Supreme Court allows appeal against invalid settlement due to unconstitutional pension law application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an out-of-court settlement. The plaintiffs argued the settlement was invalid because it violated the Constitution by waiving claims against a pension law deemed unconstitutional by the Administrative Court. The Court agreed that the settlement was void as it prevented plaintiffs from claiming the full pension benefit withheld under the unconstitutional provision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) and 22(5) of the Constitution; Article 679 of the Civil Code: A settlement waiving claims against a law declared unconstitutional is void if it prevents the party from obtaining the full benefit they are entitled to under the unconstitutional provision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 803 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 803/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Γιαννούλη), Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Α.Τ.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Γ. Γ. - Μ. του Ι., κατοίκου ... 3) Β. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 4) Ε. Κ., χήρας Γ., 5) Δ. Κ. του Γ., 6) Μ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 7) Η. Λ. του Β., κατοίκου ..., 8) Ι. Σ. του Β., κατοίκου ... 9) Χ. Τ. του Τ., κατοίκου ..., 10) Β. Π. του Π., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λουκά Αποστολίδη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1440/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5536/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19/2/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 8/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "οι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (4 παρ. 1) και "το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων όπως ο νόμος ορίζει" (22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημιώσεως σε όσους αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.
Έτσι, η, συνταγματικώς επιτρεπτή ,εισαγωγή με νόμο ανωτάτου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, δηλαδή το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται το εφάπαξ βοήθημα, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό τους και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων.
Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως ανταποδοτικό χαρακτήρα, η νομοθετική επιβολή ανωτάτου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την αρχή της ισότητας, του άρθρου 4 παρ 1 του Συντάγματος, αφού ενέχει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο εφάπαξ βοήθημα με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσιών τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον κανόνα του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημιώσεως υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.
Εξάλλου η Φ46/3239/ 23/2/1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β'108), ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα και στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:
α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών των εταιρειών.
Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας".
Εξάλλου η ίδια ως άνω υπουργική απόφαση στο άρθρο 34 ορίζει ότι: "1 Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος υπό τις προϋποθέσεις :α)... β) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην ...
Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών, 2) το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8 % για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου, 3) για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ...
ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα - πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.), 4) αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής:
Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90 % του εισοδήματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος".
Περαιτέρω, το άρθρο 37 του ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α' 165) το οποίο εντάσσεται στο Δ' Κεφάλαιο του Τρίτου Μέρους με τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1/1/1993"του ως άνω νόμου, ορίζει, ότι "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".
Εξάλλου στο άρθρο 57 του Δ' Κεφαλαίου του Τετάρτου Μέρους του ως άνω νόμου (2084/1992), με τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31/12/1992" ορίζει ότι, "1. Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των Υπαλλήλων Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α. Ιονικής και Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε.
και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεων Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας "Η Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά αρχής γενομένης από 1/1/1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 2 )...3) Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ.1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1/1/1993 και μετά.
Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης 4) (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν δηλαδή, αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ Α'1). Με απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων".
Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα, η απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 7/οικ. 1490/24/8/1994 (ΦΕΚ Β'653) και 7/οικ. 1237/ 6/7/1995 (ΦΕΚ Β '646), με τις οποίες αναπροσαρμόσθηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994 και 1995 αντιστοίχως.
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το παρεχόμενο εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού το ασφαλιστικό Κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του ανωτέρω Ταμείου σχηματιζόταν καθ' όλο το χρόνο ασφαλίσεως των καθών μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους και ειδικότερα σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε 1/1/1993 και έως την έξοδο των καθών από την ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων, όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας έβαιναν συνεχώς μειούμενες Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ' έως ε' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του ανωτέρω Ταμείου προβλέπονταν ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εισφορές της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιρειών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του εν λόγω Ταμείου), πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα όμως αυτά εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επιδίκου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω Κλάδου Πρόνοιας.
Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγείται στους ασφαλισμένους του ανωτέρω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλομένης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Εξάλλου η ως άνω διάκριση, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται ,όπως στην προκειμένη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκάται από αυτόν και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματος (ΑΕΔ 3, 4, 5/2007, Ολ.
ΑΠ 17/2005).Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, επί εφέσεως των εναγόντων και τώρα αναιρεσιβλήτων, των οποίων η αγωγή, στην οποία ανέφεραν ότι είναι πρώην υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας, οι οποίοι αποχώρησαν από την ενεργό υπηρεσία κατά τους εις αυτή χρόνους, ότι το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ταμείο, τους χορήγησε εφάπαξ βοήθημα, το οποίο υπολογίσθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, που έθετε πλαφόν στο καταβαλλόμενο εφάπαξ βοήθημα και ότι μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 3 ,4, και 5/2007 αποφάσεων του ΑΕΔ, που έκρινε ότι η ως Άνω διάταξη (του άρθρου 57 του ν. 2084/1992) είναι αντισυνταγματική, δικαιούνται τη διαφορά μεταξύ του εφάπαξ βοηθήματος που τους καταβλήθηκε σύμφωνα με τους περιορισμούς του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και εκείνου που πράγματι δικαιούνται και με την οποία ζητούσαν την καταβολή της ως άνω διαφοράς του εφάπαξ βοηθήματος, απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι όλοι πρώην υπάλληλοι της Αγροτικής Τράπεζας, οι οποίο αποχώρησαν από την ενεργό υπηρεσία τους, ο πρώτος στις 14/7/2000, η δεύτερη στις 21/8/2000, ο τρίτος στις 9/7/2005, ο Γ. Κ. του Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 11/9/2005 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του και τα τέκνα του, τέταρτη, πέμπτο και έκτη των εναγόντων, στις 31/7/1997, ο έβδομος στις 22/5/2001, ο όγδοος στις 28/1/1997, ο ένατος την 1/4/2000 και ο δέκατος στις 28/11/1997.
Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ταμείο αποτελεί καθολικό διάδοχο του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Συντάξεων Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ και με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σ' αυτό υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. Ειδικότερα ο Κλάδος Πρόνοιας του Νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού ΑΤΕ" που ήταν ο αρμόδιος κλάδος για τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους υπαλλήλους της ΑΤΕ, μετατράπηκε σε Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στη διάταξη της παρ. 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 και έλαβε την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος", το καταστατικό του οποίου εγκρίθηκε με την Φ/800000/23358/11077 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β'2/7/1/2004), που καταχωρήθηκε στο βιβλίο σωματείων Αθηνών, με αύξοντα αριθμό 24979, στις 9/2/2004, ημερομηνία από την οποία άρχισε η ισχύς του.
Κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία οι ενάγοντες και ο Γ. Κ. (δικαιοπάροχος των τέταρτης, πέμπτου και έκτης) δικαιούνταν να λάβουν από το εναγόμενο εφάπαξ βοήθημα πρόνοιας, σύμφωνα με τα άρθρα 34, 35 και 36 του καταστατικού του. Συγκεκριμένα, ο πρώτος ενάγων δικαιούταν να λάβει το ποσό των 20.302.660 δραχμών ή 59.582,27 ευρώ, η δεύτερη το ποσό των 15.660.586 δραχμών ή 45.959,16 ευρώ, ο τρίτος ενάγων το ποσό των 25.278.925 δραχμών ή 74.186,13 ευρώ ο ήδη αποβιώσας Γ.
Κ., που κληρονομήθηκε από την τέταρτη, πέμπτο και έκτη των εναγόντων, το ποσό τω 27.257.926 δρχ ή 80.287,38 ευρώ, ο έβδομος ενάγων το ποσό των 24.117.314 δραχμών ή 70.777,15 ευρώ, ο όγδοος ενάγων το ποσό των 28.908.180 δραχμών ή 84.836,91 ευρώ, ο ένατος το ποσό των 15.887.382 δραχμών ή 46.624,74 ευρώ και ο δέκατος το ποσό των 43.920,37 ευρώ. Όμως, συνεχίζει το Εφετείο, το εναγόμενο κατέβαλε στους ενάγοντες και στον Γ.
Κ., λόγω αποχώρησης τους, εφάπαξ βοήθημα μειωμένο σύμφωνα με το πλαφόν του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, όπως ίσχυε κατά το χρόνο αποχώρησης καθενός από αυτούς. Στη συνέχεια πολλοί υπάλληλοι της παραπάνω Τράπεζας οι οποίοι είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία της λαμβάνοντας μειωμένο εφάπαξ βοήθημα, σύμφωνα με το προαναφερόμενο πλαφόν, άσκησαν αγωγές ενώπιον των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, με τις οποίες επιδίωκαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ταμείο να τους καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του δικαιούμενου ποσού εφάπαξ βοηθήματος χωρίς τον περιορισμό του πλαφόν του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 και αυτού που τους καταβλήθηκε με την εφαρμογή του περιορισμού αυτού.
Ενόψει των δικαστικών αυτών διενέξεων, το Διοικητικό Συμβούλιο του πρώτου εναγομένου με την 6/16/11/2004 απόφασή του, αποφάσισε να καταβληθεί στους υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας που συνταξιοδοτήθηκαν από 1/1/1993 μέχρι 8/2/2004,συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα, που ανερχόταν σε ποσοστό της δικαιούμενης διαφοράς.
Έτσι, κατέβαλε αρχικά στους ενάγοντες, λόγω της αποχώρησης τους, με τις 10600/162/31/7/2000,10676/-185/28/8/2000, 10586/149/17/7/2000 πράξεις απονομής εφάπαξ για τους τρεις πρώτους τούτων αντίστοιχα, 9367/95/11/12/199 και 9515/29/10/1997 πράξεις αναπροσαρμογής σύνταξης και εφάπαξ, για τους τέταρτη, πέμπτο και έκτη τούτων και 11175/101/22/5/2001, 9577/196/1997, 10502/93/25/4/2000 και 9659/266/31/12/1997 πράξεις απονομής εφάπαξ, αντίστοιχα για τους έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατο εξ αυτών, τα συνολικά ποσά των 12.508.793 δραχμών στον πρώτο ενάγοντα, 12.972.082 δραχμών στη δεύτερη ενάγουσα, 14.825.236 δραχμών στον τρίτο ενάγοντα, 14.898.312 δραχμών στους τέταρτη, πέμπτο και έκτη των εναγόντων, ως κληρονόμων του ως άνω Γ.
Κ., 15.900.066 δραχμών στον έβδομο ενάγοντα, 15.490.193 δραχμών στον όγδοο ενάγοντα, 12.045.504 δραχμών στον ένατο ενάγοντα και 34.724,74 ευρώ στον δέκατο ενάγοντα. Η καταβολή του ως άνω εφάπαξ βοηθήματος στους ενάγοντες έγινε σύμφωνα με το προβλεπόμενο για τον καθένα από αυτούς ποσό, σύμφωνα με το άρθρο 57 του ν. 2084/1992, το οποίο έθετε πλαφόν στις καταβαλλόμενες εφάπαξ αποζημιώσεις, ενώ με την 6/16/11/2004 απόφαση του Δ.Σ.
του εναγομένου, τους καταβλήθηκε συμπληρωματικό εφάπαξ ποσό, με βάση τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 του Καταστατικού του, κατόπιν υπογραφής υπεύθυνης δήλωσης που έθετε ως προϋπόθεση η παραπάνω απόφαση, με το ακόλουθο περιεχόμενο.: "Δηλώνω ελευθέρως και αβιάστως και προς το συμφέρον μου, ότι αποδέχομαι πλήρως την υπ' αριθμ.6/16/11/2004 απόφαση του Δ.Σ.
του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Προνοίας Εργαζομένων ΑΤΕ, δεχόμενος/η να λάβω το αναλογούν ποσόν, σύμφωνα με αυτήν την απόφαση. Επίσης δηλώνω ότι ικανοποιούμαι πλήρως και δεν θα προσβάλω για κανένα λόγο την ως άνω απόφαση του Δ.Σ. παραιτούμενος /η από τώρα πάσης ενδεχόμενης, περαιτέρω απαιτήσεώς μου". Δέχεται, ακολούθως το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες προέβησαν στην υπογραφή της δήλωσης αυτής και με βάση την ως άνω απόφαση του Δ.Σ.
του πρώτου εναγομένου τους καταβλήθηκαν, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους αυτής, τα συμπληρωματικά ποσά των 13.552,07 ευρώ, 4.675 ευρώ, 18.176,99 ευρώ για τον καθένα από τους τρεις πρώτους αντίστοιχα, των 24.115,07 ευρώ, στον Γ. Κ., των 15.415,71 ευρώ, 25.989,35 ευρώ, 6.680,30 ευρώ και 6.069, 12 ευρώ στον καθένα από τους έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατο των εναγόντων.
Όμως, με τις ως άνω αποφάσεις του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (3, 4 και 51/2007) κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν.2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του εναγομένου Ταμείου, οι οποίο εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/1993 μέχρι την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο τελευταίο εργοδοτικής εισφοράς, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η δε ως άνω διάκριση, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι με βάση τα παραπάνω οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν κατά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία τους στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος το εφάπαξ βοήθημα πρόνοιας που προβλέπονταν στις διατάξεις των άρθρων 34, 35 και 36 του καταστατικού του εναγομένου, χωρίς περιορισμό (πλαφόν) που τέθηκε από την προαναφερόμενη διάταξη.
Κρίνοντας το Εφετείο, ότι οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του εναγομένου Ταμείου αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, οι δε αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με τους ενιαίως κρινόμενους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
είναι αβάσιμοι. Οι επιπλέον αιτιάσεις, ότι α) η νομολογία του ΑΕΔ, αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, ως προς τον θεσπιζόμενο περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος αναφέρεται σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης και όχι σε παροχές που καταβάλλονται από τα Αλληλοβοηθητικά Ταμεία στα μέλη τους και τα οποία λειτουργούν υπό το καθεστώς του ν. 3029/2002 ως σωματεία και β) δεν γίνεται επίκληση αντίθεσης του Καταστατικού του στο νόμο ή στο Σύνταγμα και αν παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης, είναι αβάσιμες καθόσον, α) το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον είναι καθολικός διάδοχος του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Συντάξεως και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ και β) δεν απαιτείται επίκληση αντίθεσης του Καταστατικού του αναιρεσείοντος προς το νόμο ή το Σύνταγμα, για τη μη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, ως προς τον καθορισμό του θεσπιζόμενου με αυτό ανωτάτου ορίου εφάπαξ βοηθήματος, ως ανίσχυρης, λόγω αντίθεσης τους προς τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως κρίθηκε με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ, ούτε επίκληση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Επειδή, η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση ότι από τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 που ορίζει ότι "Για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος Καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ίδιου Καταστατικού, που ορίζει τον τρόπο υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των αποχωρούντων υπαλλήλων, προκύπτει ότι με τις μεταβατικής ισχύος ως άνω διατάξεις καθορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των αποχωρούντων υπαλλήλων κατά το ως άνω διάστημα, μόνο ως στοιχείο προσδιοριστικό του κατωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος και όχι των ανωτάτων ορίων του βοηθήματος αυτού, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι αποχώρησαν από την υπηρεσία τους πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω Καταστατικού [έναρξη ισχύος 9/2/2004 και μεταβατική διάρκεια έως 9/2/2009, αποχώρηση αναιρεσιβλήτων από την υπηρεσία 27/12/1996, 30/12/2000, 14/6/2000 και 18/2/2003 αντίστοιχα] και ως εκ τούτου δεν καταλαμβάνονται από τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του Καταστατικού του εναγομένου.
Επειδή, κατά το άρθρο 871 ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της συμβάσεως αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενόμενη. (ΑΚ 174 και 180).
Ειδικά για τα δικαιώματα των εργαζομένων που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, επιλύονται αυτές, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν θεωρείται πως αντιβαίνει ο συμβιβασμός στο άρθρο 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος ,διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος ν' αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο αν οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ της σύμβαση ως συμβιβασμό.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εξωδίκου συμβιβασμού, δέχθηκε τα εξής: Ο ισχυρισμός του εναγομένου Ταμείου ότι οι ενάγοντες με το να δεχθούν να λάβουν τα ως άνω ποσά που τους καταβλήθηκαν συμπληρωματικά σε εφαρμογή της 6/16/11/2004 αποφάσεως του Δ.Σ.
τούτου, παραιτούμενοι από οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωσή τους στο μέλλον σχετικά με την εν λόγω αξίωση, συνιστά εξώδικο συμβιβασμό, δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού η ανωτέρω δήλωση παραίτησης των εναγόντων από τη διεκδίκηση τυχόν υπολοίπου εφάπαξ αποζημιώσεως, που έγινε στα πλαίσια εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, η οποία κρίθηκε ως αντισυνταγματική από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με τις 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του, είναι ανίσχυρη, καθόσον συνιστά παραίτηση από δικαίωμα που πηγάζει από κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις αναγκαστικού χαρακτήρα (δημοσίας τάξεως), των οποίων η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή (άρθρο 3 ΑΚ) με ιδιωτικές συμφωνίες, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, ότι στην παρούσα περίπτωση υφίσταται εξαίρεση από τον προηγούμενο κανόνα, με συνέπεια να είναι έγκυρος ο επικαλούμενος ως άνω συμβιβασμός, λόγω του ότι οι διάδικοι επέλυσαν τη διαφορά τους με αμοιβαίες υποχωρήσεις ενώ ήταν αμφισβητούμενη η νομιμότητα του ενδίκου δικαιώματος.
Τούτο δε διότι αφενός μεν το εναγόμενο Ταμείο, έσπευσε, ενώ εκκρεμούσαν αγωγές, σχετικά με την αμφισβήτηση της νομιμότητας της διατάξεως του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, να επιλύσει εξώδικα τις σχετικές διαφορές με τους ασφαλισμένους του, που δεν είχαν προβεί σε δικαστικούς αγώνες καταβάλλοντος σ' αυτούς μέρος των αξιούμενων ποσών, ώστε να απαλλαγεί από την καταβολή του υπολοίπου, επικαλούμενη στη συνέχεια εξώδικο συμβιβασμό, αφετέρου δε οι ενάγοντες, σε σχέση με το εναγόμενο Ταμείο, είναι το ασθενέστερο συμβαλλόμενο μέρος, το οποίο φείδεται οικονομικών μέσων να διεξάγει δικαστικούς αγώνες για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, ενώ παράλληλα δεν αντιλαμβάνεται με ακρίβεια τις νομικές συνέπειες των δηλώσεων του, ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει την πορεία των εκκρεμών υποθέσεων, αλλά αντίθετα, έχει άμεση ανάγκη από τις παροχές που δικαιούνται και για τις οποίες έχει καταβάλει εισφορές.
Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι οδηγείται στην κρίση ότι η θυσία στην οποία υποβλήθηκαν οι ενάγοντες, να λάβουν μέρος του δικαιούμενου ποσού κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα και υπό τα προαναφερόμενα δεδομένα, είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σχέση με την αντίστοιχη υποχώρηση του εναγομένου Ταμείου, να καταβάλει μέρος του επιπλέον οφειλόμενου ποσού και να απαλλαγεί από την καταβολή του υπολοίπου ποσού, με συνέπεια, οι υποχωρήσεις αυτές αμφοτέρων των διαδίκων μερών να μην τελούν σε σχέση αμοιβαιότητας με αποτέλεσμα ο εν λόγω συμβιβασμός να είναι άκυρος, αφού αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 β. 3198/1955.
Σε κάθε περίπτωση, τα ποσά που έχει καταβάλει συμπληρωματικά το εναγόμενο καταλογίζονται στο συνολικό οφειλόμενο ποσό, ώστε να οφείλεται μόνο το υπόλοιπο, το οποίο δεν είναι τέτοιου ύψους, ώστε να υφίσταται το εναγόμενο ζημία και να κλονίζεται η αναλογική βάση τούτου. Αντίθετα οι ενάγοντες, αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εναγομένου περί συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων μερών και παραίτησης από μελλοντικές αξιώσεις τους, θα απωλέσουν τη δυνατότητα να λάβουν ολόκληρη την παροχή που δικαιούνται και η οποία τους παρακρατήθηκε αυθαίρετα από το εναγόμενο, με βάση νόμο που κρίθηκε αντισυνταγματικός Με την κρίση του Εφετείου ότι ο εξώδικος συμβιβασμός των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον είναι άκυρος γιατί αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 679 ΑΚ και των άρθρων 11 α.ν. 547/1937, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020 /1959 ,2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955., εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε στην κρινόμενη περίπτωση τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον επιτρέπεται η επίλυση των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, που πηγάζουν από αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, με εξώδικο συμβιβασμό, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι, α) σε εκτέλεση της 6/16/11/2004 αποφάσεως του Δ.Σ.
του αναιρεσείοντος καταβλήθηκε στους αναιρεσίβλητους συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα, δηλαδή μεγαλύτερο απ' αυτό που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και οι αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν των αξιώσεών τους για διεκδίκηση της διαφοράς και β) κατά το χρόνο του εξώδικου συμβιβασμού (16/11/2004) υπήρχε σοβαρή αβεβαιότητα σχετικά με τις νομικές προϋποθέσεις των αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων, καθόσον οι παρόμοιες υποθέσεις άλλων πρώην συναδέλφων τους δεν είχαν επιλυθεί κατά τρόπο δεσμευτικό για όλους, αφού οι σχετικές αποφάσεις του ΑΕΔ (3, 4 και 5/2007) που έκριναν ανίσχυρη, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 δημοσιεύθηκαν το έτος 2007.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολ Δ. με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτό (του εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. )
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται , την 5536/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών .
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ