Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment regarding tenant's claim for reduced rent during business closure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and heirs of the original tenant against the Second Instance Court's rejection of a supplementary claim for reduced rent. The tenant argued that the Second Instance Court erred in law by rejecting the claim for the first time at the appellate level and failed to apply common sense regarding the shop's declining revenue. The court held that the supplementary claim was inadmissible because it did not meet procedural requirements for first-time assertion at the appellate stage.
Legislator headnote
AI generatedArticles 282, 283, 288 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A supplementary claim filed for the first time at the appellate level is inadmissible if it concerns facts preceding the first instance hearing, as it violates the principle of procedural economy and the rules governing the exercise of incidental claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 802 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 802/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Δ. Γ., θυγατέρας Μ. Σ., 2) Μ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., 3) Α. - Ί. Γ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κιαουλιά και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Γ. χήρας Π. Γ., το γένος Γ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταματογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5531/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2015 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/9/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 24/3/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, παραδεκτώς, από τους αναιρεσείοντες, ως καθολικούς διαδόχους του αρχικού εναγομένου-παρεμπιπτόντως ενάγοντος και εκκαλούντος Δ. Γ., στη δικονομική θέση του οποίου αυτοί υπεισήλθαν, λόγω θανάτου του, στις 8/4/2015, ήτοι μετά το τέλος της προφορικής συζήτησης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, περιστατικά μη αμφισβητούμενα από την αναιρεσίβλητη και προκύπτοντα από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ώστε δεν τίθεται θέμα για διακοπή και επανάληψη της δίκης (άρθρα 286 και 556 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1057/09).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961 και 962 ΑΚ προκύπτει, ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσεως του κοινού αντικειμένου από τον ένα από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι και αν δεν πρόβαλαν αξίωση περί συγχρήσεως, να απαιτήσουν από αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσεως του κοινού.
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια.
Συνεπώς, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης, καθώς και στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας που θα εκδοθεί, αρκεί να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η σ’ αυτό μερίδα του ενάγοντος, ότι ο εναγόμενος έκανε κατά τον επίδικο χρόνο αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγομένου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου (ΑΠ 187/2015).
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ο εναγόμενος είναι συγκύριοι σε ποσοστό 1/3 και 2/3 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενός καταστήματος, που απέκτησαν με παράγωγο τρόπο το οποίο βρίσκεται στο ισόγειο μίας πολυκατοικίας κειμένης στη συμβολή των οδών ...
στην ... στον Πειραιά. Το κατάστημα αυτό αποτελείται από δύο επί μέρους τμήματα με τα στοιχεία ..., επιφάνειας 55,73 τμ και 27,87 τμ, αντίστοιχα και συνολικής επιφάνειας 83,60 τμ, από πατάρι επιφάνειας 40 τμ, που επικοινωνεί με το ισόγειο με δύο σκάλες και αποθήκη επιφάνειας 16 τμ, που βρίσκεται στο πίσω μέρος του καταστήματος.
Έχει πρόσοψη στην πεζοδρομημένη οδό ..., η οποία συνέχεται με την κεντρική πλατεία του Πειραιά την ... Πειραιά και η οποία (οδός ...) σε απόσταση λίγων μέτρων από την είσοδο του επικοίνου καταστήματος συμβάλλεται με την κεντρική λεωφόρο .... Συνεπεία της ως άνω εξαιρετικά προνομιούχου θέσης του το επίδικο κατάστημα έχει μεγάλη ζήτηση για μίσθωση, γεγονός που του προσδίδει σημαντική μισθωτική και αγοραία αξία, επιπροσθέτως δε ο εκάστοτε μισθωτής αυτού έχει τη δυνατότητα να μισθώνει και δημοτικό χώρο στον πεζόδρομο και την πλατεία με συνακόλουθη επαύξηση της μισθωτικής του αξίας.
Περαιτέρω το κτίριο, στο οποίο βρίσκεται το επίκοινο κατάστημα, έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο, βρίσκεται σε πολύ καλή κατάστημα όπως και το κατάστημα, το οποίο έχει ανακαινισθεί από τον εναγόμενο. Ο τελευταίος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2009, όπως και προγενέστερα, χρησιμοποιούσε αποκλειστικά το παραπάνω κατάστημα ως επιχείρηση "καφετέριας- ζαχαροπλαστείου- εστιατορίου" με τον διακριτικό τίτλο "...", χωρίς όμως να αποδώσει στην ενάγουσα το όφελος που αποκόμισε αυτός, κατά τον χρόνο της αποκλειστικής χρήσης του ως άνω καταστήματος, το οποίο συνίσταται στη μισθωτική αξία της μερίδας της εκτός χρήσης ενάγουσας.
Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό 683/2012 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η μισθωτική αξία του επικοίνου το έτος 2007 ανερχόταν στο ποσό των 130 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, δηλαδή συνολικά σε 10.868 ευρώ το μήνα (130 € X 83,60 τμ). Εξάλλου για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του επικοίνου καταστήματος οι διάδικοι επικαλούνται τα μισθώματα που καταβάλλονται από άλλους μισθωτές για καταστήματα που βρίσκονται στην ίδια περιοχή.
Ειδικότερα: 1) για το ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 24 με πατάρι και υπόγειο 24 τμ, που βρίσκεται στην οδό ... 117 και έχει τον διακριτικό τίτλο ... (μετέπειτα "...") το μηνιαίο μίσθωμα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 2008-2009 ανερχόταν στα ποσά των 3.803 € και 4.183 € αντίστοιχα, δηλαδή 158 €/τμ και 174 €/τμ, αντίστοιχα (βλ.
το από 10-7-1997 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως) 2) για ισόγειο κατάστημα εμβαδού 111,30, με πατάρι και τρεις αποθήκες στο υπόγειο, που βρίσκεται στην οδό ... … και έχει τον διακριτικό τίτλο "..." το μηνιαίο μίσθωμα κατά το έτος 2006 ανερχόταν στο ποσό των 8.523 ευρώ, δηλαδή 76,78 ευρώ/τμ (βλ. την από 9-3-2006 απόδειξη είσπραξης) 3) για ισόγειο κατάστημα εμβαδού 93,22 τμ με πατάρι, που έχει τον διακριτικό τίτλο "..." και βρίσκεται στην οδό ..., η οποία "βλέπει" στην ..., το μηνιαίο μίσθωμα κατά το έτος 2008 ανερχόταν στο ποσό των 7.429,73 €, δηλαδή 79,90 €/τμ (βλ.
το από 31-5-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό παρατάσεως διαρκείας μισθώσεως και αναπροσαρμογής μισθώματος και το υπ. αριθ. ...28-2-1996 διπλότυπο εισπράξεως) 4) για κατάστημα εμβαδού 63 τμ με πατάρι, που έχει τον διακριτικό τίτλο "..." και βρίσκεται στην οδό ..., το μηνιαίο μίσθωμα κατά το έτος 2006 ανερχόταν σε 5.430 ευρώ, δηλαδή 86,19 €/τμ (βλ.
το από 28-2-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό και το υπ’ αριθμ ... διπλότυπο είσπραξης) 5) για κατάστημα εμβαδού 28,53 τμ με πατάρι, που βρίσκεται στην οδό ... ... και έχει πρόσοψη στη ... , το μηνιαίο μίσθωμα κατά το έτος 2006 ανερχόταν στο ποσό των 1448 ευρώ, δηλαδή 50,75 €/τμ (βλ. το από 3-1-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό). Εξάλλου δεν μπορούν να αποτελέσουν πρόσφορά συγκριτικά στοιχεία α) η από 1-11-2011 τροποποίηση σύμβασης μίσθωσης και β) το από 14-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, καθόσον οι μισθώσεις αυτές καταρτίστηκαν όταν πλέον η οικονομική κρίση που είχε πλήξει τη χώρα από τις αρχές του 2010, είχε προκαλέσει συρρίκνωση των εισοδημάτων και μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, που είχαν ως συνέπεια, μεταξύ άλλων τη διακοπή της λειτουργίας σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων (μεταξύ των οποίων και χώροι μαζικής εστίασης), την υπερπροσφορά καταστημάτων προς ενοικιαστή τη χαμηλή ζήτηση αυτών και τέλος τη μείωση της μισθωτικής τους αξίας.
Τέλος, δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο η προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εκκαλούντα για πρώτη φορά υπ’ αριθμ ...25-4-2012 έκθεση εκτίμησης των ορκωτών εκτιμητών Γ. Π. και X. Μ., οι οποίοι προσδιόρισαν την ετήσια μισθωτική αξία του επικοίνου στο ποσό των 51.000 € και τη μηνιαία στο ποσό των 4.250 € δηλαδή σε 50,83 €/τμ, καθόσον η έκθεση αυτή αφορά το έτος 2011 όταν ήδη τα μισθώματα εμφάνιζαν πτωτική πορεία.
Ενόψει όλων των ανωτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την επιφάνεια του επικοίνου ακινήτου, την κατασκευή του, τις επικρατούσες στην περιοχή όπου τούτο βρίσκεται, μισθωτικές συνθήκες, αλλά και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών που επιβάλλουν να μην υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ της αποζημίωσης που καταβάλλει ο εναγόμενος για την αποκλειστική χρήση του επικοίνου και της τρέχουσας μισθωτικής αξίας αυτού, κρίνει ότι η εν λόγω μισθωτική αξία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα των ετών 2008-2009 ανερχόταν στο ποσό των 135 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, δηλαδή συνολικά σε 11.286 ευρώ το μήνα.
Συνεπώς, η ενάγουσα συγκυρία του επιδίκου κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, δικαιούτο να λάβει από τον εναγόμενο συγκοινωνό, ο οποίος έχει την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου την ανάλογη μερίδα της από την ωφέλεια που αποκόμισε αυτός, λόγω της αποκλειστικής αυτής χρήσης, η οποία (μερίδα) ανέρχεται στο ποσό των 3.762 ευρώ το μήνα (11. 286 ευρώ X 1/3) και συνολικά για τα δύο έτη (2008-2009) στο ποσό των 90.288 (3762 ευρώ X 24 μήνες)...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, αφού κατόπιν εφέσεως του αρχικού εναγομένου εξαφάνισε την οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, προσδιόρισε την οφειλόμενη από αυτόν στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ανάλογη με τη μερίδα της αποζημίωση χρήσεως για την αποκλειστική εκ μέρους του χρήση του επίκοινου ακινήτου, στο ποσό των 90.288 ευρώ, για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπάρκειας αιτιολογιών. Προς στοιχειοθέτηση δε της ανωτέρω πλημμέλειας προβάλλονται, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό τους, αιτιάσεις, συναπτόμενες με αξιολόγηση από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικών μέσων (1/11/2011 τροποποιητική σύμβαση, 14/7/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, έκθεση εκτίμησης ορκωτών εκτιμητών που το Εφετείο έκρινε μη πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία), κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο του δικαστηρίου, με τη μη αναφορά στο που υπερτερούσαν και που υστερούσαν τα συγκριτικά στοιχεία σε σχέση με το επίδικο, με το ότι κανένα συγκριτικό στοιχείο, εκτός από το (κατά τους αναιρεσείοντες) "κακοποιημένο" συγκριτικό στοιχείο του καταστήματος ...
δεν οδηγεί σε τέτοιο ποσό μισθώματος ανά τ.μ. μισθούμενης επιφάνειας στην ... στον Πειραιά, με το ότι η αναιρεσίβλητη ουδέν απέδειξε, ενώ ο αρχικός εναγόμενος απέδειξε όλους τους ισχυρισμούς του και έπρεπε να μειωθεί η αποζημίωση στο προσήκον μέτρο ή να καθοριστεί στο ποσό 65 ευρώ ανά τ.μ., με το ότι δεν προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, γιατί η τιμή μισθώματος στη μίσθωση του καταστήματος ...
προκρίθηκε, ως καταλληλότερη κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και αντιστοιχούσα με την αληθινή εμπορική αξία μισθώσεως αυτού, ούτε προέκυψε, εάν στην προηγούμενη κρίση του Δικαστηρίου είχαν ληφθεί υπόψη τα συγκριτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν στην προκείμενη δίκη και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται που και πως και με ποιες συνθήκες προέκυψε η αύξηση έστω κατ’ ολίγον της μισθωτικής αξίας του επικοίνου από το 2007, που κρίθηκε στάσιμη σε σχέση με το μίσθωμα του 2006, ενώ αντίθετα προέκυψε η δυνατότητα του δικαστή να μειώσει την αποζημίωση χρήσεως, διότι όχι μόνο δεν φτάνει και προσεγγίζει το αγοραίο μίσθωμα, αλλά το υπερφαλαγγίζει και το διπλασιάζει αναιτίως και αδίκως.
Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος. Τούτο, διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, στην ανάλυση μη συνιστώντων αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλομένη εκτίθεται με επάρκεια και σαφήνεια το αποδεικτικό της πόρισμα, αναφορικά με τη μισθωτική αξία του επίκοινου καταστήματος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, με βάση τις γενόμενες δεκτές από το Εφετείο πραγματικές και μισθωτικές συνθήκες, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του και τον με βάση αυτές προσδιορισμό της ανάλογης αποζημίωσης χρήσεως για την αποκλειστική του χρήση από τον αρχικό ενάγοντα, δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων.
Σε κάθε δε περίπτωση οι σχετικές περί τούτου ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στις εφαρμοσθείσες και στην αρχή της παρούσας παρατιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 481/13, 214/2012), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση και το πρακτικό αυτοψίας (άρθρο 359 ΚΠολΔ), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (άρθρο 383 ΚΠολΔ), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (άρθρο 410 ΚΠολΔ) και οι ένορκες βεβαιώσεις (άρθρα 270 παρ. 2, 339 ΚΠολΔ).
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα που είχαν προσκομιστεί από τον αρχικό εναγόμενο και τότε εκκαλούντα δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, σχετικά με τον προσδιορισμό και την επιφάνεια του όμορου καταστήματος ..., με αποτέλεσμα να αχθεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα περί μισθωτικής αξίας του 158 ευρώ/τ.μ., αντί της προκύπτουσας από την ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων 65 ευρώ /τ.μ.
και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: την ...18.3.2005 απόδειξη είσπραξης ενοικίου ποσού 1.286,13 ευρώ, την από 1/2/2005 απόδειξη είσπραξης ενοικίου 1.286,13 ευρώ, την ...14.2.2006 απόδειξη είσπραξης ενοικίου 1.349,23 ευρώ, αντίγραφο λογαριασμού ΔΕΗ, κάτοψη του ημιωρόφου, ως αυτοτελούς ορόφου του όλου ακινήτου, κάτοψη του υπογείου του όλου ακινήτου, κάτοψη ισογείου του όλου ακινήτου, την από Μαρτίου 1980 δεύτερη κάτοψη ισογείου του όλου ακινήτου, την από 14/7/2011 σύμβαση μίσθωσης του κατ/τος που στεγαζόταν μέχρι τέλους του 2010 το κατάστημα ...
και το από 1/8/2011 τροποποιητικό συμβόλαιο του αμέσως όμορου καταστήματος με το επίδικο της εταιρείας "...", η οποία μίσθωσε και το πρώην κατάστημα της επιχείρησης ..., αλλά δεν μίσθωσε, όμως, την αποθήκη του κατ/τος ... και το αυτοτελές W.C., που χρησιμοποιείτο από αυτήν. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ’ αυτήν αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και "τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι".
Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν μνημονεύει ειδικώς και δεν αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, που φέρονται αγνοηθέντα, τα οποία, άλλωστε αφορούν συγκριτικό στοιχείο συνεκτιμηθέν με τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 283 ΚΠολΔ, "1. Η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. 2. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές μπορούν να ασκηθούν σε κάθε στάση της δίκης και κατ’ έφεση, εκτός αν περιέχουν αυτοτελή αίτηση".
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του ίδιου Κώδικα, κατά τις οποίες είναι απαράδεκτη η μεταβολή, αντίστοιχα, του αιτήματος και της βάσεως της αγωγής, συνάγεται ότι απαραδέκτως ασκείται για πρώτη φορά παρεμπίπτουσα αγωγή που περιέχει αυτοτελή αίτηση μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της κύριας αγωγής.
Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κύριας αιτήσεως, προστιθέμενη σ’ αυτήν. Κάθε άλλη αίτηση που μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη είναι αυτοτελής. Ειδικότερα, η παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να στηρίζεται σε γεγονότα μεταγενέστερα της πρώτης συζητήσεως και αν ασκείται στο εφετείο, σε γεγονότα μεταγενέστερα της τελευταίας συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Στην ένδικη περίπτωση ο αρχικός ενάγων-εκκαλών άσκησε στο Εφετείο, για πρώτη φορά παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία υπό την επίκληση της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ και περιστατικών προγενέστερων της συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (6/5/2011), ζήτησε να καθοριστεί η οφειλόμενη από αυτόν αποζημίωση για το επίδικο διάστημα μειωμένη κατά ποσοστό 50% επί του προηγουμένως επιδικασθέντος ποσού των 130 ευρώ/τ.μ., άλλως να μειωθεί στο προσήκον μέτρο.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή, κρίνοντας ότι δεν είναι νόμιμη και παραδεκτή, διότι τα επικαλούμενα με αυτήν πραγματικά περιστατικά δεν συνέβησαν μετά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, όπως ήταν αναγκαίο. Ήδη, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, παραβίασε ευθέως τους κανόνες δικαίου από τα άρθρα 282 και 283 ΚΠολΔ, σχετικά με την άσκηση νομοτύπως της παρεμπίπτουσας αγωγής, καθόσον ο τότε εκκαλών-εναγόμενος με την παρεμπίπτουσα αγωγή του ήθελε να βελτιώσει την αορίστως, χωρίς αίτημα, υποβληθείσα ένστασή του από το άρθρο 288 ΑΚ, τα περί της οποίας περιστατικά είχε εκθέσει πρωτοδίκως και επιπλέον, σχετικά και πάλι με την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής, παραβίασε (το Εφετείο) τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι έμπρακτα αποδείχτηκε ότι τα συγκεκριμένα έτη είχε μειωθεί ο τζίρος του καταστήματός του, γεγονός που δικαιολογεί τη μείωση και όχι την αύξηση του μισθώματος.
Ο λόγος είναι απορριπτέος. Κατά μεν την αιτίαση περί παραβιάσεως των κανόνων δικαίου από τα άρθρα 282, 283 ΚΠολΔ, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη πλημμέλεια ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, κατά δε την προβαλλόμενη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας με βάση με την επικαλούμενη εκτίμηση των αποδείξεων, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν προχώρησε στην ουσιαστική εξέταση της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται, ότι η ένδικη παρεμπίπτουσα αγωγή διαλαμβάνει αυτοτελή αίτηση, δυνάμενη να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις παραδεκτής άσκησής της για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ’ αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14/9/2015 αίτηση των Α. χήρας Δ. Γ., Μ. Γ. και Α.-Ί. Γ., για αναίρεση της 256/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ