-1990 τοποθετήθηκε ως προϊστάμενος στον υποτομέα ψηφιακής τεχνικής της υποδιεύθυνσης Φ/Σ συστημάτων. Κατά την πρώτη περίοδο της υπηρεσίας του στην εναγομένη ασχολήθηκε με την οργάνωση, διεύθυνση, παρακολούθηση, επίβλεψη των έργων εγκαταστάσεως συντηρήσεως αστικών κέντρων, Φ/Σ συστημάτων, αστικών δικτύων και ομοαξονικών καλωδίων, ήταν επιβλέπων μηχανικός των περισσότερων έργων που εκτελέστηκαν κατά την περίοδο 1975-1984 στο τεχνικό τμήμα ....
και ασχολήθηκε με την εκπόνηση μελετών αστικών -υπεραστικών δικτύων κατά την περίοδο 1981- 1984. Από το 1984 και εφεξής, κατά την υπηρεσία του στο κεντρικό γραφείο συντονισμού και ελέγχου, ασχολείται με την εκπόνηση και κατάρτιση των συντονιστικών κατασκευαστικών προγραμμάτων της εναγομένης, την κατάρτιση του προϋπολογισμού επενδύσεων, τη διαμόρφωση των επενδυτικών προγραμμάτων, τη συνεχή παρακολούθηση και τον έλεγχο της υλοποίησης τους.
Για την έκδοση του συντονιστικού προγράμματος κατασκευών των ετών 1991 και 1992 σε σύντομο χρονικό διάστημα και για τη μηχανογράφηση του προγράμματος κατασκευών του έτους 1993, τιμήθηκε από την εναγομένη το έτος 1996 με έγγραφη ευαρέσκεια και υλική αμοιβή (προσόν που είναι μεταγενέστερο των ένδικων κρίσεων και γι' αυτό δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο).
Τέλος, ο ενάγων, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών, της Αμερικανικής Ένωσης Φυσικών, της Ομοσπονδίας Τηλεπικοινωνιακών Μηχανικών της Ε.Κ. και καθηγητής φυσικής-χημείας και ηλεκτρονικής, υπήρξε τεχνικό μέλος πολλών επιτροπών της εναγομένης, όπως διαγωνισμών για επιλογή προσωπικού, παραλαβής υλικών από εγχώριους ή αλλοδαπούς προμηθευτές και ποιοτικού ελέγχου παραλαβής υλικών, δικτύων, ηλεκτρονικών συσκευών, καθώς και μέλος της επιτροπής για τον καθορισμό επεκτάσεως των αστικών δικτύων και συντονιστής από το 1990 της επιτροπής για την επίλυση προβλημάτων συνεργασίας συστημάτων μετάδοσης και ψηφιακών κέντρων, έχει δε συμμετάσχει και παρακολουθήσει τα κατωτέρω σεμινάρια και ημερίδες 1) συμπόσιο για τη σηματοδοσία Νο 7 Αθήνα 10/1998, 2) BASIC - SENIOR PROJECT MANAGEMENT Αθήνα 10/1990, 6/1991, 3) σεμινάριο στα ψηφιακά κέντρα ΑΧΕ 10, Αθήνα 1991, 4) μελλοντικά δίκτυα μετάδοσης, Αθήνα 5/1989, 5) εκπαίδευση στη SIEMENS Γερμανίας στη σύγχρονη ψηφιακή ιεραρχία, Βερολίνο-Μόναχο 10/1991, 6) σεμινάριο για την οργανωτική συμπεριφορά, Αθήνα 5/1994, 7) σεμινάριο για ολοκληρωμένα ψηφιακά δίκτυα, Αθήνα 6,7/1994, 8) σεμινάριο για την αξιολόγηση επενδύσεων, Αθήνα 1994, 9) ημερίδα για τη διαχείριση τηλεπικοινωνιακού δικτύου, Αθήνα 3/1995.
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του 1993 για τον βαθμό του υποδιευθυντή, προήχθη, μεταξύ άλλων, ο ομοιόβαθμος συνάδελφος του ενάγοντος Χ1, με ΓΥΑ από 16-10-1962, ΑΒ από 26-10-1985, ΒΑ 950 και τίτλους σπουδών πτυχίο Σχολής Προσωπικού και Ανώτερης Τεχνικής Σχολής του ΟΤΕ (ΑΤΣ/ΟΤΕ), χωρίς γνώση ξένης γλώσσας και χωρίς -και αυτός- να έχει λάβει ηθικές και υλικές αμοιβές, ενώ έχει τιμωρηθεί με στέρηση αμοιβής τριών ημερών το έτος 1991 και με ποινή επίπληξης το 1992.
Έχει ασκήσει καθήκοντα προϊσταμένου υποτομέα στην περιφέρεια ..... από 24.3.1982 έως 11.12.1984, στον τομέα σχολών ..... από 11.12.1984 έως 2.6.1991, αναπληρωτή προϊσταμένου τομέα στο τηλεπικοινωνιακό τμήμα .... από 3.6.1991 έως 19.1.1994, έχει υπηρετήσει εκτός τόπου συμφερόντων του από 1962 έως 1977 (...., ...., ....), έχει παρακολουθήσει τα σεμινάρια πολιτικής άμυνας και σχεδίασης έκτακτης ανάγκης, πληροφορικής, εφαρμογών μικροϋπολογιστικών συστημάτων και έχει εκπαιδευτεί ως εκπαιδευτής στις σχολές της εναγομένης, χωρίς όμως να έχει ασκήσει καθήκοντα εκπαιδευτή.
Από τη συνολική σύγκριση των προσόντων τους προκύπτει ότι ο ενάγων υπερέχει του Χ1, ως προς τους τίτλους σπουδών, τον βαθμό αξιολόγησης κατά 50 μονάδες, τη γνώση ξένων γλωσσών, την παρακολούθηση σεμιναρίων (εκ των οποίων τα περισσότερα είναι σημαντικά για την υπηρεσία του) και ως προς τις επιτελικές θέσεις που υπηρέτησε ως προϊστάμενος από το έτος 1981 και εφεξής (ενώ ο Χ1 υπηρέτησε ως προϊστάμενος από το 1981 σε λιγότερο νευραλγικές θέσεις) και υστερεί έναντι αυτού ως προς τη γενική αρχαιότητα κατά δέκα τρία έτη και ως προς την αρχαιότητα στον βαθμό κατά δύο περίπου έτη.
Έτσι η υπεροχή του ενάγοντος ως προς τα συνεκτιμώμενα ανωτέρω προσόντα στοιχειοθετεί κατάδηλη υπεροχή του έναντι του συγκρινόμενου με αυτόν, αφού αντισταθμίζει πλήρως την υπεροχή του τελευταίου στη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και στην αρχαιότητα στον βαθμό, που κατά τις προαγωγικές κατ' απόλυτη εκλογή κρίσεις και δη στους ανώτατους βαθμούς δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: Κατά τις προαναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις παραλείφθηκαν και οι εξής ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος, που είχαν τα ακόλουθα προσόντα 1) Χ2 ο οποίος είχε ΓΥΑ 10.4.1970, ΑΒ 20.4.1982, ΒΑ 1000, πτυχίο φυσικού ραδιολόγου και είχε λάβει μία ηθική αμοιβή, 2) .... με ΓΥΑ 5.3.1969, ΑΒ 1.1.1983, ΒΑ 1000 και πτυχίο μηχανολόγου-ηλεκτρολόγου, 3) .....
με ΓΥΑ 13.4.1970, ΑΒ 1.1.1984, ΒΑ 1000 και πτυχίο φυσικού ραδιολόγου, 4) ...... με ΓΥΑ 9.2.1970, ΑΒ 11.11.1984, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου, γνώση της γερμανικής γλώσσας και μία ηθική και υλική αμοιβή, 5) Χ3 με ΓΥΑ 11.4.1970, ΑΒ 11.11.1984, ΒΑ 1000, πτυχίο φυσικού ραδιολόγου και μία ηθική και υλική αμοιβή, 6) Χ4, με ΓΥΑ 14.4.1970, ΑΒ 19.12.1984, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου, γνώση της γερμανικής γλώσσας και μία υλική και ηθική αμοιβή, 7) Χ5, με ΓΥΑ 30.12.1971, ΑΒ 19.12.1984, ΒΑ 1000, πτυχίο φυσικού ραδιολόγου (και διδακτορικό) και μία υλική και ηθική αμοιβή, 8) ...., με ΓΥΑ 11.4.1970, ΑΒ 1.1.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου και γνώση της γερμανικής γλώσσας, 9) ....., με ΓΥΑ 20.4.1970, ΑΒ 1.1.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου και γνώση της γερμανικής γλώσσας, 10) Χ6 με ΓΥΑ 2.5.1972, ΑΒ 1.1.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο φυσικού ραδιολόγου και ηλεκτρολόγου τεχνικής σχολής και μια υλική και ηθική αμοιβή, 11) ........, με ΓΥΑ 16.2.1973, ΑΒ 1.1.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο φυσικού ραδιολόγου και γνώση της αγγλικής και γαλλικής γλώσσας, 12) Χ7, με ΓΥΑ 11.5.1970, ΑΒ 6.4.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο φυσικού ραδιολόγου και τρεις ηθικές και υλικές αμοιβές, 13) ......, με ΓΥΑ 26-6-1970, ΑΒ 25.5.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου και γνώση της γερμανικής γλώσσας, 14) Χ8, με ΓΥΑ 2.5.1972, ΑΒ 26.10.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο φυσικού ραδιολόγου και τέσσαρες υλικές και ηθικές αμοιβές, 15) ....
με ΓΥΑ 17.8.1972, ΑΒ 25.11.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο πολιτικού μηχανικού - μηχανολόγου ηλεκτρολόγου και γνώση της ιταλικής γλώσσας, 16) Χ9, με ΓΥΑ 15-9-1971, ΑΒ 25.11.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου και μία υλική και ηθική αμοιβή, 17) ....., με ΓΥΑ 30.12.1974, ΑΒ 25.11.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο φυσικού ραδιολόγου (και διδακτορικό) και τρεις υλικές και ηθικές αμοιβές, 18) ....., με ΓΥΑ 24.12.1964, ΑΒ 25.11.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου ηλεκτρονικού και μετεκπαίδευση ΤΕΕΤ και γνώση της αγγλικής γλώσσας, 19) Χ10, με ΓΥΑ 29.10.1975, ΑΒ 25.11.1985, ΒΑ 1000, πτυχία μηχανολόγου ηλεκτρολόγου και Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, γνώση της αγγλικής και γερμανικής γλώσσας και τέσσαρες υλικές και ηθικές αμοιβές, 20) Χ11 με ΓΥΑ 29.10.1975, ΑΒ 30.12.1985, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου, γνώση της ιταλικής και αγγλικής γλώσσας και μία υλική και ηθική αμοιβή, 21) Χ12, με ΓΥΑ 28.12.1974, ΑΒ 4.8.1986, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου, γνώση της αγγλικής και γαλλικής γλώσσας και τρεις υλικές και ηθικές αμοιβές, 22) Χ13 με ΓΥΑ 29.10.1975, ΑΒ 4.5.1987, ΒΑ 1000, πτυχίο φυσικού ραδιολόγου, γνώση της αγγλικής γλώσσας και δύο υλικές και ηθικές αμοιβές, 23) Π. ........., με ΓΥΑ 1.11.1975, ΑΒ 3.8.1987, ΒΑ 1000, πτυχίο μηχανολόγου ηλεκτρολόγου και Ανωτάτης Βιομηχανικής και γνώση της γερμανικής γλώσσας.
Από την αντιπαραβολή των παραπάνω στοιχείων αξιολόγησης προκύπτει ότι κανένας από τους προαναφερόμενους αντιπροτεινόμενους με διακωλυτική ένσταση δεν υπερέχει του ενάγοντος ως προς τους τίτλους σπουδών, όλοι δε έχουν τον ίδιο βαθμό αξιολόγησης με αυτόν και υπερέχουν του ενάγοντος ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και την αρχαιότητα στον βαθμό.
Περαιτέρω, ως προς την υλική και ηθική αμοιβή, υπερέχουν του ενάγοντος οι Χ2, Χ3, Χ4, Χ5, Χ6, Χ7, Χ8, Χ9, Χ10, Χ11, Χ12 και Χ13, η υπεροχή όμως αυτή εξουδετερώνεται από το ότι δεν προκύπτει ότι οι ανωτέρω υπηρέτησαν σε επιτελικές θέσεις της εναγομένης είτε ως στελέχη είτε ως προϊστάμενοι, ούτε είχαν παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια, ενώ ο ενάγων υπηρέτησε στις ανωτέρω αναφερόμενες επιτελικές θέσεις της εναγομένης ασκώντας καθήκοντα προϊσταμένου από το 1981 και παρακολούθησε εννέα σεμινάρια επιμόρφωσης.
Έτσι κατά συνολικώς εξαγόμενη κρίση ο ενάγων και οι αντιπροτεινόμενοι κρίνονται τουλάχιστον ισοδύναμοι ως προς τα προσόντα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο -επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να είχε προαχθεί από 1.1.1993- έκρινε αφενός ότι υπήρχε καταφανής υπεροχή του αναιρεσιβλήτου, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι του συναδέλφου του Χ1 και ότι η παράλειψή του και η αντ' αυτού προαγωγή εκείνου στον βαθμό του υποδιευθυντή κατά τις κρίσεις του έτους 1993 ήταν καταχρηστική και αφετέρου ότι οι προτεινόμενοι, με τη διακωλυτική ένσταση, για σύγκριση με τον αναιρεσίβλητο, υπάλληλοι δεν υπερείχαν -έστω και απλώς- έναντι αυτού, ως προς τα προσόντα, καθώς και ότι δεν θα προάγονταν αυτοί, και αν ακόμη δεν προαγόταν ο Χ1.
Με τις κρίσεις του για καταφανή υπεροχή του αναιρεσιβλήτου, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι του συναδέλφου του Χ1 και την καταχρηστικότητα της προαγωγικής παράλειψής του, με την αντ' αυτού προαγωγή εκείνου στον βαθμό του υποδιευθυντή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διάταξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 9 παρ. 10, 16 και 21 παρ. 4 εδ.
β΄ του ΓΚΠ/ΟΤΕ ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της καταφανούς υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι του συναδέλφου του Χ1 και ειδικότερα και ως προς τα προσόντα της υπηρεσίας αυτού σε επιτελικές θέσεις, της γνώσης ξένων γλωσσών και των τίτλων σπουδών και επομένως είναι αβάσιμος και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τις αιτιάσεις του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου με τις κρίσεις του ότι δεν υπήρχε υπεροχή των προτεινόμενων με τη διακωλυτική ένσταση υπαλλήλων έναντι του αναιρεσιβλήτου, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ότι και αν ακόμη δεν προαγόταν ο Χ1, δεν θα προάγονταν αυτοί, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 9 παρ. 10 του ΓΚΠ/ΟΤΕ.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, δεν υστερούσε έναντι των συναδέλφων του σε τίτλους σπουδών, αφού εκτός από το πτυχίο της Φυσικής Σχολής είχε και ενδεικτικό Ραδιοηλεκτρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών στάθμης master, ενώ η υπεροχή των συναδέλφων του ως προς τη γενική και υπηρεσιακή αρχαιότητα και την αρχαιότητα στο βαθμό και μερικών σε υλική και ηθική αμοιβή εξουδετερώνεται, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, από το ότι δεν προκύπτει ότι αυτοί υπηρέτησαν σε επιτελικές θέσεις, όπως ο αναιρεσίβλητος.
Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τέλος, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλονται και οι αιτιάσεις, από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο αφενός έλαβε υπόψη ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αφετέρου έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν από τον αναιρεσίβλητο και ειδικότερα τίτλους σπουδών ξένων γλωσσών.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και πρέπει γιαυτό να απορριφθούν, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αφενός στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, κατέληξε, όπως βεβαιώνει, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων που μνημονεύονται στην απόφαση και έτσι στην εν λόγω παραδοχή δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και αφετέρου δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε πολύ καλά την αγγλική και καλά τη γαλλική γλώσσα, χωρίς να στηριχθεί για την παραδοχή του αυτή σε σχετικούς έγγραφους τίτλους σπουδών.
Τέλος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της, καθώς και το αίτημα της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη 1026/31-8-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 585/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσεβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ