Supreme Court dismisses appeal where lower court correctly rejected vague interest claims despite flawed reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject claims for default interest. The appellant argued the lower court erred in finding the interest claim vague and in applying the statute of limitations, while the appellee contended the claim was procedurally defective. The court ruled that because the lower court's reasoning was flawed but its conclusion correct, the appeal must be rejected under Article 578 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 341, 345, 655 of the Civil Code; Article 216 of the Code of Civil Procedure; Article 578 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be rejected if the lower court's decision is based on erroneous reasoning but reaches the correct legal conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 803 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 803/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/5/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2836/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6874/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/9/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 26/9/2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όταν με την αγωγή ζητούνται μισθοί υπερημερίας και ως παρεπόμενο αίτημα τόκοι υπερημερίας από ορισμένο χρονικό σημείο (άρθρα 341, 345 και 655 ΑΚ), πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., το αίτημά της ως προς τους τόκους να είναι σαφές και ορισμένο και συγκεκριμένα να προσδιορίζεται στο δικόγραφό της το κεφάλαιο για το οποίο ζητούνται οι τόκοι υπερημερίας καθώς και ο ακριβής χρόνος από τον οποίο ζητούνται οι τόκοι αυτοί.
Διαφορετικά η αγωγή ως προς το αίτημα αυτό είναι αόριστη και απορριπτέα. Το ίδιο ισχύει ως προς το αίτημα πληρωμής τόκων υπερημερίας μετά τον περιορισμό του αιτήματος αυτού με τις προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 295 Κ.Πολ.Δ., που γίνεται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε το αίτημα αυτό ως προς το επιπλέον ποσό των τόκων θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ο αναιρεσείων ζήτησε, εκτός άλλων, μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-4-1993 μέχρι 31-12-1998 καθώς και τόκους υπερημερίας για το ποσό αυτό.
Συγκεκριμένα ζήτησε τόκους υπερημερίας για ποσό 1638637 δραχμών, από 1-1-1994, για ποσό 2399684 δρχ. από 1-1-1995, για ποσό 2844678 δρχ. από 1-1-1996, για ποσό 3138881 δρχ. από 1-1-1997, για ποσό 3712156 δρχ. από 1-1-1998 και για ποσό 39065588 από την επίδοση της αγωγής. Επίσης, ζήτησε τόκους τόκων κάθε κονδυλίου που αντιστοιχούν σε ένα ολόκληρο έτος.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο αναιρεσείων, με τις επισκοπούμενες, επίσης, από τον Άρειο Πάγο προτάσεις του, περιόρισε το αίτημα της αγωγής ως προς τους μισθούς υπερημερίας. Συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι, η αναιρεσίβλητη είχε καταβάλει σ' αυτόν για μισθούς, για το επίδικο χρονικό διάστημα, 13847732 δραχμές, από τις οποίες 1156964 δρχ.
αντιστοιχούν στο έτος 1993, 1922256 δρχ. στο έτος 1994, 2232823 δρχ. στο έτος 1995, 2435000 δρχ. στο έτος 1996, 2776348 δρχ. στο έτος 1997 και 3324341 δρχ. στο έτος 1998. Ο αναιρεσείων δεν προσδιόρισε στις προτάσεις του πότε καταβλήθηκαν σ' αυτόν τα παραπάνω ποσά. Τούτο έκανε μόνο για συνολικό ποσό 5095058 δραχμών και συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι, ποσό 850692 δρχ.
καταβλήθηκε σ' αυτόν το έτος 1993, ποσό 682566 δρχ. το έτος 1994, ποσό 737856 δρχ. το έτος 1995, ποσό 1578533 δρχ. το έτος 1997 και ποσό 124681 δρχ. το έτος 1998. Μετά τον πιο πάνω περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ως προς τους μισθούς υπερημερίας κατά το ποσό των 13847732 δραχμών δεν μπορεί να διαπιστωθεί από το δικαστήριο πιο ποσό κεφαλαίου ζητείται από τον αναιρεσείοντα από την αρχή κάθε έτους και επομένως, το αίτημα της αγωγής ως προς τους τόκους υπερημερίας είναι αόριστο και απορριπτέο και ως τέτοιο απορρίφθηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα ότι με την 5202/1995 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, που έχει καταστεί αμετάκλητη, αναγνωρίσθηκε αφ' ενός μεν ότι ο ήδη αναιρεσείων έπρεπε να προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη ως τεχνίτης δικτύων από 15-3-1991, αφ' ετέρου δε ότι η τελευταία όφειλε σ' αυτόν το ποσό των 120.000 δρχ.
μηνιαίως επί δέκα οκτώ μήνες από την επίδοση της οικείας αγωγής. Ότι, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε επιτύχει στον σχετικό διαγωνισμό ως τεχνίτης δικτύων, ο Ο.Τ.Ε. προσέλαβε αυτόν στις 15-3-1991 υπό δοκιμή με τον εισαγωγικό βαθμό ΕΡ7 ως εργάτη και μέχρι τις 21-9-1999 το σύνολο των αποδοχών, που του κατέβαλε, ανήλθαν στο ποσό των 5.302.852 δρχ.
Ότι οι διάδικοι στις 12-7-1999 συνήψαν εγγράφως έγκυρη συμφωνία, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη θα αποδεχόταν τις υπηρεσίες του αναιρεσείοντος ως τεχνίτη δικτύων, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη εργασιακής συμβάσεως από 15-3-1991 και θα κατέβαλε σ' αυτόν τους μισθούς υπερημερίας από 15-3-1991 μέχρι 12-7-1999, αφού συνυπολογίζονταν τα ποσά, που του είχαν καταβληθεί εις εκτέλεση της ανωτέρω δικαστικής αποφάσεως και συμψηφίζονταν τα δεδουλευμένα, που είχε εισπράξει ο τελευταίος από τον ΟΤΕ κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα για την παροχή των υπηρεσιών του ως εργάτη, καθώς επίσης θα κατέβαλε σ' αυτόν μόνο το 40% των οφειλομένων τόκων υπερημερίας.
Ότι η αναιρεσίβλητη μετέταξε τον αναιρεσείοντα στην ειδικότητα δικτύων του τεχνικού κλάδου με τον βαθμό ΤΠ3 από 7-1-1999, ενώ, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, όφειλε να τον προσλάβει ως τεχνίτη δικτύων από 15-3-1991 και στη συνέχεια έπρεπε να τον εντάξει, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ-ΟΤΕ, που έχει ισχύ νόμου και της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, στους βαθμούς των τεχνικών δικτύου και στα ανάλογα μισθολογικά κλιμάκια από τον αναφερόμενο για το καθένα χρόνο.
Ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1993 έως 31-12-1998, έπρεπε να καταβάλει στον αντίδικό του το ποσό των 17.640.624 δρχ. συνολικώς, το οποίο αντιστοιχεί στις αποδοχές του, που έπρεπε να λάβει κατ' αυτό με βάση την αναφερόμενη μισθολογική του εξέλιξη. Ότι ο αναιρεσείων δικαιούται να λάβει για μισθούς υπερημερίας εργάτη το ποσό των 13.847.732 δρχ., το οποίο, κατά την ως άνω έγγραφη συμφωνία τους (πρακτικό συμβιβασμού), έπρεπε να αφαιρεθεί από το σύνολο του οφειλόμενου ποσού των 17.640.624 δρχ., η δε αναιρεσίβλητη από το ποσό των 13.847.732 δρχ.
κατέβαλε σ' αυτόν το ποσό των 8.554.880 δρχ., γιατί, εις εκτέλεση της αυτής ως άνω συμφωνίας τους, αφαιρέθηκε απ' αυτό το ποσό των 5.302.852 δρχ. που ο αναιρεσείων είχε λάβει ως μισθούς για την παροχή της εργασίας του ως εργάτη κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-1993 έως 31-12-1998, καθώς επίσης ο ίδιος έλαβε με βάση την εν λόγω συμφωνία τους το ποσό των 4.644.112 δρχ.
σε πλήρη εξόφληση του ποσοστού 40% των τόκων υπερημερίας. Ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει, συνεπώς, στον αντίδικό του το ποσό των 3.792.892 δρχ. (17.640.624-13847.732 δρχ.). Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία και την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή αυτού έγινε δεκτή κατά ένα μέρος και ως προς το πρώτο των ως άνω κονδυλίων, ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 3, 174 679 ΑΚ, 8 του ν. 2112/1920, 4 του ν. 1843/1939 και 5 του α.ν. 539/1945, επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικαίωμά του να λάβει ολόκληρο το ποσό των τόκων υπερημερίας, που δικαιούται και όχι μόνο ποσοστό 40% αυτών, που έλαβε, είναι έγκυρη.
Όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή, ως προς το αίτημά της για πληρωμή τόκων υπερημερίας ήταν αόριστη και ως τέτοια έπρεπε να απορριφθεί. Το Εφετείο, αν και χρησιμοποίησε εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και απέρριψε το παραπάνω αίτημα. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από την ίδια διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των ίδιων διατάξεων, κατά το μέρος που απορρίφθηκε από το Εφετείο η αγωγή ως προς τις άλλες αξιώσεις του αναιρεσείοντος (αυτές για μισθούς υπερημερίας), βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι, επίσης, απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε τις αξιώσεις αυτές του αναιρεσείοντος, λόγω παραιτήσεώς του από αυτές, αλλά επειδή δέχθηκε ότι, αυτός εξοφλήθηκε για τις απαιτήσεις του αυτές κατά το ποσό των 13847732 δραχμών.
Επίσης, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση του άρθρου 423 ΑΚ, επειδή το Εφετείο δεν καταλόγισε τα ληφθέντα από αυτόν ποσά, όπως ορίζει η διάταξη αυτή, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη αυτή, αλλά δέχθηκε ότι όλες οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος για μισθούς υπερημερίας και τόκους υπερημερίας έχουν εξοφληθεί.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από την ίδια διάταξη, με το οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης του άρθρου 440 ΑΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο δέχθηκε εξόφληση των ενδίκων απαιτήσεων και όχι συμψηφισμό μη ομοειδών και μη ληξιπρόθεσμων ανταπαιτήσεων της αναιρεσίβλητης. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο, που δέχθηκε ότι, από την απόδειξη πληρωμής, με ημερομηνία 8-5-2001, προκύπτει ότι, η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στον αναιρεσείοντα 4644112 δραχμές σε πλήρη εξόφληση του 40% των τόκων υπερημερίας, παραμόρφωσε την πιο πάνω απόδειξη πληρωμής, γιατί σ' αυτή αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων επιφυλάχθηκε να "διεκδικήσει όσους τόκους του επιδικασθούν μελλοντικά από δικαστική απόφαση για την εκκρεμούσα αγωγή του".
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι, εγκύρως παραιτήθηκε ο αναιρεσείων από το 60% των τόκων υπερημερίας και ότι, επομένως η επιφύλαξη του αναιρεσείοντος να λάβει το σύνολο των τόκων δεν ασκεί έννομη επιρροή, δεν παραμόρφωσε το παραπάνω έγγραφο. Επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως πρέπει να απορριφθεί και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη 1084/14-9-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 6874/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ