Supreme Court dismisses appeal against eviction compensation ruling due to lack of standing and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the Bar Association's appeal against the Court of Appeals' decision to dismiss an eviction compensation claim. The Bar argued that the law required it to be reimbursed for legal fees, but the Court found the Bar lacked standing because the compensation was determined before the new regulations took effect. Furthermore, the Court ruled that the Bar was not a proper party to claim the compensation, which belongs to the evicted owner, and the appeal grounds were procedurally inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) C.P.C.; Art. 18(4) Law 2882/2001; Art. 9 Law 1093/1980: An appeal is inadmissible if the appellant lacks standing to claim compensation determined prior to the enactment of new regulations, and procedural grounds for appeal are invalid when the lower court correctly applied substantive law regarding the proper claimant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 803 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 803/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δικηγορικού Συλλόγου Θεσπρωτίας, που εδρεύει στην Ηγουμενίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιντόρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/9/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2006 μη οριστική του Εφετείου Κέρκυρας που παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 230/2007 Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/10/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 20/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 παράγραφος 4 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974, στοιχούμενη προς τη διάταξη 17 παρ. 2 του Συντάγματος, που επιτάσσει την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως σε όποιον στερείται της ιδιοκτησίας του για δημόσια ωφέλεια, καθώς και της δικαστικής δαπάνης που βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, που καθορίζει την αποζημίωση (όμοια ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 9 παράγραφος 5 του νόμου 1093/1980), προκύπτει ότι το δικαστήριο με την απόφαση καθορισμού της τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, πέραν του καθορισμού της αποζημίωσης, επιβάλλει σε βάρος του υπόχρεου τη δικαστική δαπάνη, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 189 ΚΠολΔ, περιλαμβάνει και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, η οποία δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από το όριο που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 100 επ.
του ν.δ. 3026/1954, δηλαδή κάτω από το 3% του αντικειμένου της δίκης, ούτε μπορεί να συμψηφιστεί κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του ν.δ. 3693/1957, στην περίπτωση κατά την οποία υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το δημόσιο ή ΝΠΔΔ (ΟλΑΠ 9/1996). Προκύπτει επίσης ότι διάταξη νόμου με την οποία επιρρίπτεται η αμοιβή του δικηγόρου, όχι σε βάρος του υπόχρεου αλλά σε βάρος του δικαιούχου της αποζημιώσεως, είναι αντίθετη προς την πιο πάνω συνταγματική επιταγή.
Επομένως, είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα και εντεύθεν ανεφάρμοστη, η νεότερη διάταξη των παραγράφων 1, 1α, και 6 του άρθρου 9 του νόμου 1093/1980, όπως η δεύτερη προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του νόμου 1868/1989, με την οποία ορίστηκε, ότι οι αμοιβές των δικηγόρων των διαδίκων, που αξιώνουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, εμπίπτουν στους διανεμητικούς λογαριασμούς που συστήθηκαν στους κατά τόπους δικηγορικούς συλλόγους με το άρθρο 161 παρ. 7 του Κώδικα Δικηγόρων, που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 2 του νόμου 723/1977 (εδ. 1), και το δικαστήριο, με την ίδια απόφαση με την οποία ορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζει και την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, όχι βάσει της κατά τα άρθρα 100 επ.
του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενης νόμιμης αμοιβής, αλλά με βάση το ποσοστό που καθορίζεται για κάθε δικηγορικό σύλλογο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ύστερα από σύμφωνη γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του οικείου δικηγορικού συλλόγου (εδάφ. β) και ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφείλουν να παρακρατούν από το ποσό της αποζημίωσης, το ποσό της αμοιβής που προκύπτει με βάση το ως άνω ποσοστό, ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, και να το αποδίδουν στο δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει ο δικαιούχος δικηγόρος (εδ.
γ), διότι με τον τρόπο αυτό φαλκιδεύεται και παύει να είναι πλήρης, κατά την έννοια του Συντάγματος, η οφειλόμενη αποζημίωση, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση επιβαρύνεται με τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής, που αναγκαίως θα πληρώσει στον δικηγόρο του και εκείνης που προκύπτει βάσει του κανονιστικώς προβλεπόμενου ποσοστού, η οποία και παρακρατείται (ΟλΑΠ 13, 17, 18 και 19/2000).
Τέλος, κατά το άρθρο 18 παράγραφος 4 του Ν 2882/2001 ΚΑΑΑ η ισχύς του οποίου άρχισε από 7-5-2001 (άρθρο δεύτερο), "η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.& Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά. Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του ν 3693/1957". Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων Δικηγορικός Σύλλογος Θεσπρωτίας, στην από 13-9-2004 αγωγή του ιστορούσε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ 1119727/8468/0010/1997 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την "κυκλοφοριακή σύνδεση λιμένα Ηγουμενίτσας" συνολικής έκτασης 106.570 τ.μ., ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση απεικονίζεται στα κτηματολογικά διαγράμματα και τον κτηματολογικό πίνακα που αναφέρει και ότι η επιτροπή του άρθρου 20 του ν. 2040/92 καθόρισε τις τιμές των απαλλοτριουμένων ακινήτων στο ύψος που εκθέτει για κάθε επιμέρους ακίνητο ή ομάδα αυτών.
Ακολούθως, ιστορεί ότι με την 273/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας για κάθε ιδιοκτησία και στη συνέχεια με την 199/1999 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας η οριστική τιμή μονάδας, η οποία και εκτίθεται στο δικόγραφο και ότι με την ίδια απόφαση το ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Κερκύρας) καταδίκασε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα των ανταιτούντων και των κυρίως παρεμβαινόντων και προσδιόρισε την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους σε ποσοστό 5% επί της τιμής, που έχει καθορίσει η επιτροπή του άρθρου 15 του νδ 797/71 και το πέραν τούτου ποσό σε ποσοστό 4%, η οποία αμοιβή δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 80.000 δραχμών στη συνέχεια και αφού εκθέτει ότι.
ακολούθησε η διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, συνάμα καθορίζει από ποιούς δικηγόρους, μέλη του, εκπροσωπήθηκαν στην όλη διαδικασία οι δικαιούχοι κάθε ιδιοκτησίας, που απαλλοτριώθηκε, υπολογίζει την αμοιβή καθενός από αυτούς με τον ανωτέρω τρόπο και ισχυρίζεται ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει σ' αυτόν το συνολικό ποσό του 1.292.545 ευρώ, το οποίο δεν κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Με βάση το εν λόγω ιστορικό ο ενάγων ζητεί την επιδίκαση του ποσού αυτού με τους νόμιμους τόκους, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, οι αμοιβές αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 31 του Ν 3130/2003, έπρεπε να κατατεθεί στο Τ.Π.&Δ, προκειμένου να διανεμηθεί στα μέλη του και έτσι είναι άμεσος δικαιούχος αυτών, και επικουρικά, σύμφωνα με την υπ' αριθμ 100320/11-11-1992 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'τ.663).
Περαιτέρω, επικουρικά ζητεί σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει πως από τις ανωτέρω αποφάσεις δεν προσδιορίζεται σαφώς ο υπόχρεος καταβολής της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, η αμοιβή να προσδιοριστεί από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό 531.559 ευρώ με τους νόμιμους τόκους.
Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας και μετά την άσκηση έφεσης από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η αγωγή αυτή με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα είναι απαράδεκτη ως προς όλες τις βάσεις της και πρέπει ν' απορριφθεί για έλλειψη ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης.
Και τούτο γιατί με βάση τις υφιστάμενες διατάξεις, ο ενάγων δεν είναι δικαιούχος της σχετικής αξίωσης (δικηγορικής αμοιβής) και αντίστοιχα το εναγόμενο υπόχρεο στην εκπλήρωση αυτής. Ειδικότερα, ενόψει της προαναφερόμενης στη νομική σκέψη συνταγματικής επιταγής ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, ότι το ποσό πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο, ότι μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα (στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή των δικηγόρων), αφού ο καθού η απαλλοτρίωση υποβάλλεται αναγκαία σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει και ότι αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης προσαυξάνοντας το ποσό της και βαρύνοντας σχετικά τον υπόχρεο στην καταβολή της.
Συνεπώς, τα δικαστικά έξοδα επιδικάζονται, σύμφωνα με την ίδια νομική σκέψη, σε βάρος του υπόχρεου και περιέρχονται στον δικαιούχο της αποζημίωσης, κατά του οποίου, κατ' ακολουθίαν, θα ασκηθεί η σχετική αξίωση για καταβολή της δικηγορικής αμοιβής από την πιο πάνω αιτία. Πρέπει να σημειωθεί ότι αβασίμως ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος ότι η ενεργητική του νομιμοποίηση στηρίζεται ευθέως στη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ α', όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 31 περ ε' Ν 3130/2003 (ΦΕΚ Α' 76/28-3-2003), άλλως στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1, 1α, και 6 Ν 1093/1980.
Τούτο δε διότι η πρώτη διάταξη ισχύει μετά την κατά τα άνω θέση σε ισχύ του Ν 3130/2003 με τον οποίο, όπως λέχθηκε, το πρώτον προστέθηκε και συνεπώς δεν καταλαμβάνει την παρούσα περίπτωση, που η απαλλοτρίωση συντελέσθηκε το έτος 1999 και έκτοτε κρίθηκε τελεσιδίκως το ύψος δικηγορικής αμοιβής και το πρόσωπο του δικαιούχου αυτής, είναι δε αδιάφορο αν η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε μετά την ισχύ του άρθρου 18 παρ. 1 ΚΑΑΑ (Ν 2882/2001), όπως κατά τα άνω συμπληρώθηκε και καθιερώνει πλέον την κατάθεση της δικαστικής δαπάνης μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, όπως καθορίσθηκαν με την οικεία απόφαση, από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, αφού όταν κατατέθηκε η αποζημίωση από το Δημόσιο τέτοια υποχρέωση τούτου δεν υπήρχε, σε τρόπον ώστε σε περίπτωση μη εκπληρώσεώς της να γεννηθεί αντίστοιχη αξίωση υπέρ του εφεσιβλήτου Δικηγορικού Συλλόγου.
Βέβαια κατά τον χρόνο καθορισμού της αποζημιώσεως και παρακαταθέσεως αυτής ίσχυε η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1, 1α, και 6 Ν. 1093/1980 η τελευταία των οποίων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 περ β' Ν 1868/1989, καθιέρωνε υποχρέωση του υποχρέου προς αποζημίωση να παρακρατεί την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση που καθορίζεται κατά την παρ. 1α του ίδιου άρθρου και να την αποδίδει αυτός ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο οποίο τυχόν κατατέθηκε η αποζημίωση μετά της αμοιβής στον Δικηγορικό Σύλλογο που ανήκει ο δικαιούχος δικηγόρος.
Οι διατάξεις όμως αυτές, κατ' επίκληση των οποίων, επικουρικώς, στηρίζει την ενεργητική του νομιμοποίηση, έχουν κριθεί αντισυνταγματικές και ανεφάρμοστες με τις 13, 17, 18 και 19/2000 αποφάσεις ΟλΑΠ (βλ και ΑΠ 1051/2005), οπότε αβασίμως τις επικαλείται ο εφεσίβλητος, όπως αβασίμως επικαλείται και την 100320/1992 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση αυτών".
Μετά από αυτά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε κριθεί νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή και απέρριψε την αγωγή. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και ειδικότερα ότι παραβίασε α) τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001 ΚΑΑΑ και β) τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις με το άρθρο 22 παρ. 10 του Ν 1868/1989. 'Ομως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι, καθόσον αφορά την πρώτη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001 ΚΑΑΑ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση από το άρθρο 31 του ν 3130/2003, με το οποίο έγιναν προσθήκες και στο άρθρο 7 του ΚΑΑΑ και σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις για να συντελεστεί η απαλλοτρίωση ο υπόχρεος προς αποζημίωση καταθέτει την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη στο Τ.Π.& Δ.
υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, νομιμοποιώντας έτσι αυτόν να αξιώσει αυτήν, δεν καταλαμβάνει τη συγκεκριμένη υπόθεση, επειδή ο δικαστικός καθορισμός της αποζημίωσης έγινε πριν από την ισχύ του. Αλλά και καθόσον αφορά, τις διατάξεις του 9 του Ν. 1093/1980, η κρίση του Εφετείου είναι ορθή, διότι σύμφωνα με αυτές ο Δικηγορικός Σύλλογος δεν είναι δικαιούχος της αποζημίωσης, παρακολούθημα της οποίας είναι η καθορισθείσα δικηγορική αμοιβή, αλλά ο καθού η απαλλοτρίωση και έτσι ο Δικηγορικός Σύλλογος δεν νομιμοποιείται σε αξίωση καταψήφισης.
Η αναφορά του Εφετείου στην αντισυνταγματικότητα των ανωτέρω διατάξεων γίνεται επάλληλα προς ενίσχυση της ανωτέρω αιτιολογίας του, ότι δεν υφίσταται αγώγιμη αξίωση του Δικηγορικού Συλλόγου με τις διατάξεις αυτές, που δεν πλήττεται επιτυχώς.
ΙΙ. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, δεν ιδρύεται διότι, ως απαράδεκτο, η παρά το νόμο κήρυξη του οποίου από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη αναιρετικό λόγο, νοείται το δικονομικό και όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο συνεπάγεται η έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης της αγωγής (ΑΠ 936/2002), για την οποία απορρίφθηκε και η αγωγή του αναιρεσείοντος. Αλλά και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 δεν ιδρύεται εφόσον η απόρριψη της αγωγής έγινε για έλλειψη νομιμοποίησης χωρίς εξέταση αυτής κατ' ουσίαν. Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Οκτωβρίου 2007 αίτηση του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσπρωτίας για αναίρεση της 230/2007 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα δικηγορικό σύλλογο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 178 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ