Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding pension benefits classification as wages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple individuals against the National Bank of Greece regarding their supplementary pension benefits. The appellants argued that these benefits constituted wages protected by EU law and the ECHR, claiming the lower court erred in classifying them as insurance payouts. The court rejected this argument, ruling the appeal inadmissible because the specific legal provisions cited by the appellants do not apply to the facts of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 157(2) TFEU; Article 17 of the Charter of Fundamental Rights of the EU; Article 1 of Protocol No. 1 to the ECHR: The court holds that supplementary pension benefits paid by an employer do not constitute wages for the purpose of Article 157(2) TFEU and thus fall outside the scope of the cited EU and international human rights protections.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 802 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 802/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Ξ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 3.Ο. Χ. του Μ., κατοίκου ..., 4. Π. Α. του Η., ο οποίος απεβίωσε και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι: α) Μ. Σ. χήρα Α. Π., β) Η. Π. του Α. και γ) Κ. Π. του Α., κατοίκων ..., σύμφωνα με το ...-2021 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αθηναίων, 5.
Π. Κ. του Λ., κατοίκου ..., 6. Π. Α. του Ν., κατοίκου ..., 7. Λ. Π. του Μ. (πρώην σύζυγος Ε. Π.) σύμφωνα με το ...-2021 διαζευκτήριο της Μητρόπολης Μυτιλήνης κατοίκου ..., 8. Π. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 9.Π. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 10.Π. Α. του Α., κατοίκου ..., 11. Ρ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 12. Ρ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., 13. Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 14. Σ.
Ι. του Γ., κατοίκου ...,15. Σ. Α. του Γ., κατοίκου ...,16. Σ. Ε. του Γ., κατοίκου ...,17.α) Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 17.β) Σ. Φ. του Ι., κατοίκου ... και 17.γ) Σ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., ως καθολικών διαδόχων εκ κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος Σ. Ι. του Δ., σύμφωνα με το 619/12-5-2021 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης Σύρου, 18.
Σ. Γ. του Π., κατοίκου ...,19. Σ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 20. Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 21. Σ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 22. Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 23. Σ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 24. Τ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 25. Τ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 26. Τ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 27.Τ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 28. Τ. Η. του Δ., κατοίκου ..., 29. Τ. Τ.-Μ. του Π., κατοίκου ..., 30.
Τ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 31. Τ. Α. του Α., κατοίκου ..., 32. Τ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 33. Τ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 34.Τ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 35. Γ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 36.Μ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 37. Χ. Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 38. Ν. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 39. Χ. Γ. του Α., κατοίκου ... και 40. Α. Χ. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σκιαδιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρου Γεώργιου Θεοδόση και Νικόλαου-Σέργιου Σακαλή, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Β)Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου-Σέργιου Σακαλή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Α. Π. του Η., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-3-2018 αγωγές του ήδη Α) 4ου αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων - Β αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2252/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5090/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι Α αναιρεσείοντες με την από 28-3-2022 αίτησή τους και η Β αναιρεσείουσα με την από 17-5-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Η πληρεξούσια των Α αναιρεσειόντων και ο πληρεξούσιος της Β αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της Α αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 2 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή μη της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο , η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νομίμως για εκείνους που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Συνεπώς, στην περίπτωση που επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσείοντες που συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ως προς τον εξ αυτών απολιπόμενο διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, η εν λόγω επίσπευση έγινε ακύρως και εφόσον δεν προκύπτει η, από άλλο διάδικο, κλήτευση αυτού, η υπόθεση χωρίζεται, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς τους λοιπούς, που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολιπόμενο αναιρεσείοντα [ΟλΑΠ 39/2005, 4/2003, ΑΠ 1298/2022, 1695/2017].
Εξ’ αλλου κατά το άρθρο 62 εδ. α του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ).
Κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ του ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη, η οποία διεξήχθη στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που αποβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται ως ανύπαρκτη (ΟλΑΠ 27/1987). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, όπως είναι η άσκηση αγωγής ή ενδίκου μέσου, είναι απαράδεκτη, γιατί αυτή έπρεπε να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του.
Επίσης από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες τόσο στην εκκλητή, όσο και στην αναιρετική δίκη (άρθρα 524 παρ.1 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης, συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, μόνον αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο θάνατος διαδίκου συμβεί μετά το τέλος της συζήτησης αυτής ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, δηλαδή σε χρόνο που δεν είναι πλέον εκκρεμής η δικαστική διαδικασία και συνεπώς δεν είναι εκ των πραγμάτων στην περίπτωση αυτή δυνατή η διακοπή και η επανάληψη της δίκης (ΑΠ 1681/2007), πρέπει τα ένδικα μέσα κατά της ως άνω απόφασης, άρα τόσο η έφεση όσο και η αίτηση αναίρεσης, να ασκούνται από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος ή να απευθύνονται κατά των κληρονόμων του αποβιώσαντος, όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ.1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ αντίστοιχα.
Διαφορετικά εάν κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο (όπως έφεση, αναίρεση) που ασκήθηκε στο όνομα του θανόντος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο, για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (ΑΠ 2084/2022, 1298/2022, 1138/2021, 729/2019].
Ως προς την πρώτη, από 28.3.2022 και αριθ. εκθ. κατάθ. 2738/262/4-4-2022 αίτηση, στην προκειμένη περίπτωση από το απόσπασμα της από ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Αθηνών, προκύπτει ότι ο τέταρτος αναιρεσείων, Α. Π. του Η. αποβίωσε στις ..., δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της 15.10.2019 και 31.8.2020, συζήτησης της έφεσης και δημοσίευσης αντίστοιχα της προσβαλλομένης υπ'αριθ. 5090/31.8.2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αλλά σε χρόνο προγενέστερο της 4ης Απριλίου 2022, οπότε ασκήθηκε η υπό κρίση, από 28.3.2022, αίτηση για αναίρεση της ως άνω απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.
Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε στο όνομα του προαποβιώσαντος της άσκησής της διαδίκου, Α. Π. του Η., είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, για έλλειψη του ιδίου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης. Το γεγονός ότι οι κληρονόμοι του Μ.
Σ., Η. Π. και Κ. Π. από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσείοντες κατέθεσαν τις από 6.10.2022 προτάσεις στον Άρειο Πάγο και υπό την ιδιότητά τους αυτή με τις από 11.9.2022 εξουσιοδοτήσεις τους παρείχαν ρητή πληρεξουσιότητα στην παραστάσασα κατά τη συζήτηση της αίτησης δικηγόρο Μαρία Σκιαδιώτη για την παράσταση αυτών κατά τη συζήτησή της, δεν επάγεται έννομες συνέπειες, καθότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έπρεπε από την αρχή να ασκηθεί στο όνομά τους, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος (άρθρο 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Ομοίως, από το απόσπασμα της από ... ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Κυκλάδων, προκύπτει ότι ο δέκατος έβδομος αναιρεσείων, Ι. Σ. του Δ., αποβίωσε στις ..., δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο και της συζήτησης της από 4.2.2019 έφεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ'αριθ. 5090/31.8.2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς και ως προς αυτόν η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε στο όνομά του είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, για έλλειψη του ιδίου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης, μη ασκούσης επιρροής του γεγονότος ότι οι κληρονόμοι του κατέθεσαν προτάσεις από κοινού με τους ομοδίκους τους, εκπροσωπούμενοι από την ίδια ως άνω δικηγόρο. Αλλά και ως προς τον δέκατο ένατο των αναιρεσειόντων, Χ. Σ. του Δ., ο οποίος από κοινού με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, επισπεύδει τη συζήτηση, όπως συνάγεται από την υπ' αριθ. ....2022 έκθεση επιδόσεως της αιτήσεως αναιρέσεως μετά κλήσεως προς συζήτηση της αναιρεσίβλητης για την στην αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Ν., θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, αφού διαταχθεί ο χωρισμός της δίκης ως προς αυτόν, λόγω έλλειψης πληρεξουσιότητας της παραστάσασας για λογαριασμό του, δικηγόρου και της άκυρης ως εκ τούτου επίσπευσης και της συζήτησης εκ μέρους του, αφού δεν προκύπτει χορήγηση πληρεξουσιότητας ούτε στον επισπεύδοντα δικηγόρο.
Περαιτέρω Α] με την ως άνω πρώτη από 28.3.2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται από τους εκκαλούντες η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθ. 5090/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσειόντων τυπικά και κατ'ουσίαν, εξαφανίσθηκε η προσβαλλομένη υπ'αριθ. 2252/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσθηκε η αγωγή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], ως εκ τούτου είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των διαλαμβανομένων σ'αυτήν λόγων [άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ]. Β] με τη δεύτερη από 17.5.2021 και αριθ. εκθ. κατάθ. 3817/518/27-5-2021 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε από την εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και συνεκδικάζεται με την προηγούμενη λόγω της συναφείας τους [άρθρ. 246 ΚΠολΔ], προσβάλλεται η ιδία ως άνω υπ'αριθ. 5090/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθ' ό μέρος αφορά τον τέταρτο των εκκαλούντων, Α.
Π. του Η., και για το λόγο που αναφέρεται σε αυτήν. Ο τελευταίος δεν παρέστη κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου. Από την υπ'αριθ. 1536ΣΤ/23.6.2022 έκθεση επιδόσεως, που προσκομίζει η αναιρεσείουσα, συνάγεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 17.5.2021 αίτησης με κλήση προς συζήτηση για την, στην αρχή της παρούσας, αναφερομένη δικάσιμο επιδόθηκε στην πληρεξούσιο δικηγόρο του Μαρία Σκιαδιώτη, κατ'άρθρο 143 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ. 'Όπως, όμως έγινε δεκτό ως άνω, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος, είχε αποβιώσει από .... 'Ητοι κατά τον χρόνο της επίδοσης [23.6.2022] της από 17.5.2021 αιτήσεως αναιρέσεως δεν είχε την ιδιότητα του διαδίκου, αφού ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο λόγω του θανάτου του και εξέλιπε η πληρεξουσιότητα της παραστάσας δικηγόρου για λογαριασμό του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, υπό του οποίου εξεδόθη η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 5090/2020 απόφαση.
Συνεπώς, με τον θάνατο του αναιρεσιβλήτου επήλθε διακοπή της δίκης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και εφόσον δεν εμφανίσθηκαν για να δηλώσουν συνέχιση της δίκης οι κληρονόμοι του είναι απαράδεκτη η συζήτηση της, με υπό στοιχ. Β από 17.5.2021 ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως.
Στο άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Στο άρθρο 22 παρ.5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".
Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.
Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".
Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη".
Όμως, και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".
Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους, ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 (Α 75) με την οποία ορίζεται ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισης των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται.....να συστήσει εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν...
σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' απαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων''. Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (OλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 929/2023, 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1244/2019, ΑΠ 1330/2018).
Συγκεκριμένα στον τομέα των τραπεζών συστήθηκαν μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και του προσωπικού τους αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών, τα οποία είναι ασφαλιστικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου ποικίλης μορφής [νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου , ενώσεις προσώπων ή σύνολα περιουσιών], οι οποίοι παρέχουν επικουρική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους κατόπιν συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συλλογικών ενοχικών συμφωνιών [ΑΠ 244/2019].
Ειδικότερα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους (ΑΠ 1444/2019).
Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης.
Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ, με το άρθρο 10 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και το χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία θεωρούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων" (Α 287), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990 (Α 138), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται, δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων, στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται, για την αυτή απασχόληση, στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.
Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ".
Ακόμη, με το ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" (Α 138) και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ.1 αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 (Α` 178) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 (ΦΕΚ Α 184) ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη, στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.
του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ` όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ.1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.
Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.
Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....". Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 (Α 129), ορίζεται ότι "Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ.
και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος...".
Με το άρθρο 46 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.
Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11% και με την παρ.4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ.1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.
Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ.2 ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1. Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης.
Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι οι εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19.7.2002 "Για την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και σύμφωνα με τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19.9.2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό [ΕΚ] 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από 1.1.2005 [ΥΑ 53705/994/2003 - ΦΕΚ Β 1129/2003] να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα [ΔΛΠ], μεταξύ των οποίων το ΔΛΠ 19, που επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του [ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κλπ], ακόμη και των μη ληξιπρόθεσμων.
Ειδικότερα, στις παραγράφους 4, 5 και 6 εδαφ. α και β του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου [ΔΛΠ] 19, που φέρει τον τίτλο "Παροχές σε εργαζομένους" του ως άνω Κανονισμού 1725/2003 "για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό [ΕΚ]1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου" ορίζεται ότι : "4.
Προγράμματα παροχών μετά την έξοδα από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών. Το Πρότυπο περιέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5.
Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα [Ταμείο] και δεν θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλει περαιτέρω εισφορές , αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζομένους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους.
Το Πρότυπο απαιτεί επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών , όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. 'Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα {...}".
Από τις ως άνω διατάξεις του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού 1725/2003 συνάγεται ότι δίδεται μόνο ο ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, ενώ τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα, που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών.
Οι ίδιοι ως άνω ορισμοί επαναλαμβάνονται και στην παράγραφο 7 του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον κατά τον Κανονισμό 1725/2003. ορισμό των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, όταν πρόκειται περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας όσον αφορά τις παροχές στους εργαζομένους μετά την συνταξιοδότησή τους, περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως στο ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, το οποίο αποτελεί την εισφορά του εργοδότη.
Το ποσό δε των παροχών που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται από την Τράπεζα - εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Ενόψει του ότι, επί προγράμματος καθορισμένων εισφορών, η υποχρέωση των τραπεζών εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών, βαρύνει τον εργαζόμενο.
Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες έχουν αναλάβει τη νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες.
Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, στο πλαίσιο του οποίου ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τις τράπεζες, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές.
Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΛΠ αριθ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.
Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να μην υπολείπεται της κρατικής μέριμνας για τις άλλες κατηγορίες εργαζομένων.
Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση, υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση, προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων, των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005, στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).
Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).
Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).
Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 (Α' 41) συνεστήθη ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση, και το οποίο (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, (Α 85) με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.).
Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019).
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι α] υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων λογαριασμός, που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών συνταξιοδοτικών παροχών σε πρώην εργαζομένους, β] ο λογαριασμός αυτός, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας , είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που συνιστούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο τρόπο, δεδομένου ότι με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ] υπό την έννοια αυτή αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ] τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του, καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε] το εύρος της χρηματοδότησής του υπάγεται στην ρυθμιστική εμβέλεια του ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων , συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου , ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης ειδικής πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα [ΑΠ 99/100, 929/2023].
Aκόμη, με τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας [ΑΠ 71/2015].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 485/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 2093/2022, 1733/2022).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 99/2024, 929/2023, 1201/2022, 109/2022].
Στην προκειμένη από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης [άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ] συνάγεται ότι στην από 29.3.2018 αγωγή τους οι ενάγοντες και νυν αναιρεσείοντες εξέθεταν ότι είναι συνταξιούχοι, πρώην εργαζόμενοι της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης, δικαιούχοι της μετεργασιακής παροχής, που τους καταβάλλονταν μέσω του Λογαριασμού Επικουρήσεως Προσωπικού της Τράπεζας [Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.], που ιδρύθηκε το έτος 1949 με συμφωνία μεταξύ εναγομένης και εργαζομένων της, λειτουργούσε βάσει Κανονισμού, διοικείτο από διαχειριστική επιτροπή και είχε σκοπό την καταβολή στους ασφαλισμένους μηνιαίας επικούρησης μισθολογικού χαρακτήρα. 'Ότι ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε είναι λογαριασμός συγκέντρωσης περιουσίας χωρίς νομική προσωπικότητα, όχι όμως φορέας κοινωνικής υποχρεωτικής [επικουρικής] ασφάλισης, η λειτουργία του διέπεται από τον Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της εναγομένης, όπως κατά καιρούς τροποποιήθηκε, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιό της. 'Ότι κατά τον Κανονισμό στους πόρους του Λογαριασμού προβλέπονταν οι εισφορές των εργαζομένων σε ποσοστό 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών τους , η εισφορά της εναγομένης σε ποσοστό 9% επί των ιδίων ως άνω ποσών, και οι πρόσοδοι που αναφέρονται σε αυτόν. 'Ότι η εναγομένη εγγυάτο την επίτευξη του σκοπού του, που ήταν εξ αρχής η καταβολή της μηνιαίας επικουρήσεως στους συνταξιούχους πρώην εργαζομένους της. 'Ότι η μηνιαία αυτή επικούρηση συνιστά μισθολογική παροχή με ασφαλιστικό περιεχόμενο εκ μέρους της εργοδότριας προς τους εργαζομένους της , οι οποίοι καθίστανται δικαιούχοι μετά την έξοδό τους από την ενεργό υπηρεσία, λόγω συνταξιοδότησης ήτοι πρόκειται για παροχή με μετεργασιακό χαρακτήρα, η οποία συμφωνήθηκε στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων. 'Ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, από τον Ιούλιο του 2017 αρνείται την εγγυητική της ευθύνη κάλυψης των ελλειμμάτων του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ενώ από τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους με μονομερή απόφασή της διέκοψε τις τακτικές καταβολές της με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η συνέχιση των καταβολών από τον Λογαριασμό της μηνιαίας επικούρησης σε αυτούς. 'Ότι η συνεχής και αδιάκοπη κάλυψη των ελλειμμάτων ρευστότητας του Λογαριασμού από την εναγομένη , από τον Νοέμβριο του 2007 έως και τον Νοέμβριο του 2017, και η αδιάκοπη καταβολή των μηνιαίων μετεργασιακών επικουρήσεων σε αυτούς έχει καταστεί όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους. 'Ότι τα ελλείμματα του Λογαριασμού δημιουργήθηκαν λόγω των προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου της εναγομένης από το έτος 2000 έως το έτος 2016, με τα οποία υπονομεύθηκε το σχηματιζόμενο από τις εισφορές των δικαιούχων ασφαλιστικό κεφάλαιο και ανατράπηκε η αναλογιστική του ισορροπία, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η συνέχιση της καταβολής των παροχών, γεγονός που συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης εκ μέρους της εναγομένης και ανατροπή της επιχειρησιακής συνήθειας, που είχε διαμορφώσει. 'Ότι η παράλειψη εκ μέρους της εναγομένης της υποχρέωσης κάλυψης των ελλειμμάτων ρευστότητας του Λογαριασμού από τον Δεκέμβριο του έτους 2017, που προκλήθηκαν από την εφαρμογή του προγράμματος εθελουσίας εξόδου, η οποία βασίζεται στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ.1 και 11 παρ.2 εδ.
β' του ν. 1902/1990, ως αντικ. με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1976/1991, θεμελιώνει και αδικοπρακτική ευθύνη. 'Ότι η απόφαση της Διοίκησης της εναγομένης να διακόψει τη χρηματοδότηση επικαλούμενη έλλειψη συμβατικής δέσμευσης και συμμόρφωσή της στις διατάξεις περί δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης είχε συνέπεια να περιέλθουν σε δεινή οικονομική κατάσταση, αφού δεν δύνανται να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους και εκτός από αθέτηση της συμβάσεως εργασίας τους συνιστά και προσβολή της προσωπικότητάς τους.
Ζήτησαν δε κατά τις διατάξεις περί συμβατικής ευθύνης, αδικοπραξιών, λογοδοσίας, εντολής, συμβάσεως υπέρ τρίτου, παρακαταθήκης, κοινωνίας δικαιώματος, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να συνεχίσει να τους καταβάλει στο διηνεκές την καθορισμένη μηνιαία επικουρική παροχή, που ελάμβανε καθένας εξ αυτών μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, να αναγνωρισθεί ότι οφείλει στον καθένα εξ αυτών για κάθε μήνα, από τον Δεκέμβριο του έτους 2017 και εντεύθεν, το ποσό που ειδικότερα έκαστος εξ αυτών αναφέρει, εντόκως, άλλως να αναγνωρισθεί ότι η αντίδικη υποχρεούται να καταβάλει στον τηρούμενο τραπεζικό Λογαριασμό τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα για τη συνέχιση της καταβολής τους μέσω ΛΕΠΕΤΕ σε αυτούς, τα οποία τους οφείλονται από τον Δεκέμβριο του 2017 και εντεύθεν, όπως είχαν διαμορφωθεί μέχρι τότε.
Ακόμη να αναγνωρισθεί ότι οφείλει στον καθένα το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους άλλως λόγω ηθικής βλάβης εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της. Mε την υπ' αριθ. 2252/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αγωγή απορρίφθηκε ως προς τις βάσεις της ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης ως μη νόμιμη, ενώ ως προς τις λοιπές βάσεις ως αόριστη.
Κατόπιν της από 4.2.2019 εφέσεως των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση [5090/2020] η οποία δέχθηκε ότι η αγωγή κατά τα αιτήματα που στηρίζονται στην κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης λόγω μετεργασιακής παροχής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι <<ο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε αποτελεί φορέα επικουρικής ιδιωτικής ασφάλισης και μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων από 1.1.2005 και εντεύθεν, καθώς και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ ακόμα και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης...
οι διατάξεις δε του ως άνω ν. 3371/2005 [άρθρα 57 έως 64] είναι αναγκαστικού δικαίου και υπερισχύουν των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, χωρίς να είναι αντίθετες στις διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ.1, 12, 22 παρ.5 και 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι δεν απαιτείται προηγούμενη διάλυση του ως άνω φορέα ιδιωτικής ασφάλισης, εφόσον η κρατική μέριμνα για την υπαγωγή της εν λόγω ασφάλισης, με ομοιόμορφο τρόπο σε ένα ενιαίο δημόσιο ασφαλιστικό φορέα για όλους τους εργαζόμενους στα πιστωτικά ιδρύματα της Χώρας, δεν βρίσκεται έξω από τους σκοπούς του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος.
Δεν γεννάται συνεπώς αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη, εργοδότριά τους, τις παροχές επικούρησης [επικουρικές συντάξεις τους], ολικά ή μερικά , ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της εναγομένης να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους.
Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση των εναγόντων ότι η σχετική ως άνω συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε, είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγομένη υποχρεούται να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η, εις το διηνεκές χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του, παροχής - επικούρησης είναι αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18.11.1949 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους, ολικά ή μερικά ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού, ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του οργανισμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή του αφορά την καταβολή της εισφοράς του και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών επικούρησής τους>>.
Περαιτέρω δέχθηκε η προσβαλλομένη ότι το αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να καταβάλει στο Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ποσά που αντιστοιχούν στα εκάστοτε ταμειακά ελλείμματα του ιδίου είναι αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, καθόσον δεν προσδιορίζονται στην αγωγή τα ακριβή ποσά, που όφειλε να καταβάλει η εναγομένη ούτε και εξειδικεύονταν κάποιος τρόπος υπολογισμού των, δυνάμει του οποίου θα ήταν δυνατός ο προσδιορισμός τους, αλλά απλώς αναφέρονται στην αγωγή γενικώς "ποσά" με συνέπεια να μη μπορεί να αμυνθεί η εναγομένη κατά των ως άνω αξιώσεων των εναγόντων.
Μη νόμιμα κρίθηκαν από την προσβαλλομένη και τα αιτήματα της αγωγής κατά το μέρος που βασίζονται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, ως και το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ ως προς τις λοιπές βάσεις [παρακαταθήκης, εντολής, μεσεγγύησης, κοινωνίας δικαιώματος, γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου] κρίθηκε απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλομένη υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 200, 288, 281, 361, 648, 649 , 653 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος, 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως περί προστασίας του ημερομισθίου, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, της παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, του άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, της ΕΣΔΑ και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την Προστασία της περιουσίας αλλά και των 914 ΑΚ και 919 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 932 ΑΚ.
Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η επικουρική παροχή της Τράπεζας αποτελεί αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που προσέφεραν μέχρι τη στιγμή της αποχώρησής τους και κατά τη συμφωνία στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων θα τους καταβάλλονταν μετεργασιακά , η δε κρίση της προσβαλλομένης ότι η εργοδότρια δεν ευθύνεται στην καταβολή της οφείλεται σε πλημμελή ερμηνεία των ως άνω διατάξεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού κατά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, πρόκειται περί Λογαριασμού, που η διοίκηση και διαχείρισή του, ασκείτο από Διαχειριστική Επιτροπή βάσει Κανονισμού, συγκροτούμενου από εισφορές της εργοδότριας και των εργαζομένων κατά ποσοστό 9% και 3,5% αντίστοιχα, από προμήθειες ασφαλιστικών εργασιών, τόκους κεφαλαίων των ειδικών λογαριασμών και προσόδους εξ επενδύσεων τούτων, με προορισμό την καταβολή βοηθήματος - παροχής στο μέλλον κατά τη μετεργασιακή μετάπτωση στο καθεστώς της συνταξιοδότησης, με εξουσία της Διαχειριστικής Επιτροπής που λειτουργούσε και ως Επενδυτική Επιτροπή να λαμβάνει αποφάσεις με γνώμονα την εξασφάλιση της περιουσίας του και την επωφελή ανάπτυξή της. 'Οτι ουσιαστικά επρόκειτο για λογαριασμό συγκέντρωσης περιουσίας για ειδικό σκοπό και συγκεκριμένα τη μηνιαία καταβολή χρηματικής επικούρησης στους δικαιούχους.
Εξ αυτών συνάγεται ότι η επίδικη παροχή επικούρησης δεν είχε μισθολογικό χαρακτήρα, εφόσον δεν θεσμοθετήθηκε ως αντάλλαγμα εργασίας αλλά ασφαλιστικό ήτοι επικουρικής παροχής προερχόμενης από ιδιωτικό φορέα επικουρικής ασφάλισης, που ήταν υπόχρεος στην καταβολή της. 'Ηδη, μετά τα ελλείμματα και τα προβλήματα ταμειακής αδυναμίας κάλυψης των υποχρεώσεων του λογαριασμού, με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου τέθηκαν όρια στις επιχορηγήσεις της αναιρεσίβλητης και με τον ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανομένων από 1.1.2005 υπαλλήλων και εντεύθεν, και των ήδη ασφαλισμένων και συνταξιούχων, με τις διαδικασίες που ορίζει ο νόμος, στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ ακόμα και πριν τη διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως, φορέα ασφάλισης [ΛΕΠΕΤΕ], αποβλέποντας με τον τρόπο αυτό ο νομοθέτης σε ένα ενιαίο, δημόσιο ασφαλιστικό φορέα για τους εργαζομένους στα πιστωτικά ιδρύματα.
Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος παραβίασης των ως άνω διατάξεων, που σχετίζονται με την προστασία, του μισθού, του ημερομισθίου και των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου. Κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται παραβίαση των άρθρων 914, 919 και 932 ΑΚ ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σε τί συνίσταται η αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, ενώ κατά το μέρος που αποδίδεται στην απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, γιατί το Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης.
Με τον δεύτερο λόγο οι αιτούντες επικαλούμενοι πλημμέλεια εκ του ιδίου ως άνω αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν παραβίαση εκ μέρους του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών των άρθρων 22 παρ.5 Σ, 361 ΑΚ, 12, 16, 18, 21, 29 ν. 281/1914 περί αλληλοβοηθητικών ταμείων και τις συναφείς με αυτά διατάξεις των άρθρων 9, 33, 34 του Β.Δ. 15/5/1920, 4, 5, 11 Ν. 2868/1922 σχετικών με την ασφάλεια των εργαζομένων από τα ασφαλιστικά ιδρύματα, 13,48 Ν.6298/1934 που αφορούν το ΙΚΑ, 1 και αρθ. 50 του Α.Ν. 543/1935 περί Οργανισμού του Υπουργείου Εργασίας, 1 του Α.Ν. 1367/1938 που αναφέρεται στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, 1 και 4 Ν. 1022/1946, που αφορά τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθόσον με τις διατάξεις αυτές επιτρεπόταν η ίδρυση ιδιωτικών φορέων ασφάλισης, όπως τα Αλληλοβοηθητικά Ταμεία.
Ακόμη ότι επιτρεπόταν η δημιουργία ειδικού λογαριασμού μόνο σε Οργανισμό Ασφάλισης, που είχε ιδρυθεί με βάση το νόμο [π.χ. Αλληλοβοηθητικά ταμεία] και με την προϋπόθεση της έγκρισής του από τον Υπουργό Εργασίας. Αυτός ο ειδικός λογαριασμός δεν αποκτούσε νομική προσωπικότητα αλλά μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο από εξουσιοδοτημένο, προς τούτο, νομικό πρόσωπο και μάλιστα ο νομοθέτης είχε αναθέσει τη [μη υποχρεωτική] τότε επικουρική ασφάλιση στον κρατικό φορέα του άρθρου 48 του ν. 6298/1934, ενώ οι παροχές, που αποτελούσαν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου αποτελούσαν μέρος των τακτικών αποδοχών αυτού.
Κατά συνέπεια, κατά το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημιουργίας του προγράμματος επικούρησης η Τράπεζα δεν είχε το δικαίωμα να δημιουργήσει ιδιωτικό φορέα ασφάλισης του προσωπικού της και το πρόγραμμα που δημιούργησε δεν ήταν φορέας ασφάλισης. Άρα ούτε ο λογαριασμός ΛΕΠΕΤΕ που δημιούργησε είναι ειδικός λογαριασμός του άρθρου 4 παρ.7 του Α.Ν. 1022/1946 [Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης].
Εσφαλμένη είναι και η κρίση της προσβαλλομένης, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ότι <<...ο θεσπισθείς με την, από 18.11.1949, ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας όρος, κατά τον οποίο "η συλλογική συμφωνία εναγομένης - προσωπικού για τη σύσταση του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε. είχε συγχρόνως ως αποτέλεσμα την ένταξη των σχετικών όρων της στις ατομικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και διαμορφώθηκε αντίστοιχος γενικός όρος εργασίας και ότι η εναγομένη υποχρεούται να καλύπτει τα ελλείμματα ρευστότητας, που τυχόν παρουσιάζονται στα αποθεματικά του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.
ώστε πράγματι να εξασφαλίζεται η, εις το διηνεκές, χορήγηση της προβλεπόμενης στον Κανονισμό του παροχής - επικούρησης είναι αβάσιμη, διότι ο θεσπισθείς με την από 18.11.1949 ειδική συλλογική σύμβαση, ως άνω όρος, ως εκ της προέλευσης και του κανονιστικού χαρακτήρα του, συνιστά κανόνα του εξ αντικειμένου δικαίου και δεν γεννάται με βάση τον όρο αυτό αξίωση των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ να ζητήσουν ευθέως από τον εργοδότη τις επικουρικές παροχές τους ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η μη καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή δυσχέρεια του λογαριασμού ούτε θεμελιώνεται ευθύνη του εργοδότη να καλύπτει τα ελλείμματα ... >>, γιατί ο Λογαριασμός που δημιούργησε η Τράπεζα δεν είναι όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ούτε ειδικός λογαριασμός του άρθρ. 4 παρ.7 του Α.Ν. 1022/1946 αλλά απλώς καταθετικός λογαριασμός του άρθρ. 361 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, που είναι συναφής με τον πρώτο λόγο, είναι κατά το πρώτο σκέλος του μη νόμιμος, αφού το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ αποτελεί φορέα ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης, η μηνιαία παροχή φέρει τον χαρακτήρα ιδιωτικής επικουρικής σύνταξης, για την οποία υπόχρεος είναι ο Λογαριασμός και η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης εξαντλείται στην καταβολή της εισφοράς της. 'Όπως δε προαναφέρθηκε και υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς μπορούσε να συσταθεί αυτόνομος λογαριασμός, ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων με τη μορφή συγκέντρωση περιουσίας που λειτουργούσε ως ασφαλιστικός οργανισμός με χορήγηση περιοδικών παροχών στους εργαζομένους του.
Ως προς το δεύτερο σκέλος του αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού πρόκειται για επάλληλη σκέψη της προσβαλλομένης, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό. Εξ άλλου, δεν έσφαλε δεχόμενη ότι <<...μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 επήλθε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων από 1.1.2005 και εντεύθεν, καθώς και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ ακόμη και πριν την διάλυση του ως άνω ιδιωτικής φύσεως φορέα ιδιωτικής ασφάλισης [αρθρ 58 του ν. 3371/2005].
Οι διατάξεις δε τους ως άνω νόμου [άρθρα 57 έως 64 του Ν. 3371/2005 ] είναι αναγκαστικού δικαίου και υπερισχύουν των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων χωρίς αυτές να είναι αντίθετες προς τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 παρ.1, 12, 22 παρ. 5 και 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, γιατί δεν απαιτείται προηγούμενη διάλυση του ως άνω φορέα ιδιωτικής ασφάλισης, εφόσον η κρατική μέριμνα για την υπαγωγή της εν λόγω ασφάλισης, με ομοιόμορφο τρόπο, σε ένα ενιαίο, δημόσιο, ασφαλιστικό φορέα για όλους τους εργαζομένους στα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, δεν βρίσκεται έξω από τους σκοπούς του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Δεν γεννάται συνεπώς αξίωση των ασφαλισμένων του "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." να ζητήσουν ευθέως από την εναγομένη εργοδότριά τους, τις παροχές επικούρησης [επικουρικές συντάξεις τους], ολικά ή μερικά, ακόμη και αν η καταβολή τους οφείλεται σε ταμειακή αδυναμία του λογαριασμού ούτε θεμελιώνεται με βάση αυτόν ευθύνη της εναγομένης να καλύπτει τα προκύπτοντα από τη λειτουργία του λογαριασμού ελλείμματα, καθόσον η μόνη σχετική υποχρέωσή της αφορά την καταβολή της εισφοράς της και δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη έναντι των ασφαλισμένων για την καταβολή των παροχών τους>>. 'Αλλωστε, προς αποτροπή των κινδύνων των πιστωτικών ιδρυμάτων με την επιβολή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και παράλληλα προς ενοποίηση της κρατικής μέριμνας στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης με τον ως άνω νόμο 3371/2005 επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Περαιτέρω, ο λόγος εκ του αριθ. 19 είναι απαράδεκτος, ως ανωτέρω , ενώ οι λόγοι εκ των αριθ. 8 και 10 του άρθρου 559 είναι ο πρώτος αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται ποιοί προταθέντες ισχυρισμοί δεν λήφθηκαν υπόψη ούτε ποιοι μη προταθέντες λήφθηκαν υπόψη, ενώ ο δεύτερος εκ του αριθ. 10, απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν έκρινε με αποδείξεις αλλά με τα εκτιθέμενα στην αγωγή.
Με τον τρίτο λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 5, 22 αριθ. 5 Σ και τα άρθρα 21 του Ν. 3239/1955, 4 του ν. 330/1976, 18 ν. 1902/1990, 43, 44, 47 και 52 του ν. 2084/1992, 11 ν. 2227/1994, 62 ν. 3371/2005, 12 ν. 1405/1983, εφαρμόζοντας εσφαλμένα το νομοθετικό πλαίσιο που τέθηκε σε εφαρμογή μετά τη δημιουργία του επιδίκου προγράμματος επικούρησης, μετατρέποντας ένα ιδιωτικό πρόγραμμα μετεργασιακών παροχών σε φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αφού ο νομοθέτης δεν επέβαλε στην τράπεζα τον αποκλεισμό του προσλαμβανομένου από 1.1.2005 προσωπικού από το πρόγραμμα επικούρησης, το οποίο δεν αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης ούτε είναι ομόλογος ή υποκατάστατος αυτού.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και καλύπτεται από τους προηγούμενους, αφού γίνεται δεκτό ότι ο ΛΕΠΕΤΕ συστάθηκε μεν συμβατικά με σκοπό τη συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για παροχή μηνιαίας επικούρησης στους συνταξιούχους, όμως με την πάροδο των ετών αντιμετωπίσθηκε από το νομοθέτη ως φορέας ιδιωτικής επικουρικής ασφάλισης ομόλογος με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης και μετά την έκδοση του ν. 3371/2005 [άρθρ. 58] προβλέφθηκε υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή των νεοπροσλαμβανομένων υπαλλήλων από 1.1.2005 και των συνταξιούχων στην επικουρική ασφάλιση του δημοσίου δικαίου ασφαλιστικού φορέα ΕΤΕΑΜ ακόμα και πριν τη διάλυσή του.
Εξ άλλου, με το άρθρ. 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί και κάθε φορέας ανεξαρτήτως νομικής μορφής που χορηγούν παροχές υπό τύπο συντάξεων [κύριες και επικουρικές], βοηθημάτων ή μερισμάτων κλπ., εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος, νοούται ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης.
Πλην τούτου, η προσβαλλομένη ορθά δέχθηκε ότι οι διατάξεις του ν. 3371/2005 ως αναγκαστικού δικαίου υπερισχύουν των όρων των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ότι η κρατική μέριμνα αποβλέπει σε ένα ενιαίο δημόσιο ασφαλιστικό φορέα για τους εργαζομένους στα πιστωτικά ιδρύματα και ότι δεν γεννάται άμεση αξίωση των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης, της οποίας η μόνη υποχρέωση περιορίζεται στην καταβολή της εισφοράς της αφού δεν έχει αναλάβει εγγυητική ευθύνη στη λειτουργία του λογαριασμού.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος και ο συναφής τέταρτος λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 10 παρ. 1 του ν. 1902/1990, 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 και 33 του ν. 2843/2000, 11 εδαφ. 1 του ν. 2227/1994 ως προς την κρίση της προσβαλλομένης ότι ο "Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε." αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης, υποπίπτοντας στην ιδία ως άνω πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι Περαιτέρω με το άρθρο 157 παρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης ορίζεται ότι "1.
κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως "αμοιβή" νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα , σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας...".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση τον νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Με το άρθρο 17 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης ορίζεται ότι "1.Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των ήδη κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί." Με τον πέμπτο λόγο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 157 παρ. 2 της Συμβάσεως Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία της αμοιβής και της περιουσίας, αφού αρνήθηκε να κρίνει την ένδικη υπόθεση με βάση την ερμηνεία που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το Δικαστήριο της 'Ενωσης, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι με τις ως άνω διατάξεις στην έννοια της αμοιβής εμπίπτουν όλα τα οφέλη σε χρήμα ή σε είδος, παρόντα ή μέλλοντα, εφόσον καταβάλλονται, έστω και εμμέσως, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της εργασίας του τελευταίου και το γεγονός ότι ορισμένες παροχές καταβάλλονται μετά τη λήξη της σχέσεως εργασίας δεν αποκλείει τον χαρακτήρα της "αμοιβής".
Συνεπώς, και στην ένδικη περίπτωση η συμφωνία για την καταβολή της επικουρικής παροχής έγινε με την αναιρεσίβλητη, οι μηνιαίες επικουρήσεις καταβάλλονταν από την Τράπεζα στους πρώην εργαζομένους της μέσω των ταμειακών διαθεσίμων του λογαριασμού της, ΛΕΠΕΤΕ, που αποτελούσε απλώς ένα μηχανισμό καταβολής της παροχής και η προσβαλλομένη που έκρινε ότι ο ΛΕΠΕΤΕ είναι φορέας ιδιωτικής ασφάλισης ομόλογος με κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης έσφαλε και πρέπει ν'αναιρεθεί. O λόγος αυτός βασίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις, αφού το άρθρο 157 παρ.2 ΣΛΕΕ σχετίζεται με το ζήτημα προστασίας της αμοιβής στο πλαίσιο της αρχής της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσης αναφέρεται στην προστασία της ιδιοκτησίας και με το άρθρο 1ο του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ θεσπίζεται γενικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Μετά από αυτά μη υπάρχοντος άλλου λόγου η από 28.3.2022 αίτηση πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της και τα δικαστικά έξοδα να συμψηφισθούν μεταξύ των προσηκόντως παρισταμένων αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας ως προς την εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στο σκεπτικό [άρθρ. 179 εδ. α'και β' ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με άρθρ. 8 ν. 4842/2021].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 28.3.2022 και αριθ. εκθ. καταθ. 2738/262/4-4-2022 και από 17.5.2021 και αριθ. εκθ. κατάθ. 3817/518/27-5-2021 αιτήσεις.
Α] Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 17.5.2021 αιτήσεως.
Β] Επί της από 28.3.2022 αιτήσεως :
Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τον δέκατο ένατο των αναιρεσειόντων, Χ. Σ.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτόν.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 28.3.2022 αίτηση, που ασκήθηκε α] από τον τέταρτο αναιρεσείοντα, Α. Π. του Η. και β] από τον δέκατο έβδομο αναιρεσείοντα, Ι. Σ. του Δ.
Δικάζει ως προς τους λοιπούς.
Απορρίπτει την αίτηση
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ