Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction grounds and labor law statute of limitations issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Multi-First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the court lacked jurisdiction and that the claim had expired due to statute of limitations, but the court found the jurisdictional objection unfounded. The court ruled that specific salary claims were within the five-year limitation period, while the general right to salary was subject to a twenty-year period starting from the claim's inception, thus rejecting the appellant's arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticle 560(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 249, 250, 251 of the Civil Code: Jurisdictional appeals must target the specific court's authority, and labor claims are governed by distinct limitation periods where general salary rights expire after twenty years while specific installment claims expire after five years.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 803 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ο κατ’ άρθρο 560 αρ.3 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος κατά αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου πρέπει να αναφέρεται στην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου. ΟΤΕ. Εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων κατά την ένταξη υπαλλήλων σε μισθολογικά κλιμάκια. Διάκριση ως προς το χρόνο παραγραφής αφ’ ενός του καθολικού δικαιώματος προς λήψη μισθού και αφ’ ετέρου των αξιώσεων για λήψη αποδοχών κατά τα επί μέρους χρονικά διαστήματα. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 803/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 14η Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" (ΟΤΕ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ευγενίας Σούμπαση, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοκάπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2005 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 497/2006 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6015/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αναιρεσείουσα ζητεί την αναίρεση της τελευταίας με την από 15-4-2009 αίτησή της, καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση με τις από 11-4-2011 προτάσεις της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 10-4-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο (...) 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα (...)", συνάγεται ότι κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, μπορεί παραδεκτώς να προβληθεί λόγος αναίρεσης για καθ' ύλην αναρμοδιότητα μόνο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όχι δε και του Ειρηνοδικείου.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 ΚΠολΔ, "Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται (...) 2) οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους". Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι τόσο το Ειρηνοδικείο, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, όσο και το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως κατ' έφεση, δεν ήσαν καθ' ύλην αρμόδια να κρίνουν την ένδικη αγωγή, που έχει ως αντικείμενο την καταβολή περιοδικών παροχών από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά μεν το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου είναι απαράδεκτος, διότι η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κατά δε το μέρος που αναφέρεται σε αναρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου είναι αβάσιμος, διότι για την εκδίκαση της εφέσεως της αναιρεσείουσας, που στρεφόταν κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο το Πολυμελές Πρωτοδικείο.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης, αν προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση επιβάλλεται από την καλή πίστη στη συγκεκριμένη περίπτωση και, συνεπώς, είναι εύλογη και κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη.
Η αρχή της ίσης μεταχείρισης, όμως, έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, οπότε η ανισότητα ελέγχεται με βάση το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ.1 εδ.β' αυτού. Εξ άλλου, με την από 14-3-1985 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ), που καταρτίστηκε μεταξύ της ΟΤΕ-ΑΕ, ως εργοδότη και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ως συνδικαλιστικού φορέα των εργαζομένων, όπως τροποποιήθηκε με την από 10-5-1985 ΕΣΣΕ (κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμούς 41/1985 και 66/1985, αντίστοιχα, και ισχύουν από 1-1-1985), θεσμοθετήθηκε και έχει εφαρμογή στο τακτικό προσωπικό της ΟΤΕ-ΑΕ το λεγόμενο "ενιαίο μισθολόγιο", σύμφωνα με το οποίο το υπηρετούν προσωπικό, ανεξάρτητα από το βαθμό που κατέχει, εντάσσεται και εξελίσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ).
Η ένταξη στα ΜΚ γίνεται με βάση τη στάθμη της εκπαίδευσης εκάστου υπαλλήλου και το συνολικό χρόνο της υπηρεσίας του στην ΟΤΕ-ΑΕ. Ανάλογα με τη στάθμη της εκπαίδευσης, το προσωπικό διακρίνεται σε μισθολογικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων η ΑΡ2 (ανώτερης διετούς εκπαίδευσης), η ΑΡ3 (ανώτερης τριετούς εκπαίδευσης) και η ΑΤ4 (ανώτατη τετραετούς εκπαίδευσης).
Με τον όρο 11 παρ.1 του μισθολογίου, ως μεταβατική ρύθμιση, ορίσθηκε ότι το δόκιμο και μόνιμο προσωπικό που υπηρετούσε την 1-1-1985 στους κλάδους Ι, II και III του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ-ΟΤΕ), ήτοι το Διοικητικό, Οικονομικό και Τεχνικό προσωπικό, εντάσσεται στο μισθολόγιο με βάση τους τίτλους σπουδών, ανεξάρτητα προς το αν οι τίτλοι αυτοί αναγνωρίζονται από το άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ ως τυπικά προσόντα.
Ακολούθως, υπογράφηκε η από 21-3-1989 ΕΣΣΕ (δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 13468/1989 Εργασίας), που τροποποίησε και συμπλήρωσε το ενιαίο μισθολόγιο του 1985 και προέβλεψε, μεταξύ άλλων, ότι το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ2 εξελίσσεται σε 15 ΜΚ με εισαγωγικό το 11ο και καταληκτικό το 25ο, το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ3 εξελίσσεται σε 15 ΜΚ με εισαγωγικό το 12ο και καταληκτικό το 26ο και το προσωπικό της κατηγορίας ΑΤ4 εξελίσσεται σε 16 ΜΚ με εισαγωγικό το 13ο και καταληκτικό το 28ο.
Η ως άνω, μεταβατική ρύθμιση δεν ίσχυε για το προσωπικό που υπηρετούσε ως έκτακτο την 1-1-1985, καθώς και για το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό που υπηρετούσε μεν την 1-1-1985, αλλά απέκτησε μετά την ημερομηνία αυτή τίτλους σπουδών που δεν προβλέπονται για την ειδικότητα του, αφού γι' αυτές τις κατηγορίες των υπαλλήλων ίσχυε η διάταξη του όρου 2 του μισθολογίου, σύμφωνα με την οποία οι τίτλοι σπουδών που λαμβάνονται υπ' όψη για τη διάκριση κάθε κατηγορίας είναι αυτοί που για κάθε κλάδο του προσωπικού προσδιορίζονται στο ΓΚΠ-ΟΤΕ.
Ειδικά, όμως, για το προσωπικό που είχε πτυχίο της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής του ΟΤΕ (ΑΤΣ-ΟΤΕ), αν και ο χρόνος απόκτησης του πτυχίου ήταν δεκαοκτώ (18) μήνες και, κατ' αρχήν, δικαιολογούσε κατάταξη στην κατηγορία ΑΡ2, ορίσθηκε με τον όρο 3 παρ.7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ ότι εξελίσσεται όπως το προσωπικό της κατηγορίας ΑΡ3.
Αργότερα, με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, αναμορφώθηκαν οι ως άνω κατηγορίες του προσωπικού και ορίσθηκε ότι, από 1-4-1999, το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης διετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ2 (τεχνολογικής διετούς εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ2), το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης τριετούς ή τετραετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΤΕ (τεχνολογικής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΡ3) και το προσωπικό με πτυχίο ανώτατης τετραετούς εκπαίδευσης εντάσσεται στη νέα κατηγορία ΠΕ4 (πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αντίστοιχη της παλιάς ΑΤ4).
Τέλος, με την από 25-6-2001 ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι στην κατηγορία ΤΕ εντάσσεται το προσωπικό με πτυχίο ανώτερης ή τεχνολογικής εκπαίδευσης τριετούς φοίτησης, καθώς και το προσωπικό με πτυχίο σχολών διετούς φοίτησης που προβλέπονται από το άρθρο 7 κεφ.Β1Ι του ΓΚΠ-ΟΤΕ, ήτοι πτυχίο ΤΕΙ τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων ή Λογιστικής ή Πληροφορικής ή Εμπορίας και Διαφήμισης ή άλλο ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση επί αποφάσεως Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), την 23-7-1973, προσλήφθηκε από την εναγομένη ΟΤΕ ΑΕ (ήδη αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως διοικητικός υπάλληλος και στη συνέχεια εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής, με τον εισαγωγικό βαθμό ΔΕΠ/6 του Διοικητικού Κλάδου.
Κατά την πρόσληψή του, πέραν του απολυτηρίου λυκείου, κατείχε πτυχίο Ραδιοτηλεγραφητή των αντίστοιχων Σχολών του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, οι οποίες σε μεταγενέστερο χρόνο εξελίχθηκαν σε Ανώτερες Δημόσιες Σχολές Εμπορικού Ναυτικού Ραδιοτηλεγραφητών τριετούς φοίτησης (π.δ. 538/84/21-11-1984), ανήκουσες στη βαθμίδα της Ανώτερης Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, δηλαδή ήταν κάτοχος τίτλου ισότιμου, σύμφωνα και με σχετική γνωμοδότηση του [καταργημένου πλέον με το ν. 3328/2005] Συμβουλίου Ισοτιμιών του Υπουργείου Παιδείας, με τα πτυχία των άλλοτε Κέντρων Ανώτερης Τεχνολογικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΚΑΤΕΕ), μετέπειτα KATE και ήδη ΤΕΙ.
Στο πλαίσιο της σύμβασης εργασίας, ο ενάγων πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι και την 29-12-2000, οπότε απολύθηκε λόγω συνταξιοδότησης. Περαιτέρω, η εναγομένη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και τις 2024/1987 και 2143/1989 αποφάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, (α) τους υπηρετούντες την 1-1-1985 πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών, μόνιμους και έκτακτους, καθώς και όσους υπηρετούσαν την 1-1-1985, αλλά κατέστησαν πτυχιούχοι των εν λόγω Ακαδημιών μετά την ημερομηνία αυτή, όπως τους Γ.
Ψ., Σ. Κ. και Ε. Α., αν και τα πτυχία τους είχαν αποκτηθεί μετά από σπουδές δύο ετών, τους ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΤ4 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΠΕ4 και (β) τους κατά την 1-1-1985 υπηρετούντες πτυχιούχους της Ανώτερης Τηλεπικοινωνιακής Σχολής (ΑΤΣ-ΟΤΕ), όπως τους Ν. Μ. και Α. Α., αν και τα πτυχία τους είχαν αποκτηθεί μετά από σπουδές δέκα οκτώ μηνών, τους ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ.
Με τον τρόπο αυτό, κατά την ένταξη των αποφοίτων των Παιδαγωγικών Ακαδημιών διετούς φοίτησης, η εναγομένη προέβη σε οικειοθελή παροχή δυνάμει της 2143/1989 αποφάσεως του διοικητικού της συμβουλίου, με την οποία επέκτεινε και σ' αυτούς την ισχύ της ευνοϊκής, μεταβατικής διάταξης του όρου 11 του μισθολογίου, λαμβάνοντας υπ' όψη ότι οι εν λόγω Ακαδημίες είχαν μετατραπεί, στο μεταξύ, σε Ανώτατες Σχολές τετραετούς φοίτησης.
Και κατά την ένταξη των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ δεκαοκτάμηνης φοίτησης, η εναγομένη ενήργησε προς εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, εν όψει της ρητής διάταξης του όρου 3 παρ.7 της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη των αποφοίτων της σχολής αυτής ήταν ανάλογη εκείνης του προσωπικού με πτυχίο ανώτερης σχολής τριετούς φοίτησης (αρχικά ΑΡ3 και μετέπειτα ΤΕ).
Τον ενάγοντα, όμως, που επίσης υπηρετούσε κατά την 1-1-1985, τον ενέταξε από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ2 (ανωτέρα εκπαίδευση διετούς φοίτησης) και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ2 (τεχνολογικής εκπαίδευσης διετούς φοίτησης), οπότε αυτός εξελίχθηκε στα μισθολογικά κλιμάκια της εν λόγω κατηγορίας με τις αντίστοιχες αποδοχές.
Για την κατάταξη του ενάγοντος, η εναγομένη δεν έλαβε υπ' όψη το γεγονός ότι και αυτός διέθετε τίτλο σπουδών ισότιμο με πτυχίο Ανώτερης Σχολής Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, η οποία είχε καταστεί στο μεταξύ τριετούς φοίτησης. Έτσι, δεν αναγνώρισε στον ενάγοντα το σύνολο των ετών φοίτησης, τα οποία δικαιολογούσε το πτυχίο που κατείχε και τον εξαίρεσε [τηρουμένων των αναλογιών] από την παροχή που χορήγησε εκουσίως προς τους πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών με διετείς σπουδές, παρά το γεγονός ότι αυτός καταλαμβανόταν από τη ρύθμιση της μεταβατικής διάταξης του όρου 11 παρ.12 του μισθολογίου, δεδομένου ότι κατά την 1-1-1985 διέθετε ήδη την ιδιότητα του μόνιμου υπάλληλου, ανήκε στον ίδιο κλάδο και εκτελούσε την ίδια εργασία με τα ανωτέρω πρόσωπα, κάτω από όμοιες συνθήκες, χωρίς η εν λόγω εξαίρεση να δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και να είναι εύλογη και κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη.
Και όσον αφορά στην κατάταξη του ενάγοντος σε κατηγορία κατώτερη εκείνης των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ, δεκαοκτάμηνης φοίτησης, η προβλεπόμενη για τους τελευταίους στον όρο 3 παρ.7 του ενιαίου μισθολογίου μισθολογική κατάταξη σε κατηγορία ανώτερη από εκείνη που αντιστοιχούσε στη στάθμη εκπαίδευσης και στα έτη σπουδών τους και, επομένως, η προνομιακή μεταχείριση που τους επιφύλασσε η από 14-3-1985 ΕΣΣΕ με τον εν λόγω όρο της, έστω και αν το πτυχίο τους ήταν από εκείνα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, δεν δικαιολογείται ούτε από τα οριζόμενα στις πάγιες διατάξεις της ίδιας ΕΣΣΕ, με την οποία καθιερώθηκε η μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων βάσει της στάθμης της εκπαίδευσής τους, ούτε από τα προβλεπόμενα στη μεταβατική διάταξη του όρου 11 παρ.12 αυτού, κατά την οποία η ένταξη στο μισθολόγιο γίνεται βάσει των τυπικών προσόντων του τακτικού προσωπικού που υπηρετούσε την 1-1-1985, ανεξαρτήτως του εάν ο τίτλος σπουδών τους αναγνωρίζεται ή όχι από το άρθρο 7 του ΓΚΠ-ΟΤΕ.
Εξ άλλου, εν όψει της εφαρμογής της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, το μισθολόγιο αποσυνδέθηκε από το βαθμολόγιο και, ως εκ τούτου, το γεγονός ότι οι πτυχιούχοι της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και της ΑΤΣ-ΟΤΕ κατά τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ-ΟΤΕ μπορούσαν να εξελιχθούν ως το βαθμό του Υποδιευθυντή, ενώ οι κάτοχοι πτυχίων Ραδιοτηλεγραφητή ως το βαθμό του Τομεάρχη, δεν συνιστά, κατ' αντικειμενική κρίση, ειδικό και σοβαρό λόγο για την εν λόγω διαφοροποίηση ως προς τη μισθολογική κατάταξη των συγκεκριμένων υπαλλήλων, που παρείχαν ακριβώς τις ίδιες υπηρεσίες και υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ενάγοντα.
Επομένως, η μη κατ' ουσίαν εφαρμογή του όρου 11 παρ.12 του ενιαίου μισθολογίου στην περίπτωση του ενάγοντος με τη μη λήψη υπ' όψη του ότι αυτός θεωρείτο πλέον απόφοιτος ανώτερης σχολής τριετούς φοίτησης και η ευνοϊκότερη μεταχείριση ως προς τη μισθολογική κατάταξη τόσο των αποφοίτων Παιδαγωγικών Ακαδημιών, όσο και των αποφοίτων της ΑΤΣ-ΟΤΕ, χωρίς να συντρέχει ειδικός και σοβαρός κατ' αντικειμενική κρίση λόγος γενικότερου κοινωνικού ενδιαφέροντος που να τη δικαιολογεί, συνιστούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, όσον αφορά την οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς τους πτυχιούχους των Παιδαγωγικών Ακαδημιών (άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος και 119 της ΣυνθΕΟΚ) και παραβίαση της αρχής της ισότητας, όσον αφορά την εις εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης παροχή προς τους αποφοίτους της ΑΤΣ-ΟΤΕ (άρθρα 4 παρ.1 σε συνδυασμό με 22 παρ.1 εδ.β' του Συντάγματος), δεδομένου ότι η εν λόγω δυσμενής για τον ενάγοντα διαφοροποίηση, ο οποίος παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες και υπό όμοιες συνθήκες με τους προαναφερόμενους, δεν κρίνεται εύλογη και δίκαιη.
Με βάση τις ως άνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να έχει ενταχθεί από 1-1-1999 στην κατηγορία ΑΡ3 και από 1-4-1999 στην κατηγορία ΤΕ και να έχει λάβει τις μισθολογικές διαφορές που ζητούσε με την αγωγή. Κατόπιν αυτού, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 259/2006 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία η αγωγή είχε γίνει δεκτή.
Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των νόμων και των ειδικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας και, επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 254 ΑΚ, η παραγραφή του καθολικού δικαιώματος από το οποίο πηγάζουν περιοδικές παροχής που δεν εξαρτώνται από κεφάλαιο, όπως είναι οι αποδοχές ή διαφορές αποδοχών από εργασιακή σχέση, αρχίζει αφ' ότου καταστεί απαιτητή η πρώτη καθυστερούμενη περιοδική δόση. Ο χρόνος, όμως, της παραγραφής του καθολικού δικαιώματος για τη λήψη του μισθού ή για την ορθή ένταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο από την οποία εξαρτάται το ύψος του μισθού, υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή που αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΚ 249, 251), ενώ οι αξιώσεις για τις αποδοχές ή τις διαφορές αποδοχών των επί μέρους χρονικών διαστημάτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή που αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η κατά τα ανωτέρω έναρξή της (ΑΚ 250 αρ.6 ή 17, 253, ΟλΑΠ 4/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης τον ισχυρισμό ότι το καθολικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθ' όσον από την 1-1-1985, δηλαδή από τότε που ίσχυσε η ΕΣΣΕ με βάση την οποία αυτός, ως ενάγων, αξιώνει μισθολογικές διαφορές, έως την άσκηση της αγωγής (21-10-2005), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, άλλως οι ένδικες αξιώσεις, ως στηριζόμενες σε αδικοπραξία, έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατ' άρθρο 937 ΑΚ, καθόσον από 1-1-1985 μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας.
Η ένσταση, όμως, αυτή, κατά το πρώτο μέρος, είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι αφ' ενός οι αιτούμενες διαφορές των αποδοχών του αναιρεσίβλητου αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 29-12-2000 και, συνεπώς, από το τέλος του έτους 2000 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής (21-10-2005), δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή του άρθρου 250 αρ.17 ΑΚ και αφ' ετέρου από τους χρόνους που δόθηκαν οι παροχές προς τους εργαζόμενους, με τους οποίους ζήτησε να εξομοιωθεί ο αναιρεσίβλητος μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν είχε συμπληρωθεί η εικοσαετής παραγραφή, στην οποία υπόκειται το αντίστοιχο καθολικό δικαίωμα του αναιρεσίβλητου.
Η ίδια ένσταση, κατά το δεύτερο μέρος, είναι απορριπτέα ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον οι ένδικες αξιώσεις θεμελιώνονται στη μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας, με αφετηρία της παραγραφής τους το τέλος του έτους 2000 και όχι στην αδικοπραξία.
Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε αβάσιμο το λόγο της έφεσης, με τον οποίο είχε επαναφερθεί η ένσταση παραγραφής που η αναιρεσείουσα είχε προβάλει ενώπιον του Ειρηνοδικείου. Με την κρίση αυτή, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις περί παραγραφής και, επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-4-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 6015/ 2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 9η Μαΐου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 23η Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ