Supreme Court allows appeal against single judge ruling on dismissal compensation calculation including dead periods.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the single judge's decision regarding dismissal compensation, specifically overturning the inclusion of 'dead periods' in the calculation. The court found the lower court erred in interpreting collective agreement terms to include non-working periods, contrary to the employer's voluntary agreement to exclude them. Consequently, the case was remanded for retrial with a different panel of judges to recalculate the compensation based on the corrected legal interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 173 of the Code of Civil Procedure; The court must correct a single judge's error in interpreting collective agreement terms when such interpretation contradicts the specific voluntary agreement between parties regarding the calculation of dismissal compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 803 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 803/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και των ομορρύθμων μελών αυτής: 2) Δ. Δ. του Γ. και 3) Π. Μ. του Ε., κατοίκων .... Άπαντες οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Πανταζόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσείουσας: Επαγγελματικής οργάνωσης με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο με δήλωση του άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ. του Μ., 2)Δ. Β. του Ν., 3) Ν. Π. του Ι. και 4) Η. Ξ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Σκαργιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ των αναιρεσιβλήτων: Συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "..." που έχει έδρα στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πρόεδρό του Κ. Τ. που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Βασίλη Νιζάμη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την .../30-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:454/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 340/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Την αναίρεση των δύο αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2014 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 283/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης.
Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 26-9-2016 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 24-4-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεώργιου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος και να γίνουν δεκτοί οι λοιποί δύο λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων και του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ’ αριθμ. 6500/638/6-4-2010 απόφαση του Υπουργού Εργασίας κηρύχθηκε υποχρεωτική η υπ’ αριθμ. 22/2009 Διαιτητική Απόφασης "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Οδηγών Τουριστικών Λεωφορείων Κρήτης". Σύμφωνα με το άρθρο 9 της Διαιτητικής αυτής απόφασης, το περιεχόμενο του οποίου επαναλαμβάνεται πανομοιότυπο στο άρθρο 9 της με ημερομηνία 30-4-2010 τοπικής ομοιοεπαγγελματικής Σ.Σ.Ε., η οποία κατατέθηκε στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ηρακλείου με το υπ’ αριθμ.
…5-2010 Π.Κ: "1. Οι εργοδότες οι οποίοι απασχολούν οδηγούς με σύμβαση ορισμένου χρόνου κατά την θερινή περίοδο, υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν τους ίδιους οδηγούς και κατά τη νέα τουριστική περίοδο, εφόσον ο εργαζόμενος ειδοποιήσει έγγραφα τον εργοδότη του, μέχρι το τέλος Φεβρουάριου ότι επιθυμεί να εργασθεί και κατά τη νέα περίοδο.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο οδηγός δεν υποβάλλει γραπτή δήλωση ή που μετά την δήλωσή του τον καλέσει ο εργοδότης στην διεύθυνση κατοικίας που του δήλωσε και δεν παρουσιαστεί μέσα σε πέντε (5) ημέρες για να αναλάβει υπηρεσία, χάνει κάθε δικαίωμα για επαναπρόσληψη και αποζημίωση. Η γραπτή δήλωση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη του, ότι επιθυμεί να εργασθεί κατά τη νέα τουριστική περίοδο, γίνεται μέσω του συμβαλλόμενου εργατικού σωματείου, στο οποίο είναι μέλος, με έντυπες δηλώσεις που εκτυπώνονται από αυτό. 2.
Εάν ο οδηγός υποβάλλει τη γραπτή δήλωση της προηγούμενης παραγράφου και ο εργοδότης του δηλώσει εγγράφως την άρνησή του ή δεν του απαντήσει μέχρι 15 Μαρτίου ότι δέχεται ή απορρίπτει την πρόταση για επαναπρόσληψη έχει υποχρέωση να του καταβάλει αποζημίωση, για την εξεύρεση της οποίας εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του Ν. 2112/1920. 3.
Η επαναπρόσληψη των οδηγών τη νέα τουριστική περίοδο συντελείται υποχρεωτικά το αργότερο μέχρι την 1η Μαΐου κάθε έτους και η λήξη της απασχόλησης στο τέλος της τουριστικής περιόδου και σε κάθε περίπτωση μετά την συμπλήρωση των απαιτουμένων ημερών εργασίας για την επιδότηση του οδηγού από τον ΟΑΕΔ την χειμερινή περίοδο. 4.
Τόσο κατά την διάρκεια της θερινής περιόδου, όσο και κατά την νεκρή περίοδο η απόλυση εργασθέντος κατά την προηγούμενη περίοδο χωρεί μόνον κατόπιν καταβολής της νομίμου αποζημιώσεως. Η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει του μέσου όρου των αποδοχών της προηγούμενης περιόδου εργασίας. Στην καταγγελία θα υπολογίζεται ως χρόνος εργασίας ολόκληρος ο χρόνος που διανύθηκε από την πρόσληψη στον ίδιο εργοδότη.".
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και επ. ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση οικειοθελούς εκ μέρους του εργοδότη μη τήρησης, ως προς την επαναπρόσληψη των σε αυτόν εργαζομένων, διατύπωσης που απαιτείται από συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, σε τρόπο ώστε να αποβαίνει ευνοϊκότερη για τους εργαζομένους η τηρουμένη πρακτική, δύναται αύτη να απολήξει σε καταργητική, της διατύπωσης αυτής, σιωπηρή σύμβαση, εφόσον ο εργοδότης δεν έκαμε εξ υπαρχής επιφύλαξη.
Η σιωπηρή δε αυτή σύμβαση, αποτελεί μέρος της ατομικής σύμβασης των εργαζομένων, εφόσον έχει ευνοϊκότερες γι’ αυτούς ρυθμίσεις και επικρατεί έναντι των δυσμενέστερων τέτοιων ρυθμίσεων της συλλογικής σύμβασης εργασίας ή της διαιτητικής απόφασης (ΑΠ 1738/1988). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα επόμενα:
οι συμβάσεις εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων επιχειρήσεων εποχικής λειτουργίας είναι όπως και με τους ξενοδοχοϋπαλλήλους, ορισμένου χρόνου, υπό την έννοια ότι λύονται με την πάροδο της τουριστικής περιόδου. Παρέχεται όμως στον εργαζόμενο διαπλαστικό δικαίωμα προαίρεσης από το νόμο, με την άσκηση του οποίου συντελείται η επαναπρόσληψη του κατά τη νέα περίοδο εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση στην οποία εργαζόταν θα επαναλειτουργήσει.
Το δικαίωμα αυτό ασκείται με μονομερή έγγραφη ειδοποίηση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, η οποία υποβάλλεται μέσω της οικείας επαγγελματικής οργανώσεώς του, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Με μόνη την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέξουν οι κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 1386/1983 προϋποθέσεις πληρότητας, καταρτίζεται νέα σύμβαση εργασίας για την προσεχή περίοδο (Ολ ΑΠ 14/2000, ΑΠ 455/2013, ΑΠ 305/2011).
Επομένως, ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπασχολήσει τον εργαζόμενο κατά τη νέα αυτή περίοδο, διαφορετικά περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής (δανειστή) και οφείλει να καταβάλλει στον εργαζόμενο αποδοχές υπερημερίας (άρθρο 656 ΑΚ). Η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται από το σκοπό των ως άνω διατάξεων, ήτοι την "υποχρεωτική" επανασύσταση της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 121/2017).
Εάν κατά τη νεκρή περίοδο καταγγελθεί από την εποχιακώς λειτουργούσα ξενοδοχειακή επιχείρηση, η σύμβαση εργασίας ξενοδοχοϋπαλλήλου, ο οποίος είχε τηρήσει τις, για την επαναπρόσληψή του κατά την επόμενη περίοδο απαιτούμενες διατυπώσεις, οφείλεται στον τελευταίο η από το ν. 2112/1920 προβλεπόμενη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της σχέσεως εργασίας.
Για τον καθορισμό όμως του ύψους της αποζημιώσεως αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο το χρονικό διάστημα που απομένει μετά την αφαίρεση, από τον, μετά την αρχική πρόσληψη, συνολικό χρόνο υπηρεσίας του απολυομένου, αφαιρουμένου του χρόνου των νεκρών περιόδων, κατά τη διάρκεια των οποίων η σχέση εργασίας διακοπτόταν και ο μισθωτός μπορούσε να απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη.
Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τα σχετικά άρθρα των προαναφερόμενων ΣΣΕ, καθώς και από τα ταυτόσημα άρθρα των μεταγενέστερων σχετικών, σύμφωνα με τα οποία, για τον υπολογισμό του επιδόματος προϋπηρεσίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων εποχιακών ξενοδοχείων, ως χρόνος υπηρεσίας θεωρείται και εκείνη της νεκρής περιόδου και μέχρι τέσσερις μήνες για κάθε χρόνο, με την προϋπόθεση ότι ο ξενοδοχοϋπάλληλος μετά τη νεκρή περίοδο αναλαμβάνει εκ νέου εργασία στην ίδια ξενοδοχειακή επιχείρηση.
Και τούτο γιατί οι παραπάνω διατάξεις αφορούν αποκλειστικά τον υπολογισμό του επιδόματος προϋπηρεσίας και δεν εφαρμόζονται και στην περίπτωση του υπολογισμού της αποζημιώσεως απολύσεως, για την οποία υπάρχει ειδική ρύθμιση κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, η οποία δεν προβλέπει συνυπολογισμό του χρόνου της νεκρής περιόδου.
Αν οι συμβαλλόμενοι στις προαναφερόμενες ΣΣΕ ήθελαν τέτοιο συνυπολογισμό, θα το όριζαν σ` αυτές ρητά (ΑΠ 455/2013, 305/2011, 671/2009, 1668/2007, 1085/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά τα ουσιώδη σημεία αυτής τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες οδηγοί τουριστικών λεωφορείων, προσλήφθηκαν κατά τα έτη 2006-2009 από την πρώτη αναιρεσείουσα εναγόμενη ΟΕ που δραστηριοποιείται στις τουριστικές μεταφορές και εργάστηκαν σε αυτή κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου. Μετά τη λήξη της τουριστικής περιόδου των αντιστοίχων ετών προσλήψεώς τους, οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι συνέχισαν με όμοιες συμβάσεις ορισμένου χρόνου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πρώτη αναιρεσείουσα εποχιακώς κατά τα επόμενα έτη με το ίδιο αντικείμενο εργασίας μέχρι τη λήξη της τουριστικής περιόδου 2009, κατά την οποία ειδικότερα απασχολήθηκαν από 20-4-2009 έως 31-10-2009 ο πρώτος, από 20-4-2009 έως 15-10-2009 ο δεύτερος, από 20-4-2009 έως 15-10-2009 ο τρίτος και από 30-4-2009 2009 έως 16-10-2009 ο τέταρτος εξ αυτών.
Οι αναιρεσίβλητοι στο σύνολό τους, κατά τη λήξη της πιο πάνω τουριστικής περιόδου (τέλη Οκτωβρίου 2009) δήλωσαν προφορικά στην πρώτη αναιρεσείουσα τη βούλησή τους να επαναπροσληφθούν και κατά τη νέα τουριστική περίοδο του έτους 2010. Όπως αποδείχθηκε δε από το χρόνο προσλήψεώς τους, ουδέποτε άσκησαν εγγράφως το δικαίωμα επαναπρόσληψής τους, αφού η πρώτη αναιρεσείουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της τους διαβεβαίωνε μετά τη λήξη κάθε τουριστικής περιόδου ότι θα τους προσλάμβανε την επομένη.
Άλλωστε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, μόνο κατά την τουριστική περίοδο 2010 υπέβαλε και εγγράφως αίτηση επαναπρόσληψής του για τυπικά συνδικαλιστικούς λόγους, εφόσον τυγχάνει μέλος της διοίκησης του σωματείου οδηγών τουριστικών λεωφορείων Κρήτης "...". Με σιωπηρή συμφωνία, δηλαδή χωρίς την υποβολή της έγγραφης ειδοποίησης, μετά τη λήξη της κάθε τουριστικής περιόδου ασκούσαν οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι το δικαίωμα τους απευθείας στην αναιρεσείουσα προφορικά.
Έτσι η επί σειρά ετών δημιουργηθείσα από την τελευταία πρακτική με την ομοιόμορφη και ανεπιφύλακτη αυτή συμπεριφορά της καθιέρωσε επιχειρησιακή συνήθεια όσον αφορά τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος επαναπρόσληψής του εποχιακά απασχολούμενου προσωπικού της. Η πρακτική αυτή γινόταν χωρίς επιφύλαξη και είχε ως συνέπεια να καταλήξει σε καταργητική της διατύπωσης για την άσκηση του δικαιώματος που οριζόταν από την σ.σ.ε.
σιωπηρή σύμβαση, σύμφωνα και με την προδιαληφθείσα νομική σκέψη. Η σιωπηρή αυτή σύμβαση, ως αποτελούσα μέρος της ατομικής σύμβασης των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και περιέχουσα ευνοϊκότερες ρυθμίσεις επικρατεί έναντι της δυσμενέστερης ρύθμισης (έγγραφη δήλωση μέσω της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης).
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ουδέποτε (πλην της τελευταίας αιτήσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου η οποία υπεβλήθη για λόγους συνδικαλιστικούς καθώς ήταν μέλος της διοίκησης του σωματείου) είχε υποβληθεί στην επιχείρηση της πρώτης αναιρεσείουσας έγγραφη αίτηση δια μέσου του σωματείου κατά τα προηγούμενα έτη, εκ μέρους εποχιακά απασχολούμενου οδηγού, σύμφωνα με τον προβλεπόμενο στην διάταξη του άρθρου 9 της οικείας σ.σ.ε.
τύπο και μολαταύτα τόσο ο πρώτος επί σειρά τριών ετών, όσο και οι δύο έτεροι αναιρεσίβλητοι κατά το έτος 2009 επαναπρο-αλήφθηκαν χωρίς να έχουν υποβάλλει την αίτησή τους εγγράφως μέσω του σωματείου, αλλά προφορικώς μόνον δυνάμει της ως άνω καθιερωθείσης στην εκμετάλλευση της πρώτης πρακτικής περί προφορικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος.
Η καθιερωθείσα αυτή πρακτική σε κάθε περίπτωση απέτρεπε τους αναιρεσίβλητους από το να υποβάλουν γραπτώς την αίτησή τους, με προτροπή των εκπροσώπων της πρώτης αναιρεσείουσας γεγονός που θα καθιστούσε σε κάθε περίπτωση καταχρηστική την εκ των υστέρων εκ μέρους της επίκληση της μη ασκήσεως σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους του δικαιώματος τους περί επαναπροσλήψεως.
Όμως η τελευταία αν και είχε συμφωνήσει στην επαναπρόσληψη των, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δευτέρου αναιρεσείοντος, για την τουριστική περίοδο 2010, ο οποίος μάλιστα τους είχε αναθέσει την τακτική και έκτακτη συντήρηση των λεωφορείων της κατά τη χειμερινή περίοδο, δεν τους επαναπροσέλαβε την περίοδο αυτή ούτε τους κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση.
Στις 20 Απριλίου 2010 η
πρώτη αναιρεσείουσα για πρώτη φορά, δια του νομίμου εκπροσώπου της δευτέρου αναιρεσείοντος, δήλωσε στους αναιρεσίβλητους ότι δεν επιθυμεί πλέον την παροχή των υπηρεσιών τους και κατήγγειλε άτυπα τις εργασιακές τους συμβάσεις χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη προέβη και σε ερμηνεία του άρθρου 9 της άνω ΣΣΕ, με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αναφορικά με τον χρόνο εργασίας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμός της αποζημίωσης, δεχόμενη ότι η αληθής έννοια του όρου "ολόκληρος χρόνος", κατά τη βούληση των μερών στις συλλογικές διαπραγματεύσεις κατά την κατάρτιση της ΣΣΕ, ήταν να λαμβάνεται υπόψη όλος ο χρόνος χωρίς εξαίρεση της νεκρής περιόδου, άντλησε δε επιχειρήματα από το αποδεικτικό υλικό.
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης απόφασης 454/2012 ΜονΠρΗρ, που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων επιδικάζοντας σε αυτούς αποζημίωση λόγω απόλυσης για τον υπολογισμό της οποίας έκρινε ότι λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος εργασίας ολόκληρος ο χρόνος που διανύθηκε από την πρόσληψή τους στην πρώτη αναιρεσείουσα, συμπεριλαμβανομένων των νεκρών περιόδων.
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη δεν υπέπεσε κατ’ αρχήν στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, σε σχέση με τον τρόπο επαναπρόσληψης των αναιρεσιβλήτων, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και οποίος πρέπει να απορριφθεί. Τούτο δε γιατί η νομική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων θεμελιώθηκε στην οικειοθελή εκ μέρους των αναιρεσειόντων εργοδοτών τους, μη τήρηση ως προς την επαναπρόσληψή του, της ανωτέρω έγγραφης διατύπωσης που απαιτείτο από την οικεία ΣΣΕ, έτσι ώστε να αποβαίνει ευνοϊκότερη για αυτούς η τήρηση αυτής της πρακτικής, με περαιτέρω συνέπεια η άτυπη αυτή συμφωνία (ΑΚ 361), να αποτελεί μέρος της ατομικής σύμβασης των εργαζομένων αναιρεσιβλήτων, αφού είχε για αυτούς ευνοϊκότερες ρυθμίσεις και να επικρατεί έτσι των ρυθμίσεων της ΣΣΕ.
Τα περιστατικά αυτά δέχθηκε η προσβαλλόμενη και δεν αναιρείται η περί τούτων κρίση του δικαστηρίου από το γεγονός ότι το τελευταίο έτος πριν από την απόλυση των αναιρεσιβλήτων , ο πρώτος εξ αυτών είχε υποβάλλει περιστασιακά έγγραφη δήλωση επαναπρόσληψης. Αντιθέτως, είναι βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναίρεσης από το ίδιο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη: 1) συνυπολόγισε για τον υπολογισμό της αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων και τους μήνες της νεκρής περιόδου, κατά τους οποίους δεν εργαζόντουσαν και 2) προκειμένου να καταλήξει στην κρίση αυτή για συνυπολογισμό της νεκρής περιόδου στο χρόνο καθορισμού της οφειλόμενης αποζημίωσης στους αναιρεσίβλητους, ανεπίτρεπτα ερμήνευσε το σχετικό όρο της ΣΣΕ (άρθρο 9 παρ. 4), με προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η από 24-10-2014 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ.340/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου δικάζοντος ως εφετείου κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενου από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (ΚΠολΔ 176, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 340/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει, κατά τούτο, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκείμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την εξέδωσαν. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ