Legislator Case Law & Legislation
803/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for admitting facts already considered and rejected by lower court.

Case Number 803/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court erred by failing to consider their claim of bad faith regarding the property's ownership history. The court ruled that since the lower court had already examined and rejected this specific argument, no new grounds for appeal existed under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 KPolD; The ground of appeal under Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure is not established if the court of first instance considered the argument proposed and rejected it for any reason, whether formal or substantive.

Keywords

AI generated
Article 559 KPolD bad faith acquisition property ownership appeal grounds factual consideration dismissal of appeal horizontal ownership

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AP 3/1997
AP 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 803 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 803/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Δ. Ψ., κατοίκου ...,2)Α. Α., κατοίκου ... και 3)Α. Π., κατοίκου .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μουγκοπέτρο, οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων:1)Α. Π., κατοίκου ... και 2)Π. Κ., κατοίκου ..., Η 1η εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κυριάκο Παραβάντη και Ιωάννη Σακελλαρίου και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Παραβάντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5507/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2848/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αντωνιάδης ανέγνωσε την από 15-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 2848/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως (Ολομ.

ΑΠ. 3/1997). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο απέρριψε τη νομίμως προταθείσα ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι μολονότι γνώριζαν αυτές ότι από το έτος 1962 εγκαταστάθηκαν εκείνοι στο επίδικο μετά την άτυπη πώλησή του σ' εκείνους από την Ε.

Π., εντούτοις ουδεμία διαμαρτυρία, όχληση, παρατήρηση ή έστω με οποιονδήποτε τρόπο ένδειξη φυσικής τους παρουσίας στο επίδικο, τους επέτρεψε να λάβουν γνώση ότι διεκδικούν τα όποια δικαιώματά τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την εκτίμηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561 & 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα επικαλούμενα θεμελιωτικά της ενστάσεως αυτής πραγματικά περιστατικά και απέρριψε την ένσταση ως νομικά αβάσιμη, διότι τα περιστατικά αυτά δεν θεμελιώνουν την επί του άρθρου 281 ΑΚ ερειδόμενη ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών.-

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό του προσδίδει ο νόμος και όχι όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 12 & 1 του ν.344/1976 " περί ληξιαρχικών πράξεων", " η κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου καταρτιζομένη ληξιαρχική πράξις γεννήσεως, γάμου και θανάτου αποδεικνύει: α) μέχρι της επί πλαστότητι προβολής τα γεγονότα, άτινα ο ληξίαρχος βεβαιοί ως λαβόντα χώρα ενώπιον αυτού και β) μέχρις αποδείξεως του εναντίου τα γεγονότα, των οποίων ο ληξίαρχος βεβαιώνει ότι έλαβε γνώσιν εκ των δηλώσεων των εμφανισθέντων", κατά δε την διάταξη του άρθρου 41 του ίδιου νόμου, " για τη γέννησιν, το γάμο ή το θάνατο 'Ελληνα υπηκόου που γίνονται στο εξωτερικό από ξένες αρχές, έχουν αποδεικτική δύναμη και στην Ελλάδα, εφόσον τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζει ο νόμος του τόπου της σύνταξής τους".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, το γεγονός του χρόνου θανάτου 'Ελληνα υπηκόου, που έλαβε χώρα στο εξωτερικό και βεβαιώνεται από ξένες αρχές, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του " απέδωσε μηδενική αποδεικτική αξία" στην ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ε.

Π. υπ' αριθ. Σειρά DM αρ.829203 από 13-9-2001 και με αριθμό πράξης θανάτου αυτής τον 1178/4 Μαίου 1968, με ημερομηνία θανάτου της την 1η Μαίου 1968, σε επίσημη μετάφραση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την εκτίμηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στο έγγραφο αυτό μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, αλλά, συνεκτιμώντας και προηγούμενη ληξιαρχική πράξη του ίδιου Ληξίαρχου Βουκουρεστίου, που είχε προσκομιστεί σε άλλη δίκη, έκρινε ότι η Ε.

Π. απεβίωσε στις 4-5-1969 κα όχι στις 1-5-1968, που αναγράφεται στην ληξιαρχική αυτή πράξη που προσκόμισαν οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες σε επίσημη μετάφραση.-

Κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση αυτών προς σχηματισμό του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 861/1984). Ως "αιτιολογίες" νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά τα κρίσιμα σημεία αυτής:

Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-7-1968 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Γραμματέως της Ελληνικής Πρεσβείας Βιέννης Κωνσταντίνου Αιλιανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, η αληθινή κυρία του επιδίκου ακινήτου, Ε. Π., που απεβίωσε στις 4-5-1969, πούλησε και μεταβίβασε αυτό στον Κ. Φ.. Ο τελευταίος, δυνάμει του 25065/11-1-1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Αναγνωστοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πούλησε και μεταβίβασε αυτό στον πατέρα των εναγουσών Θ.

Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 30-9-1973 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Μ. και τις ενάγουσες-θυγατέρες του, οι οποίες και αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την .../13-11-1975 πράξη αποδοχής ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Γεωργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Το έτος 1977 απεβίωσε η Μ. Κ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις ενάγουσες-θυγατέρες της, οι οποίες και αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την .../12-10-1977 πράξη αποδοχής ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου Δ.

Γεωργίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Από το έτος 1973, που απεβίωσε ο πατέρας τους, οι ενάγουσες εγκαταστάθηκαν στη νομή του επιδίκου, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που αναφέρονται στην απόφαση, κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία και μετά το έτος 1977, που απεβίωσε η μητέρα τους, με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων.

Προηγουμένως το επίδικο ακίνητο νέμονταν με διάνοια κυρίου οι δικαιοπάροχοί τους και συγκεκριμένα ο Κ. Φ. και στη συνέχεια ο Θ. Κ. μέχρι το θάνατό του και η Μ. Κ., κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου, μέχρι το θάνατό της, ενεργούντες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις που αναφέρονται. Τα τέλη του έτους 1989 οι εναγόμενοι, που γνώριζαν ως γείτονες ότι το επίδικο ανήκε στις ενάγουσες, χωρίς άδεια των τελευταίων, τοποθέτησαν λουκέτο και αλυσίδα στην εξώθυρα της αυλής, απέκοψαν μερικά πεύκα από το κέντρο του και άρχισαν να αποθηκεύουν διάφορα πράγματα στην παλαιά οικία που υπήρχε σ' αυτό.

Στη συνέχεια με το .../9-2-1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. Φλαμπούη-Χιωτίνη οι εναγόμενοι συνέστησαν μεταξύ τους κάθετες ιδιοκτησίες επί του επιδίκου. Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι έχουν αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου, ο πρώτος κατά το 1/2 και οι υπόλοιποι κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενοι αυτό από το έτος 1962.

Το έτος 1992 το επίδικο θεωρήθηκε εγκαταλελειμμένο και μη διαχειριζόμενο από τους ιδιοκτήτες, εκδόθηκε δε το 34/6-2-1992 πρωτόκολλο καταλήψεως της Κτηματικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Πειραιώς, το οποίο όμως ακυρώθηκε, μετά από αίτηση των εναγουσών, με την 21777/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η απόδοσή του στις ενάγουσες.

Ο πρώτος εναγόμενος από τα τέλη του έτους 1999 μέχρι και το μήνα Οκτώβριο 2000, από κοινού με τους δεύτερο και τρίτο εναγόμενους, κατέλαβε το επίδικο ακίνητο, δηλώνοντας ότι είναι κύριοι αυτού. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι ενάγουσες έγιναν συγκύριες του επιδίκου ακινήτου με τον πιο πάνω παράγωγο τρόπο, ενώ οι εναγόμενοι που άρχισαν τις πράξεις νομής από το 1989 και από το έτος 1990, που νέμονταν αυτό βάσει του προαναφερόμενου .../1990 συμβολαίου σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, δεν τελούσαν σε καλή πίστη, αφού γνώριζαν ότι ιδιοκτήτριες αυτού ήταν οι ενάγουσες, και επομένως δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού ούτε με τακτική, ούτε με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον από το 1989 μέχρι τη συζήτηση της ένδικη αγωγής το έτος 2004 δεν πέρασε 20ετία, ενώ προηγουμένως ούτε οι ίδιοι, ούτε οι δικαιοπάροχοί τους νεμόταν αυτό, αλλά ούτε καν το κατείχαν.

Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο, στις οποίες στήριξε την παραδοχή της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής και την απόρριψη της ενστάσεως ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και επομένως οι 3ος και 4ος λόγοι της αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως της 2848/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ