Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent parties and rejects substantive arguments regarding contract interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision for four absent appellants, ruling their participation was legally insufficient. The majority of appellants successfully argued that the lower court misinterpreted investment service contracts and failed to recognize their investment orders. The Court rejected these substantive claims, finding the lower court correctly interpreted the documents and reached a valid conclusion based on the evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party fails to participate properly, and substantive errors in fact-finding or contract interpretation fall outside the scope of appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 802 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 802/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Ζ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 4) Μ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 5) Θ. Π. του Α., κατοίκου ..., 6) Ε. Β. του Ε., κατοίκου ..., 7) Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 8) Α. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 9) Π. Μ. του Θ., κατοίκου ... 10) Γ. Π. του Ν., κατοίκου ... 11) Β. Ζ. του Ι., κατοίκου ... 12) Α. Ζ. του Α., κατοίκου ... και 13) Μ. - Β. Ζ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Τσίκα, εκτός από τον 5ο αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 5ος αναιρεσείων, Θ. Π. του Α., απεβίωσε, όπως προκύπτει και από το από 9-12-2019 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου Άργους - Μυκηνών του Νομού Αργολίδος. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην οδό ... στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6156/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6218/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-11-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επισπεύδει εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Η δοθείσα πληρεξουσιότητα παρέχει στο δικηγόρο, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, κατά δε το άρθρο 104 του ιδίου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Από το συνδυασμό των αμέσως ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ για συζήτηση της υποθέσεως από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003), β) εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ή δεν παρίσταται κανονικά ο αναιρεσείων, χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο φερόμενος ως εκπροσωπών αυτόν δικηγόρος ήταν εφοδιασμένος με πληρεξούσιο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, τότε (και υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί νομίμως από τον αναιρεσίβλητο, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναιρέσεως, κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ), η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη, καθόσον ασκήθηκε χωρίς τη συνδρομή της κατά νόμο απαιτουμένης πληρεξουσιότητας (ΑΠ 1330/2018, ΑΠ 334/2017, ΑΠ 195/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, υπόκειται προς κρίση η από 9-11-2017 αίτηση αναιρέσεως δέκα τριών (13) αναιρεσειόντων, κατά της υπ' αριθμ. 6218/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (9-12-2019) με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, όπως τούτο προκύπτει από την από 8-10-2018 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Κατά την εκφώνηση της εν λόγω αιτήσεως από τη σειρά της στο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο τους Αντωνία Τσίκα, του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών. Η ως άνω πληρεξουσία δικηγόρος προσκομίζει σχετικά έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι της χορηγήθηκε πληρεξουσιότητα μόνο εκ μέρους των κατωτέρω αναιρεσειόντων (με την αρίθμηση που αναφέρεται στο εισαγωγικό της παρούσας), Κ.
Γ. του Α. (1ου), Κ. Δ. του Α. (2ης), Κ. Ζ. του Χ. (3ης), Τ. Μ. του Α. (4ης), Β. Ε. του Ε. (6ου), Κ. Ι. του Σ. (7ου), Μ. Α. του Χ. (8ης), Μ. Π. του Θ. (9ου) και Ζ. Μ. - Β. του Σ. (13ης), προκειμένου να εμφανισθεί και να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου προς παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως αυτών κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Για τους αναιρεσείοντες (με την αρίθμηση που αναφέρεται στο εισαγωγικό της παρούσας) Π.
Γ. του Ν. (10η), Ζ. Β. του Ι. (11ο) και Ζ. Α. του Α. (12η), δεν αποδεικνύεται η παροχή πληρεξουσιότητας στην ως άνω δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την ορισθείσα δικάσιμο, καθόσον δεν προσκομίζονται σχετικά πληρεξούσια, με συνέπεια οι αναιρεσείοντες αυτοί να θεωρούνται δικονομικά απόντες.
Επομένως, εφόσον η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδεται με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, παρά την απουσία τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ και, ενόψει του ότι ως προς αυτούς (10η,11ο και 12η) δεν αποδεικνύεται ρητή πληρεξουσιότητα προς τη φερομένη ως πληρεξουσία δικηγόρο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς αυτούς (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, η ως άνω δικηγόρος Αθηνών Αντωνία Τσίκα δήλωσε ότι την 3-5-2019 απεβίωσε ο αναιρεσείων Θ.
Π. του Α. (5ος), δηλαδή μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στις 6-11-2017. Ο θάνατος αυτού προκύπτει από το απόσπασμα της υπ' αριθμ. .../2019 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Δήμου Άργους-Μυκηνών Αργολίδος, που προσκόμισε η ως άνω πληρεξουσία δικηγόρος. Όμως, και ως προς αυτόν δεν αποδεικνύεται ρητή πληρεξουσιότητα προς τη φερομένη ως πληρεξούσια δικηγόρο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, καθόσον δεν προσκομίζεται σχετικό πληρεξούσιο.
Συνεπώς, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη και ως προς αυτόν (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ). Ως προς τους εν λόγω αναιρεσείοντες δεν πρέπει να περιληφθεί διάταξη για καταδίκη τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, διότι, λόγω της ελλείψεως πληρεξουσιότητας, αυτοί πρέπει να θεωρηθούν ξένοι προς την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Αναφορικά με τους λοιπούς αναιρεσείοντες απλούς ομοδίκους, που παρίστανται νομίμως (ήτοι τους 1ο, 2η, 3η, 4η, 6ο, 7ο, 8η, 9ο, και 13η ),πρέπει να διαταχθεί χωρισμός της υποθέσεως και η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Τούτο δε διότι, η ένδικη αγωγή, περιέχει υποκειμενική σώρευση αγωγών, περισσοτέρων του ενός εναγόντων, ως δικαιούχων αποζημιώσεως, συνεπεία αποζημιωτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν και, συνεπώς, η ασκούμενη με την αγωγή αξίωση καθενός απ' αυτούς είναι αυτοτελής και προσωποπαγής.
Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6218/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 6156/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων με αίτημα την αναγνώριση υποχρεώσεως για καταβολή αποζημιώσεως από το ήδη αναιρεσίβλητο και απορρίφθηκε η αγωγή, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558,564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του Εθνικού δικαίου.
Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C. 74, 129/1995). Περαιτέρω, προφανές είναι ότι τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντιθέτου διατάξεως του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998).
Έτσι, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα με την θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των Εθνικών δικαστηρίων (ΔΕΚ C-220/1994).
Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.
Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 και ήδη 249 εδ. 3 της Συνθήκης (ΔΕΚ 91/92).
Επομένως, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να μη εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων (ΔΕΚ C 201/2002). Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίας.
Ειδικότερα, την 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους.
Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: 1α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4.
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτησή της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "1α) κινητές αξίες β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4.
προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".
Σύμφωνα, επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.
Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ.
Τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως, ..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι) γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι) δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".
Στο άρθρο 2 παρ. 6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στη συνέχεια το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.
Σκοπός της Οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε......την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...
η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ...
προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη) "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων...αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...
αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη). Τον σκοπό αυτόν εξυπηρετεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών".
Ειδικότερα, με το άρθρο 61 του ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό Ν.Π.Ι.Δ.
με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά τη λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθρων 61-78 του ως άνω ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.
Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (i) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ.
η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθρο 1 παρ. 2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθρο 2παρ.1 εδ.
α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4 όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά τη γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζομένη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.
Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης ν' αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθρο 2παρ.2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθρο 2παρ.4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθρο 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθρο 8).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (Ι)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ.4 Οδηγίας, 2παρ.6γ ν. 2396/1996).
Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται τη δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2παρ.1 (α) ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης.
β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθρο 1παρ.4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.
Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης. Θεωρείται, δηλ. με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της ανάκλησης (ii) Σύμφωνα με το ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθρο 63 του ως άνω νόμου σκοπός του "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτό της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθρο 65παρ.1 περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 13παρ.1 ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 4α του ν. 1806/1988.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1παρ.12 του ως άνω ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α.
ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)i, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.)".Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθρο 2παρ.1 (α) i η " Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:
αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθρο 2 παρ.1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεσή τους", ενώ κατά το άρθρο 2παρ.6γ του ίδιου ως άνω ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του "Συνεγγυητικού" και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1παρ.12 ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθρο 2παρ.1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλ.
τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων.
Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12παρ.1 του ν. 2533/1997 παρέχει (καταρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).
Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και τη διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά το χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση.
Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.
Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στη σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 1275/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: " Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσείοντες) συνήψαν με τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη, εταιρία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", τις ακόλουθες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου αορίστου διαρκείας, που είναι πανομοιότυπες ως προς τη διατύπωση και τις ρήτρες τους:
Στη συνέχεια, με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού αναφέρονται οι ημερομηνίες καταρτίσεως των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων (1 έως 158) γίνονται δεκτά τα εξής: "Με τις παραπάνω συμβάσεις η "... ΑΕΠΕΥ" ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στους προαναφερόμενους εφεσίβλητους τις παρακάτω υπηρεσίες, (α) πωλήσεις αξιογράφων του χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά την έννοια, του άρθρου 2 παρ. 1 α (i) του Ν.2396/1996, (β) επένδυση των μετρητών χρημάτων του χαρτοφυλακίου σε τίτλους της χρηματαγοράς και της κεφαλαιαγοράς, (γ) τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς, (δ) διάθεση δικαιωμάτων απορρεόντων από τίτλους του χαρτοφυλακίου, (ε) ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου και (στ) φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου.
Ως χαρτοφυλάκιο, τη διαχείριση του οποίου ανέλαβε η ως άνω επενδυτική εταιρία κατά τις εν λόγω συμβάσεις, θεωρήθηκε, κάθε ποσό, το οποίο οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) θα κατέθεταν σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία και κάθε τίτλος κινητών αξιών, που θα της παρέδιδαν οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) για τον ίδιο σκοπό και γενικώς, όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων τα οποία θα προέκυπταν από την επένδυση και τοποθέτηση των κεφαλαίων τους µε την αγορά τίτλων για λογαριασμό τους και την ρευστοποίηση των τίτλων.
Επίσης, µε τις ίδιες συμβάσεις συμφωνήθηκε ότι, η αμοιβή (προμήθεια) της εταιρείας ανέρχεται σε 1,5 % επί της αξίας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, καθώς επίσης και ότι ο κάθε ενάγων (αναιρεσείων) θα καταβάλλει ποσοστό πρόσθετης προμήθειας 25 % επί της υπεραπόδοσης του κεφαλαίου του. Ορίστηκε ακόμη ότι, υπεραπόδοση νοείται ότι υπάρχει όταν :
α) η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου των εναγόντων (αναιρεσειόντων) υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, Λισαβώνος, Μαδρίτης και Μιλάνου κατά 3 % τουλάχιστον και 2) όταν η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών των Χρηματιστηρίων κατά 1 % τουλάχιστον (όρος VII).
Με τις συμβάσεις αυτές (οι όροι των οποίων, σημειωτέον, είναι έντυποι) δεν δόθηκαν από τους εφεσίβλητους (αναιρεσείοντες) συγκεκριμένες οδηγίες ως προς την επένδυση των χρημάτων τους. Ακολούθως οι τελευταίοι, αμέσως μετά τη σύναψη των συμβάσεων, κατέθεσαν διάφορα χρηματικά ποσά στην "... ΑΕΠΕΥ", προκειμένου αυτή, κατά την κρίση της να τα διαχειριστεί επί τρίμηνο, καταρτισθέντων σχετικώς των επικαλούμενων από αυτούς προσαρτημάτων, στα οποία ειδικότερα αναγράφονταν:
α) το κατατεθέν κεφάλαιο προς διαχείριση, β) η διάρκεια της διαχείρισης, η οποία ήταν τρίμηνη, γ) η συμφωνηθείσα προμήθεια αμοιβή της "... ΑΕΠΕΥ", που ανερχόταν: 1) σε ποσοστό 1,5% επί της αξίας του κατατεθέντος αρχικού κεφαλαίου, εφάπαξ καταβαλλόμενο την ημερομηνία έναρξης της διαχείρισης και 2) σε ποσοστό 25 % επί της υπεραπόδοσης του επενδυθέντος κεφαλαίου, όπως αυτή συμφωνήθηκε που ανερχόταν: 1) σε ποσοστό 1,5% επί της αξίας του κατατεθέντος αρχικού κεφαλαίου, εφάπαξ καταβαλλόμενο την ημερομηνία έναρξης της διαχείρισης και 2) σε ποσοστό 25 % επί της υπεραπόδοσης του επενδυθέντος κεφαλαίου, όπως αυτή συμφωνήθηκε και υπολογιζόταν στη λήξη της διαχείρισης, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στις, ως άνω, συμβάσεις.
Κατά τη λήξη της αρχικής τρίμηνης διαχείρισης, οι εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) έλαβαν αποτίµηση του χαρτοφυλακίου τους, όπου προσδιοριζόταν ποιο ήταν το καθαρό πληρωτέο σε αυτούς ποσό, αφαιρουµένων της προµήθειας υπεραπόδοσης και του αναλογούντος ΦΠΑ. Ενόψει δε του ότι κατά τη λήξη της διαχείρισης υπήρχαν κέρδη και υπεραποδόσεις, οι εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) προέβαιναν έκτοτε, µε νέα προσαρτήµατα που υπέγραφαν, σε συνεχείς, ανά τρίµηνο, ανανεώσεις της διαχείρισης, είτε µόνο του κεφαλαίου, είτε του κεφαλαίου και της απόδοσης που είχαν έως τότε αποκομίσει, λαμβάνοντας στη λήξη κάθε διαχείρισης την, ως άνω, αναφερόµενη αποτίµηση του χαρτοφυλακίου τους.
Έτσι, εξαιρουμένης της 40ης των εφεσιβλήτων, η οποία συγκεκριμένα, κατέθεσε στην "... ΑΕΠΕΥ" μια φορά προς τρίμηνη (28-9-2001 έως 28-12-2001) διαχείριση το συνολικό ποσό των 35.216,43 ευρώ, όλοι οι υπόλοιποι εφεσίβλητοι προέβαιναν, µε σχετικά προσαρτήµατα που υπέγραφαν, σε ανανεώσεις (από δύο έως και δεκαεπτά φορές) ανά τρίμηνο, της διαχείρισης των χρηµάτων που κατέθεσαν στην "...
ΑΕΠΕΥ". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 3-12-2001 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µε την υπ αριθ. 293/3-12-2001 απόφαση του Διοικητικού της Συµβουλίου διέταξε την αναστολή της λειτoυργiας της εταιρείας "... ΑΕΠΕΥ" προσωρινά, ενώ στις 27-12-2011 µε την υπ' αριθ. ... 27-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου της ίδιας Επιτροπής, ανακλήθηκε ή άδεια λειτουργίας της άνω ΑΕΠΕΥ και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 4α του Ν. 1806/1988, διορίσθηκε δε για την διενέργειά της επόπτης της εκκαθάρισης.
Τέλος, µε την 1784/2002 απόφαση του Νοµάρχη Αθηνών ανακλήθηκε και η απόφαση περί παροχής άδειας σύστασης και λειτουργίας της ίδια εταιρείας. Οι παραπάνω εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) ανήγγειλαν στον διορισθέντα ειδικό εκκαθαριστή νόμιμα και εμπρόθεσμα, τις απορρέουσες από τις προαναφερόμενες συμβάσεις διαχείρισης απαιτήσεις τους, προσκομίζοντας και τα αναγκαία δικαιολογητικά, ο δε εκκαθαριστής προέβη σε επαλήθευση μέρους των απαιτήσεών τους, καταβάλλοντας σε αυτούς συμμέτρως, τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ.7 του Ν. 1806/1988, λόγω ανεπάρκειας των κατεχομένων από την "...
ΑΕΠΕΥ" χρηματικών ποσών για την πλήρη ικανοποίησή τους. Στη συνέχεια, ο εκκαθαριστής παρέπεμψε τις επαληθευθείσες απαιτήσεις των εναγόντων (αναιρεσειόντων) σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ.8 του Ν. 1806/1988 στην Επιτροπή Αποζημιώσεων του άρθρου 68παρ. 6 του Ν. 2533/1997 του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου) προκειμένου να κριθεί αν αυτές προέκυψαν από καλυπτόμενες, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επενδυτικές υπηρεσίες.
Το τελευταίο κατέβαλε στους κατωτέρω αναφερόμενους εφεσίβλητους μέρος των αιτουμένων από αυτούς ποσών, ενώ αρνείται να καταβάλει τα ζητούμενα με την κρινόμενη αγωγή ποσά... ".Στη συνέχεια, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται οι αναγγελθείσες από την άνω αιτία απαιτήσεις, οι επαληθευθείσες από τον εκκαθαριστή, τα καταβληθέντα από τον τελευταίο ποσά και από το εκκαλούν ποσά, καθώς και οι απαιτήσεις εκάστου εφεσιβλήτου (1ου έως και 174ου στην προσβαλλομένη), από το "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" εκάστου των εφεσιβλήτων γίνονται δεκτά τα εξής: "Η άρνηση, όμως, του εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου) να χορηγήσει στους εφεσίβλητους τα αιτούμενα από τον καθένα με την κρινόμενη αγωγή ποσά δεν είναι παράνομη, καθόσον, αποδείχθηκε ότι τα χρήματα, που αυτοί κατέβαλαν, ως άνω, στην "...
ΑΕΠΕΥ", δεν κατατέθηκαν με εντολή να χρησιμοποιηθούν από αυτή σε καλυπτόμενες από την ευθύνη του εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου), επενδυτικές υπηρεσίες. Ειδικότερα κατά τις καταθέσεις (και ανανεώσεις) από τους εφεσίβλητους των χρημάτων, προς διαχείριση, στην "... ΑΕΠΕΥ" δεν δόθηκαν συγκεκριμένες εντολές από αυτούς στην τελευταία για να επενδυθούν τα χρήματα αυτά σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1α του Ν. 2396/1996, ούτε άλλωστε και η ίδια ΑΕΠΕΥ παρείχε, αναφορικά µε τα κεφάλαια αυτά, στους εφεσίβλητους επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από το εκκαλούν (αναιρεσίβλητο).
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) αγνοούσαν πλήρως τον τρόπο διαχείρισης των εκάστοτε κατατεθέντων εκ μέρους τους κεφαλαίων, τον οποίο γνώριζε μόνο η Κ. Σ., μέλος και Πρόεδρος του ΔΣ της "... ΑΕΠΕΥ", ενώ με την, κατά τα άνω, τοποθέτηση των χρημάτων τους απέβλεπαν στην απόληψη εισοδήματος χωρίς ρίσκο και ανεξάρτητα από την τυχόν πτωτική πορεία του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), µε βραχυχρόνιες (τρίμηνες) συμφωνίες περί διαχείρισης του κεφαλαίου τους, σε αντίθεση µε τη μακροχρόνια πρακτική, που ισχύει στη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων.
Ειδικότερα, οι βραχυχρόνιες αυτές συμφωνίες απέφεραν σε αυτούς εισόδημα (κέρδος έως 10% - 15% το τρίμηνο), το οποίο ήταν δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση µε τις αποδόσεις, που την εποχή εκείνη προέκυπταν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές (καθώς το ΧΑΑ είχε εκείνη την περίοδο πτωτική πορεία) ή από καταθέσεις σε τράπεζες.
Για το λόγο αυτό, άλλωστε και οι εφεσίβλητοι στην πλειοψηφία τους, επανατοποθετούσαν προς διαχείριση, είτε μόνο το κεφάλαιο, είτε το τελευταίο μαζί µε τις αποδόσεις, που μέχρι τότε αυτό είχε αποφέρει.
Συνεπώς, οι εφεσίβλητοι (αναιρεσείοντες) µε τα προαναφερθέντα προσαρτήματα και τη συμφωνηθείσα µε αυτά διαχείριση των χρημάτων τους απέβλεψαν σε εισόδημα, το οποίο θα αποκόμιζαν από τη διαχείριση του κεφαλαίου τους, κατά τρόπο που δεν διευκρινίσθηκε µεν από το αποδεικτικό υλικό (ούτε και οι διάδικοι προσδιόρισαν), πλην όμως ήταν άσχετος µε επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως αυτά παραπάνω προσδιορίσθηκαν, γεγονός που αυτοί σαφώς γνώριζαν, εφόσον κατά την κατάρτιση των προσαρτηµάτων και την κατάθεση των κεφαλαίων τους προς διαχείριση δεν γινόταν λόγος για επένδυση σε συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι στα χαρτοφυλάκια ορισμένων εφεσιβλήτων βρέθηκαν πράγματι λιγοστοί τίτλοι, όπως ισχυρίζονται οι τελευταίοι και δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν, αφού από μόνο του το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει ότι οι σχετικές συναλλαγές έγιναν με εντολή των εναγόντων (αναιρεσειόντων) από τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ούτε και ότι τα τελευταία κατατέθηκαν από αυτούς με εντολή τους να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1α του Ν. 2396/1996.
Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι για όσους τίτλους βρέθηκαν σε χαρτοφυλάκια των εφεσιβλήτων το εκκαλούν αποζημίωσε αυτούς, καταβάλλοντάς τους τα κεφάλαια, που απαιτήθηκαν για την αγορά τους, αφαιρουμένων των πωλήσεων, ενώ όπου υπήρχαν αυτούσιοι τίτλοι αυτοί τους παραδόθηκαν. Επομένως, αφού το εκκαλούν δεν ευθύνεται για την καταβολή των αιτουμένων από τους παραπάνω ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους ποσών, η από υπό κρίση αγωγή είναι, ως προς το εκκαλούν νομικό πρόσωπο ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη την εν λόγω αγωγή και αναγνώρισε ότι το εκκαλούν (αναιρεσίβλητο) οφείλει να καταβάλει στους εφεσίβλητους (αναιρεσείοντες) τα ποσά που αναλυτικά αναφέρονται στο διατακτικό της, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις..." Mε βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος που αυτή δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο και απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο κρίνοντας, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του ότι οι αναιρεσείοντες αποσκοπούσαν σε εγγυημένες αποδόσεις και όχι σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων ή σε άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση, ότι δεν πρόκειται για καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, που δημιουργούν σχετική αποζημιωτική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, 2 παρ. 1γ'του ν. 2396/1996, 1 παρ. 4, 2 παρ.2, 8 παρ. 1-3 και 9 παρ. 1-2 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και 1 σημ. 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΚ.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι δεν αποτελεί καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, που δημιουργεί σχετική αποζημιωτική ευθύνη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, η κατάθεση χρηματικού ποσού εγγυημένης σταθερής αποδόσεως, όταν η κατάθεση αυτή δεν συνδέεται με εντολή εκτελέσεως χρηματιστηριακών εργασιών, ούτε χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό αυτό.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, ότι στη προσβαλλομένη απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της α) ότι οι αναιρσείοντες ουδέποτε έδωσαν εντολή για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα με τα κατατεθέντα δυνάμει των προσαρτημάτων κεφάλαια και β) ότι οι όποιοι λιγοστοί τίτλοι βρέθηκαν δεν είχαν αγορασθεί με τα κατατεθέντα με τα προσαρτήματα κεφάλαια, αλλά με άλλα χρηματικά ποσά, είναι αβάσιμος, διότι στις φερόμενες αντιφατικές παραδοχές του Εφετείου στην πραγματικότητα ουδεμία αντίφαση υφίσταται.
Η δε παραδοχή ότι οι αγοραπωλησίες μετοχών με άλλα χρηματικά ποσά αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όμως, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, το οποίο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως προβάλλεται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως α) ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν στην "... ΑΕΠΕΥ" εντολή για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα (καίτοι η εντολή αυτή ρητώς περιέχεται στη ρήτρα Ι.2 της συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των αναιρεσειόντων και της "...
ΑΕΠΕΥ") και β) ότι όσες χρηματιστηριακές συναλλαγές εκτελέστηκαν (με εντολή τους) δεν διενεργήθηκαν με τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες είχαν δώσει εντολή με τις συμβάσεις για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών.
Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως προβάλλεται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως α) ότι καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά η διαχείριση χαρτοφυλακίου, που περιλαμβάνει χρήματα εφόσον αυτά δόθηκαν με εντολή για διενέργεια συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, ανεξαρτήτως αν αυτές εκτελέστηκαν έως το χρόνο ανακλήσεως της αδείας της ΕΠΕΥ και β) ότι ουδέποτε οι αναιρεσείοντες έδωσαν εντολή για επένδυση και επομένως η κατάθεση χρημάτων δεν έγινε προς το σκοπό επενδύσεως προς χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά απολήψεως σταθερού εισοδήματος.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το σφάλμα του δικαστηρίου, ήτοι που εντοπίζονται οι αντιφάσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναγκαίο για τη θεμελίωση του λόγου αυτού στοιχείο.
Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1275/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα και συγκεκριμένα ότι: α) οι αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν στην ΕΠΕΥ εντολή για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών με τα χρηματικά ποσά των προσαρτημάτων, β)ότι δια της καταρτίσεως των προσαρτημάτων οι αναιρεσείοντες απέβλεψαν στην αποκομιδή εισοδήματος χωρίς καμία διακινδύνευση, γ) ότι τα χρηματικά ποσά που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες δεν κατατέθηκαν για να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά για να γίνει αυτοτελής διαχείριση από την "...
ΑΕΠΕΥ". Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις καταρτισθείσες συμβάσεις μεταξύ των αναιρεσειόντων και της "... ΑΕΠΕΥ". Ο λόγος αυτός (εκτιμώμενος από το άρθρο 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση, του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή βεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
Μάλιστα στην προσβαλλομένη απόφαση ειδικώς μνημονεύονται οι καταρτισθείσες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των αναιρεσειόντων και της "... ΑΕΠΕΥ". Με τις λοιπές αιτιάσεις του ιδίου λόγου, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τις παραδοχές της συμμετοχής της "...
ΑΕΠΕΥ" ως μέλους του συνεγγυητικού κεφαλαίου, της καταθέσεως χρηματικών ποσών στην "... ΑΕΠΕΥ", της ευρέσεως στα χαρτοφυλάκια ορισμένων αναιρεσειόντων ελαχίστων τίτλων και, συνεπώς, ο σχετικός λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002). Για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1632/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ.α' του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη, πράγματα που δεν είχαν προταθεί νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε δέχθηκε ότι οι διενεργηθείσες χρηματιστηριακές συναλλαγές επί ελαχίστων μετοχών δεν έγιναν με τα κεφάλαια που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλουμένη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικό που προέκυψε από τις αποδείξεις. Με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι η καταβολή αποζημιώσεως στους αναιρεσείοντες για τις διενεργηθείσες συναλλαγές με κεφάλαια πέραν των χρημάτων που κατέθεσε αυτός με τα προσαρτήματα υποδηλώνει ότι οι συναλλαγές αυτές διενεργήθηκαν με τα κατατεθέντα με τα προσαρτήματα κεφάλαια. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ.α' του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερθεισών συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καταρτίστηκαν μεταξύ των αναιρεσειόντων και της ...
ΑΕΠΕΥ και των προσαρτημάτων αυτών, με την εσφαλμένη ανάγνωσή τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε παραδοχή εσφαλμένη ότι, οι αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν εντολές για εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και ότι οι εκτελεσθείσες ως άσχετες με τα χρηματικά κεφάλαια που είχαν καταθέσει οι τελευταίοι στην ΕΠΕΥ δεν συνιστούν καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με αυτό των συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των προσαρτημάτων αυτών, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε και τα ερμήνευσε ορθά, συνεκτίμησε το περιεχόμενό τους με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως προς τους ανωτέρω παρισταμένους νομίμως αναιρεσείοντες (1ο,2η,3η,4η,6ο,7ο,8η,9ο και 13η), να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, ως απαράδεκτη, την από 9-11-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6218/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσείοντες, με την αρίθμηση που αναφέρεται στο εισαγωγικό της παρούσας: Παπούλια Θεόδωρο του Αποστόλου (5ο), Π. Γ. του Ν. (10η), Ζ. Β. του Ι. (11ο) και Ζ. Α. του Α. (12η).
Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τους ανωτέρω από τους αναιρεσείοντες και τη συνέχιση αυτής ως προς τους λοιπούς αυτών.
Απορρίπτει την από 9-11-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της ιδίας ως άνω αποφάσεως (υπ' αριθμ. 6218/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών) ως προς τους αναιρεσείοντες, με την αρίθμηση που αναφέρεται στο εισαγωγικό της παρούσας: Κ. Γ. του Α. (1), Κ. Δ. του Α. (2η), Κ. Ζ. του Χ. (3η), Τ. Μ. του Α. (4), Β. Ε. του Ε. (6ο), Κ. Ι. του Σ. (7ο), Μ. Α. του Χ. (8η), Μ. Π. του Θ. (9ο) και Ζ. Μ. - Β. του Σ. (13η).
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους ως άνω παρισταμένους αναιρεσείοντες (1ο, 2η, 3η, 4η, 6ο, 7ο, 8η, 9ο και 13η) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουλίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ