Legislator Case Law & Legislation
804/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court for failure to consider evidence of demotion abuse.

Case Number 804/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the second instance labor court decision regarding an employee's demotion. The appellant argued that the lower court failed to properly consider medical certificates and correspondence proving the demotion was an abusive exercise of management power causing personal harm. The court found this omission created a reasonable doubt about whether the evidence was truly taken into account, necessitating a remand for further examination by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 of Law 2112/1920; Art. 559(11) of the Code of Civil Procedure: A single prejudicial modification of employment terms constitutes abuse of management authority when done without employee consent and beyond the bounds of good faith, and an appeal is admissible if the court fails to consider evidence submitted by the parties.

Keywords

AI generated
abuse of management authority prejudicial modification of terms failure to consider evidence labor law appeal good faith principle remand for retrial personal rights violation

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 of Law 2112/1920
Art. 559(11) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 652 of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 804 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 804/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Tης αναιρεσείουσας : Ε. Κ.-Θ., κατοίκου…. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανδρουλάκη, ο οποίος δήλωσε ότι η πελάτης του παραιτείται από το δικόγραφο ως προς τους, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσίβλητων. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων : 1) Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει την … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Βικάτου-Πετσούλα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. 2) Κ. Γ., 3) Ι. Σ.., 4) Γ. Μ., κατοίκων…. Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Μαρτίου 1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3284/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 9498/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την 28 Φεβρουαρίου 2002 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας διάβασε την από 25 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των, πρώτου (κατά το πρώτο σκέλος του) και τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της και την καταδίκη της αντίδικης πλευράς στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 652 και 281 του ΑΚ συνάγεται ότι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου, επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση, τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει όταν η μονομερής μεταβολή γίνεται σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως ή του νόμου ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Η υπέρβαση των ορίων αυτών συνιστά τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, αφού η μεταβολή επέρχεται κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι έχει ληφθεί αυτό υπόψη από το δικαστήριο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι με την ένδικη αγωγή, η ήδη αναιρεσείουσα, επικαλούμενη κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και συνακόλουθα βλαπτική γι αυτή μεταβολή, με την τοποθέτησή της σε θέση, η οποία δεν ήταν ανάλογη με εκείνη που κατείχε μέχρι την κατά το έτος 1995 οργανωτική μεταβολή της πρώτης αναιρεσίβλητης, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται τις υπηρεσίες της σε θέση ευθύνης ανάλογη με εκείνη που κατείχε πριν από τη μεταβολή αυτή και να της καταβάλει ποσό 500.000 δραχμών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της.

Η αναιρεσίβλητη αντέκρουσε την αγωγή, ισχυριζόμενη ότι έλαβε την προαναφερόμενη απόφαση στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματός της, το οποίο δεν άσκησε καταχρηστικά και συνακόλουθα δεν επήλθε βλαπτική για την αναιρεσείουσα μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας της. Η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη της αγωγής της και απόκρουση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, επικαλέστηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει και τα εξής έγγραφα:

α) αντίγραφα των δελτίων αξιολογήσεως της αποδόσεώς της των ετών 1992, 1993, 1994 και 1995, από τα οποία αποδεικνύεται ότι αυτή ήταν άριστη και πολύ παραγωγική στο τμήμα που είχε αναλάβει προ της κατά το έτος 1995 οργανωτικής μεταβολής της αναιρεσίβλητης, β) αντίγραφο του από 27-10-1994 ΥΣΕΕ, το οποίο είχε υποβάλει ενόψει του νέου οργανογράμματος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, για τη θέση την οποία ήδη κατείχε από 15-7-1992 και το οποίο απέστειλε προς τη Διεύθυνση Υποστήριξης Δικτύου ο Τομέας Υπηρεσιών Επικοινωνιών της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών με τη 239/429/27-10-1994 επιστολή, γ) το από 26-6-1995 εισηγητικό έγγραφο, με το οποίο ο αρμόδιος διευθυντής του παραπάνω τομέα Γ.

Α. είχε εισηγηθεί την τοποθέτηση της αναιρεσείουσας στις νέες οργανικές θέσεις του τμήματος αλληλογραφίας, με βάση το νέο οργανόγραμμα, με εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι αυτή ήταν ικανότατο στέλεχος και με περαιτέρω επαινετικές παρατηρήσεις, δ) την 639/14-3-1995 εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή είχε αναλάβει ρητά την υποχρέωση να τοποθετήσει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα σε θέση ευθύνης, τουλάχιστον ανάλογη με αυτή που κατείχαν, όσους -μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα- δεν είχαν επιλεγεί για κάλυψη οργανικής θέσης με βάση το νέο οργανόγραμμα, ε) την από 20-3-1996 επιστολή της αναιρεσείουσας προς τη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή είχε διαμαρτυρηθεί για την- κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο Νοσοκομείο "ΜΗΤΕΡΑ"- ανάθεση των καθηκόντων της σε υπάλληλο άπειρο και με εντελώς διαφορετική ιδιότητα και θέση εργασίας, στ) την από 19-12-1996 διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας προς το Υπουργείο Εργασίας (Επιθεώρηση Εργασίας) για τη μη ανάθεση καθηκόντων σ'αυτή, ζ) αντίγραφο των από 15-1-1997 και 17-1-1997 δελτίων εργατικής διαφοράς, από τα οποία προκύπτει ότι η Επιθεώρηση Εργασίας θεώρησε τη μετακίνηση της αναιρεσείουσας ως μονομερή βλαπτική μεταβολή και ως καταχρηστική, η) την απάντηση της αναιρεσείουσας στο από 11-2-1997 εξώδικο έγγραφο της αναιρεσίβλητης, στην οποία επισημαίνεται ότι η πρώτη θα παρέδιδε στη δεύτερη ελεύθερο τον χώρο εργασίας της, χωρίς όμως να παραιτείται από τα νόμιμα δικαιώματά της και θ) τις από 26-2-1997 και 12-4-1997 ιατρικές βεβαιώσεις του Περιφερειακού Νοσοκομείου Αττικής, από τις οποίες αποδεικνύονται οι έντονες επιδράσεις στην προσωπικότητα της αναιρεσείουσας από την υποβάθμισή της.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα, που προσκόμισε η αναιρεσείουσα για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού ότι ήταν καταχρηστική η τοποθέτησή της στο τμήμα γραμματίων και συντάξεων ασφαλιστικών ταμείων της Διεύθυνσης Λειτουργιών Αυτοματισμού, με ταυτόχρονη μάλιστα μετακίνησή της σε άλλο γραφείο, χωρίς αντικείμενο εργασίας και συνεπώς σε κατάσταση αργομισθίας, με σκοπό τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση και με αποτέλεσμα τον υποβιβασμό της και την εντεύθεν παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την ένδικη αγωγή. Αν και βεβαιώνεται όμως ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής και ιδίως από τις αιτιολογίες της δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν πραγματικά λήφθηκαν υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Διότι στα έγγραφα αυτά περιέχονται περιστατικά, με βάση τα οποία θα ήταν δυνατό να κριθεί ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ήταν καταχρηστική, με αποτέλεσμα τη μονομερή βλαπτική για την αναιρεσείουσα μεταβολή των όρων της εργασίας της και την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της.

Παρά ταύτα το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα που προεκτέθηκε, χωρίς να αντικρούσει ή να ασχοληθεί έστω και εμμέσως με τα διαλαμβανόμενα στα παραπάνω έγγραφα περιστατικά. Ενόψει αυτού, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα εν λόγω έγγραφα. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει γιαυτό να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα, με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η παρούσα αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη την αναιρετική δίκη ως προς τους αναιρεσιβλήτους Κ. Γ., Ι. Σ.. και Γ. Μ..

Αναιρεί κατά τα λοιπά την 9498/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 2

Μαΐου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ