Legislator Case Law & Legislation
803/2010 AI generated

Supreme Court dismisses vague appeal grounds for lack of specificity and remands partially allowed claims.

Case Number 803/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed several appeal arguments as inadmissible due to their lack of specificity regarding the lower court's alleged errors. The appellant failed to clearly state the exact factual grounds or legal defects in the first instance judgment for the rejected claims. Consequently, the court remanded the case for further examination of the specific, valid grounds while rejecting the rest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 562(2) of the Code of Civil Procedure; Appeal grounds must be specific and clearly reference the factual basis and legal error, otherwise they are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds lack of specificity remand for retrial Code of Civil Procedure legal error specification

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 791/1978
Article 25 of Law 27/1975
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 118(4) of the Code of Civil Procedure
Article 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 43/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 803 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 803/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπα-νικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ναυτικής εταιρίας του Ν. 959/1979 με την επωνυμία "ΘΑΛΑΣΣΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Ναυτική Εταιρία" η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ρούτση.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αποστολίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κοινοποιούμενη προς τον κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Μαρτίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4397/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1000/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Ιουνίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 22 Ιανουαρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τρίτου λόγου της αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Με το άρθρο 1 του ν. 791/1978 ορίστηκε, κατ' απόκλιση του άρθρου 10 του ΑΚ, ότι οι ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες εταιρίες υπό ελληνική σημαία πλοίων ή είναι εγκατεστημένες ή θα εγκατασταθούν στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 27/1975 ή των ΑΝ 89/1967 και 378/1968, διέπονται ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους.

Η άδεια δε εγκαταστάσεως των εταιρειών αυτών στην Ελλάδα χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία δημοσιεύεται, κατά το άρθρο 25 του πιο πάνω νόμου, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 28 ν. 814/1987, 7 παρ. 5 ν. 1892/1990 και 4 ν.2234/1994, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, από της δημοσιεύσεως της οποίας και μόνο επέρχονται οι έννομες συνέπειές της.

Επομένως, οι αλλοδαπές ναυτιλιακές εταιρίες που έχουν την πραγματική τους έδρα στην Ελλάδα, αλλά δεν έχουν εγκατασταθεί σ' αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω νόμων, ούτε ήταν ποτέ πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων με ελληνική σημαία δεν εμπίπτουν στην παραπάνω ρύθμιση και, επειδή δεν συστάθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, είναι άκυρες ως εταιρίες του αντίστοιχου εταιρικού τύπου και λειτουργούν στην Ελλάδα ως ομόρρυθμες εταιρίες "εν τοις πράγμασι", με απεριόριστη ευθύνη των εμφανιζομένων ως εταίρων τους (Ολ.

ΑΠ 2/2003, 2/1999, 461/1978, Α.Π. 812/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι η διαχειρίστρια εταιρεία του υπό σημαία Αγ. Βικέντιου πλοίου "Μ... Κ...", ολικής χωρητικότητας 6906 κόρων, το οποίο προκάλεσε την θαλάσσια ρύπανση της 25.3.1997, για τις εργασίες απορρυπάνσεως της οποίας η αναιρεσείουσα ζήτησε την καταβολή του ποσού των 13.495.846 δρχ, θεωρείται ότι έχει εγκατασταθεί νομίμως στην ημεδαπή, διότι κατά τον χρόνο της ρυπάνσεως είχε εκδοθεί η κοινή εγκριτική απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας και επομένως η εταιρεία αυτή "θεωρείται υπαγομένη στο πεδίο εφαρμογής του ν.791/1978 και διέπεται από το δίκαιο της καταστατικής έδρας της ως προς τα θέματα σύστασης και ικανότητας δικαίου".

Επί τη βάσει δε αυτών των παραδοχών απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος που με αυτήν η αναιρεσείουσα ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 13.495.846 δρχ, ως ευθυνόμενος απεριορίστως μετά της "εν τοις πράγμασι" λειτουργούσας στην Ελλάδα ομόρρυθμης εταιρείας. Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, στηριζόμενο σε ερμηνευτική εκδοχή αντίθετη ως προς τον χρόνο υπαγωγής της διαχειρίστριας εταιρείας στο πεδίο, εφαρμογής του ν. 791/1978 που ανάγεται, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, στον χρόνο εκδόσεως, και όχι της δημοσιεύσεως, της εγκριτικής υπουργικής αποφάσεως, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 791/1978, 25 του ν. 27/1975, ΑΝ 89/1967, 378/1968, 28 ν. 814/1987, 7 παρ. 5 ν. 1892/1990 και 4 ν. 2234/1994, και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, οι σχετικοί τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι.

II). Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.

Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο, δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο λόγους της αίτησης προβάλλεται αιτίαση και από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση του περί απόρριψης της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη την επί των διατάξεων το ν.314/1975, που επεκύρωσε την υπογραφείσα στις Βρυξέλλες την 29.11.1969 Διεθνή Σύμβαση "περί αστικής ευθύνης συνεπεία ζημιών εκ ρυπάνσεως υπό πετρελαίου", ως και των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1α και 11 παρ.3 του ν. 743/1997, όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ/μα 55/1998, ερειδομένη βάση της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:

α) το από ... προσωρινό πιστοποιητικό κυριότητας του ως άνω πλοίου, ως και το από ... πιστοποιητικό πωλήσεως του ιδίου πλοίου, από τα οποία, κατά τους, ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος - εναγόμενος είναι μόνος εκπρόσωπος της πλοιοκτήτριας λιβεριανής εταιρείας "GLENCOE MARITIME S.A", η νομική μορφή της οποίας, κατά της παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προσομοιάζει προς την ανώνυμη εταιρεία του Ελληνικού Δικαίου, και εντεύθεν ευθύνεται, ως μόνος διευθυντής αυτής και μέλος του μονοπρόσωπου Δ.Σ.

αυτής αντικειμενικά και εις ολόκληρον με τον υπαίτιο των ρυπάνσεων της 25.3.1997 και 10.11.1997, και β) το από 17.2.1997 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της αυτής τυπικής διαχειρίστριας, το οποίο υπογράφει ο αναιρεσίβλητος ως μόνο μέλος του διοικητικού συμβουλίου αυτής. Το Εφετείο αναφέρει στην απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του "ουσία" αβασίμου της αγωγής, ότι "με την εκκαλουμένη απόφαση η αγωγή κρίθηκε ως ορισμένη και νόμιμη, κατά τις ως διατάξεις, ως προς τον αυτοτελή λόγο ευθύνης, σύμφωνα με τον οποίο η πλοιοκτήτρια λιβεριανή εταιρεία νομικής μορφής S.A προσομοιάζει προς την ανώνυμη εταιρεία του ελληνικού δικαίου και κατά συνέπεια ο εναγόμενος ως μόνος διευθυντής αυτής και μέλος του μονοπρόσωπου Δ.Σ, αυτής ευθύνεται αντικειμενικά και εις ολόκληρον με τον υπαίτιο του ρυπογόνου συμβάντος, πλην, όμως, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος ήταν πρόεδρος του Δ.Σ αυτής ή Διευθύνων Σύμβουλος, ώστε να θεμελιωθεί αντικειμενική ευθύνη για την ζημία......, αφού ούτε ο μάρτυρας της ενάγουσας κατέθεσε, όπως αναφέρεται περαιτέρω στην απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στην οποία παραπέμπει κατά λέξη το Εφετείο, σχετικά με τούτο, αλλά ούτε και προσκομίζεται κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ως το καταστατικό της εταιρείας αυτής ή πρακτικά του Δ.Σ., ώστε να προκύπτει η ιδιότητα αυτή του εναγομένου........

Ακόμη δεν προέκυψε ότι αυτός ήταν το μοναδικό μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας, ώστε να συνάγεται η συγκέντρωση στο πρόσωπό του των ως άνω ιδιοτήτων. Από την ως άνω αιτιολογία της εκκαλουμένης για την απόρριψη της βάσης αυτής της αγωγής συνάγεται με σαφήνεια και αβίαστα, συνεχίζει το Εφετείο, ότι η εκκαλουμένη απόφαση στηρίχθηκε σε όλα τα προσκομισθέντα στοιχεία.....".

Όμως, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασεώς του και το σύνολο των ως άνω αιτιολογιών αυτής, όπου μάλιστα δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα ενώπιον του Εφετείου προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ούτε το Εφετείο παραθέτει στην αναιρεσιβαλλομένη δικό του αποδεικτικό πόρισμα κατά τρόπο σαφή, αλλά παραπέμπει στις παραδοχές του Πρωτοδικείου, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα έγγραφα που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως που ερευνώνται.

Και αυτό διότι, ενώ η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από τις 17.4.2006 προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλέστηκε και φέρεται ότι προσκόμισε τα αμέσως πιο πάνω έγγραφα, ισχυριζόμενη ότι από αυτά, με βάση το περιεχόμενό τους, που αναφέρεται στους λόγους αναιρέσεως, αποδεικνύεται το κατ' ουσίαν βάσιμο των ως άνω αγωγικών ισχυρισμών αυτής, εν τούτοις το Εφετείο δεν κάνει καμία συγκεκριμένη αναφορά στα έγγραφα αυτά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εν όψει βεβαίως και της αντίθετης ουσιαστικής κρίσεως στην οποία κατέληξε.

Συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως παραδεκτοί και βάσιμοι, οι δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος και δέκατος όγδοος λόγοι της αίτησης, κατά το μέρος, με το οποίο αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια.

ΙΙΙ) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε εσφαλμένως την αγωγή ως αόριστη, ως προς την αυτοτελή βάση αυτής περί ευθύνης του εναγομένου ως εφοπλιστού ή πλοιοκτήτου του προκαλέσαντος την θαλάσσια ρύπανση πλοίου, θεωρήσαν ότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγ-ματικά περιστατικά δεν ήταν επαρκή, είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της απορρίψεως της ως άνω αυτοτελούς βάσεώς της αγωγή για τον αναφερόμενο στο δικόγραφο της αναιρέσεως λόγο της μη επικλήσεως εκ μέρους της ενάγουσας του γεγονότος ότι οδηγήθηκε στην ένδικη συναλλαγή εξαιτίας της φαινομένης κατάστασης, στην οποία (συναλλαγή) δεν θα προέβαινε εάν γνώριζε την πραγματικότητα, ενώ, και όπως τούτο προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, η αγωγή κρίθηκε ως προς την εν λόγω αυτοτελή βάση της, ως απορριπτέα, για τον λόγο ότι η επικαλουμένη στην αγωγή επιχειρηματική δραστηριότητα του εναγομένου δεν ήταν ικανή κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, να προσδώσει σ' αυτόν την ιδιότητα και τις συνέπειες του εφοπλιστή.

IV). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ Α.Π. 2/1989).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 11/1996, 12/1991). Κατά συνέπεια οι δεύτερος, έβδομος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τέταρτος, δέκατος πέμπτος, δέκατος έκτος, δέκατος έβδομος και δέκατος όγδοος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται με αυτούς στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ.

β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους λόγους της εφέσεως, ως και τους εν γένει αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, περί ατομικής ευθύνης του εναγομένου για την πρόκληση της αναφερομένης στην αγωγή θαλάσσιας ρυπάνσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε εκ του πράγματος με το να απορρίψει την αγωγή.

Εξάλλου απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δέκατος ένατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 9 του άρθρου 550 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστη την περί επιδείξεως εγγράφων αίτηση της αναιρεσείουσας, καθ' όσον το Εφετείο αποφάνθηκε επί της αιτήσεως αυτής και την απέρριψε.

V). Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτή απορρίφθηκε, όπως και πρωτοδίκως, η αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά ένα μέρος το μεν ως μη νόμιμη, το δε ως αόριστη και συνεπώς το Εφετείο που δίκασε δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας, κατά το μέρος αυτό οπότε βεβαίως και δεν ερεύνησε το περιεχόμενο των αναφερομένων στην αναίρεση τιμολογίων. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ ενδέκατος και δωδέκατος, λόγοι αναιρέσεως, κατά τους οποίους το Εφετείο που δίκασε, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσαχθέντα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, το οποία ο αναιρεσείων προσκόμισε προς απόδειξη των απορριφθεισών για τυπικούς λόγους βάσεων της αγωγής, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Απορριπτέος περαιτέρω, ως απαράδεκτος, είναι και οι ένατος και εικοστός πρώτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττονται οι διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως που απορρίπτουν ως μη νόμιμη τόσο την στηριζομένη στο άρθρο 25 παρ. 9 του ν. 791/1978, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, βάση της αγωγής, όσο και αυτή που στηρίζεται στα άρθρα 105 - 106 του ΚΙΝΔ, καθ' όσον ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εκτίμησε τις αποδείξεις και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

VI). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ. ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια οι εικοστός πέμπτος, εικοστός έκτος, εικοστός έβδομος, εικοστός όγδοος και εικοστός ένατος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένως τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή, είναι αόριστοι, και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι οι ως άνω πλημμέλειες, προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τέτοιος ισχυρισμός, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

VII) Οι έκτος, όγδοος, δέκατος τρίτος, εικοστός, εικοστός δεύτερος, εικοστός τρίτος, εικοστός τέταρτος, τριακοστός, τριακοστός πρώτος και τριακοστός δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι, ως αόριστοι, καθ' όσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται με σαφήνεια και πληρότητα για κάθε ένα των αυτοτελών αυτών λόγων αναιρέσεως, όπως τούτο απαιτείται από τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δ., τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε το δικαστήριο και εν όψει των οποίων εξέφρασε την κρίση για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής, αλλά περιορίζεται σε αποσπασματική αναφορά αυτών, επί πλέον δε δεν αναφέρεται με σαφήνεια το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας υπαγωγικό σφάλμα.

Τέλος ο τριακοστός τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το δικαστήριο εφήρμοσε εσφαλμένως τη διάταξη του νόμου 314/1976 ως προς την έννοια του όρου πλοίου, είναι απορριπτέος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή των τρίτου, τετάρτου, πέμπτου, δεκάτου πέμπτου, δεκάτου έκτου, δεκάτου εβδόμου και δεκάτου ογδόου λόγων αναιρέσεως, κατά τις αναιρούμενες κατά τα ανωτέρω διατάξεις αυτής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πειραιώς που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα στο σκεπτικό αναφερόμενα, την ως άνω 1000/2006 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ