Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds regarding unreviewable judicial fact-finding and indirect admissions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court improperly inferred an admission of a corporate practice paying 100% severance, which should have been proven by evidence. The court ruled that judicial determinations of whether such admissions exist are final and unreviewable on appeal. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 261 and 559 of the Code of Civil Procedure; Judicial findings on the existence of indirect admissions or corporate practices are unreviewable on appeal and constitute a matter of fact.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 802 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 802/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε.Β.Ε. ΛΑΤΟΜΕΙΩΝ ΜΑΡΜΑΡΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ-ΠΕΝΤΕΛΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "DIONYSSOMARBLE" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Πίκουλα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1433/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6295/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 προβλέπεται στο εδάφιο α' ότι: "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεις εργασίας αορίστου διαρκείας συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου στου ν. 2112 ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των αποχωρούντων της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσος της υπό τον ν. 2112 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή τον β'δ της 16/18-7-1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζόμενης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος".
Προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής της διατάξεως είναι: α) σχέση εργασίας αορίστου διαρκείας, β) συμπλήρωση είτε δεκαπενταετούς υπηρεσίας "παρά τω αυτώ εργοδότη" είτε του "υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπομένου ορίου ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου του 65ου έτους της ηλικίας", και γ) "αποχώρηση της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου".
Εξάλλου, με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το εδαφ. β του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 (που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 3789/1957) και ορίσθηκε ότι "μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν έχουν την ιδιότητα του ...
υπαλλήλου είτε να αποχωρώσιν είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου".
Πρόκειται για περίπτωση διαφορετική από εκείνη που ρυθμίζει, κατά τα ανωτέρω, το εδαφ. α' του αυτού άρθρου 8 του ν. 3198/1955, αφού άλλοι είναι οι όροι εφαρμογής του εδαφ. β', μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδοτήσεως του υπαλλήλου λόγω γήρατος (ΟλΑΠ 26/1992). Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν απαιτείται να συντρέχει στην περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του εδαφίου α' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955.
Περαιτέρω, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας ως γενεσιουργό λόγο αξιώσεως.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωση του υπόσχεται στους εργαζομένους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους, παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελευθέρως ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στην υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει στους εργαζόμενους που απομακρύνονται ή αποχωρούν από την εργασία τους, επειδή συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις για να λάβουν σύνταξη γήρατος ολόκληρη την, από τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση απολύσεως.
Έτσι, αν ο εργοδότης, παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στο χώρο της εκμετάλλευσης, επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτήν ένα ή περισσότερους εργαζομένους, τότε αυτοί έχουν αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια, της οποίας αν αποδειχθεί η ύπαρξη, ο εργαζόμενος έχει ευθεία αξίωση με βάση το άρθρο 648 ΑΚ για καταβολή της από την εργασιακή σύμβαση, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή καταρτίζεται σιωπηρή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού και έτσι η ως άνω διαμορφωθείσα συνήθεια (πρακτική) καθίσταται περιεχόμενο της ατομικής συμβάσεως εργασίας.
Εξάλλου, ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται και οι πρόσθετες παροχές που καταβάλλονται κατά τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης σταθερά και μόνιμα, ως τακτικό νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας. Έτσι, ως τακτικές αποδοχές, που συνυπολογίζονται για τον καθορισμό της αποζημίωσης απόλυσης θεωρούνται, εκτός των άλλων και οι οικειοθελείς παροχές, τις οποίες ο εργοδότης καταβάλλει για μεγάλο χρονικό διάστημα σταθερά, ομοιόμορφα και ανεπιφύλακτα, οπότε παύουν να είναι ελευθέρως ανακλητές και αποκτούν μισθολογικό χαρακτήρα.
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α και β του Π.Δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου" (ΦΕΚ Α' 162/12-7-2002), ορίζεται ότι: "α) Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, β) Υπό την επιφύλαξη του προηγουμένου εδαφίου και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του παρόντος Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του ιδίου αυτού Προεδρικού Διατάγματος ορίζεται ότι: "1.
Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. 2.
Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, που είναι δημοσίας τάξεως, προκύπτει ότι ο εργοδότης που διαδέχεται ή υποκαθιστά με οποιοδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε νομική μορφή τον αρχικό εργοδότη στην άσκηση ορισμένης επιχειρήσεως υπεισέρχεται αναγκαστικώς και αυτοδικαίως σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και συμβάσεις με τον παλαιό (μεταβιβάσαντα) εργοδότη, χωρίς να επηρεάζονται καθόλου τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Με άλλα λόγια καθιερώνεται αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης. Συνακόλουθα διασώζεται η εργασιακή σχέση, καθ' όλο το περιεχόμενο της και διασφαλίζεται η αποφυγή της χειροτέρευσης της θέσης του μισθωτού. Ειδική περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων και διαδοχής εργοδοτών αποτελεί η συγχώνευση εταιρειών με απορρόφηση.
Οι εργασιακές σχέσεις, όπως όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις που είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρείες δεν λύνονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρεία, η οποία ως διάδοχος εργοδότης υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφωμένων επιχειρήσεων ως δικαιοπαρόχων εργοδοτών.
Έτσι, σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων, η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της απορροφωμένης επιχειρήσεως, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως και υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, Κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.
Τα ανωτέρω ισχύουν και σε περίπτωση απολύσεως του εργαζομένου, οπότε ο διάδοχος εργοδότης οφείλει να τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις και να καταβάλει την προβλεπόμενη με βάση το συνολικό χρόνο του μισθωτού στον αρχικό και στο νέο εργοδότη και με βάση τους ισχύοντες όρους ΣΣΕ, ΔΑ Κανονισμού και της ατομικής συμβάσεως εργασίας του απολυμένου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας ύστερα από έφεση του ενάγοντος, κατά της υπ' αριθμ. 1433/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής του (ήδη αναιρεσιβλήτου), μετ' εξαφάνιση της ως άνω απόφασης (1433/2008) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο) δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 13-2-1981 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως εργατοτεχνίτης και ειδικότερα βοηθός εφαρμοστής με αντικείμενο απασχόλησης τη συντήρηση μηχανημάτων, από την εταιρεία με την επωνυμία: "EMMY - ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΕ", η οποία ανήκει στον όμιλο εταιρειών, αποτελούμενο από τη μητρική εταιρεία με την επωνυμία: "ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ" (ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΕ) και άλλες θυγατρικές εταιρείες μεταξύ των οποίων η ως άνω εταιρεία ("EMMY-ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΕ").
Με την ανωτέρω ιδιότητα του παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι και τις 31-8-1985, οπότε η ανωτέρω εργοδότρια του εταιρεία με την επωνυμία "EMMY-ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΕ", με το αριθμ. πρωτ. 812/30-8-1985 απευθυνόμενο προς αυτόν έγγραφο της, του ανακοίνωσε τη μετάταξη του ως υπαλλήλου από 1-9-1985, κατά τους αναφερόμενους στο έγγραφο αυτό όρους, τους οποίους αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα ο ενάγων και έτσι από 1-9-1985 συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος και ειδικότερα ως χειριστής γερανοφόρων οχημάτων.
Στη συνέχεια με την αριθμ. πρωτ. ΕΜ 10428 ΣΧΕ 9888/31-12-2003 απόφαση του Α' Τμήματος της Διεύθυνσης Εμπορίου της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής εγκρίθηκε η απορρόφηση από την εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Παραγωγής Δομικών Υλικών" και με διακριτικό τίτλο "ALFAMIX ΑΒΕΕ", του κλάδου παραγωγής και εμπορίας ετοίμων κονιαμάτων της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία "EMMY-ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΕ", στον οποίο κλάδο ανήκε και ο ενάγων.
Κατόπιν αυτού, τόσο με το αριθμ. πρωτ. 67/9-2-2004 έγγραφο της άνω αρχικής εργοδότριας του εταιρείας ("EMMY-ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΕ"), όσο και με το με αριθμ. πρωτ. 23/9-2-2004 έγγραφο της άνω απορροφήσασας-διαδόχου εταιρείας ("ALFAMIX ΑΒΕΕ"), τα οποία απευθύνονταν στον ενάγοντα, του γνωστοποιήθηκαν τα ακόλουθα: "από την 01η Φεβρουαρίου 2004 θα υπάγεστε στη δύναμη του προσωπικού της εταιρίας "ALFAMIX ΑΒΕΕ".
Όλα δε τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις σας από τη σύμβαση εργασίας σας με την εταιρία "EMMY-ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΕ" μεταβιβάστηκαν στην "ALFAMIX ΑΒΕΕ" με τα ίδια ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 178/2002". Έτσι ο ενάγων από 1-2-2004 εντάχθηκε στο προσωπικό της ανωτέρω εταιρείας "ALFAMIX ΑΒΕΕ", όπου συνέχισε να προσφέρει με την ανωτέρω ιδιότητα του, τις ίδιες υπηρεσίες του και η οποία ως διάδοχος εργοδότης υπεισήλθε αναγκαστικώς και αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την ένδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της προαναφερομένης απορροφήσεως.
Ακολούθως, μετά την κατάρτιση της από 10-11-2004 συμβάσεως πωλήσεως όλων των μετοχών της προαναφερομένης εταιρείας "ALFAMIX ΑΒΕΕ" στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕΒΕ ΛΑΤΟΜΕΙΩΝ ΜΑΡΜΑΡΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ - ΠΕΝΤΕΛΗΣ και Τεχνικών, Ξενοδοχειακών, Γεωργικών, Μεταφορικών και Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων και Αντιπροσωπειών" και το διακριτικό τίτλο "DIONYSSOMARBLE ΑΕΒΕ", την ανακοίνωση στο με αριθμό 560/28-1-2005 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) της καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης της άνω εταιρείας "ALFAMIX ΑΒΕΕ" με την εναγομένη, και την ανακοίνωση στο με αριθμό 2863/10-5-2005 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) της καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, της συγχώνευσης των αμέσως προαναφερομένων εταιρειών, ολοκληρώθηκε η εν λόγω συγχώνευση με απορρόφηση της ως άνω εταιρείας "ALFAMIX ΑΒΕΕ", η οποία σύμφωνα με τα προαναφερόμενα είχε καταστεί εργοδότρια του ενάγοντος, από την εναγομένη.
Μετά από αυτά η εναγομένη με το αριθμ. πρωτ. 31070/1-6-2005 έγγραφο της απευθυνόμενο στον ενάγοντα του γνωστοποίησε τα ακόλουθα: "Σας ενημερώνουμε ότι μετά την ολοκλήρωση των νομίμων διαδικασιών της συγχωνεύσεως της εταιρείας ALFAMIX ΑΒΕΕ δι' απορροφήσεώς της από την εταιρεία "ΑΕΒΕ ΛΑΤΟΜΕΙΩΝ ΜΑΡΜΑΡΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ ΠΕΝΤΕΛΗΣ", αποτελείτε προσωπικό της εταιρείας μας (DIONYSSOMARBLE), η οποία υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του εργοδότη.
Η προϋπηρεσία σας στην εταιρεία ALFAMIX αναγνωρίζεται για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν και εφεξής το μισθολογικό σας καθεστώς, καθώς και όλα τα ζητήματα που αφορούν στην εργασιακή σας σχέση θα διέπονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που αφορούν στη δραστηριότητα της επιχείρησης, τον κανονισμό Λατομικών και Μεταλλευτικών εργασιών (ΚΜΛΕ), καθώς και από τις αποφάσεις της διοίκησης και την πρακτική της εταιρείας".
Έτσι, ο ενάγων εντάχθηκε στο προσωπικό της εναγομένης όπου συνέχισε να προσφέρει με την ανωτέρω ιδιότητα του τις υπηρεσίες του, η οποία σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, υπεισήλθε αναγκαστικώς και αυτοδικαίως ως διάδοχος εργοδότης σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση εργασίας του, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της εν λόγω συγχωνεύσεως.
Περαιτέρω, με την από 21-10-2005 έγγραφη καταγγελία συμβάσεως εργασίας λόγω συνταξιοδότησης, η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων λήψεως πλήρους συντάξεως γήρατος και του κατέβαλε κατά το άρθρο 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, το 40% της αποζημίωσης απολύσεως, ύψους 16.546,41 ευρώ.
Ο ενάγων, στις 26-10-2005 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας ισχυριζόμενος ότι δικαιούται το 100% της ως άνω αποζημιώσεως απολύσεως έχοντας την πεποίθηση ότι αυτό προβλεπόταν από σχετικό όρο Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας. Οι εκπρόσωποι της εναγομένης, οι οποίοι παρέστησαν στη σχετική συζήτηση, που έλαβε χώρα στις 14-11-2005 και για την οποία συντάχθηκε το με αριθμό δελτίο διαφοράς 282/14-11-2005 του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικής Αττικής - Άνοιξης, δήλωσαν ότι δεν τους είχε γνωστοποιηθεί κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η υποχρέωση καταβολής μεγαλύτερης αποζημίωσης και ακολούθως τόσον ο ενάγων, όσο και οι εκπρόσωποι της εναγομένης αποδέχθηκαν την πρόταση της ανωτέρω Υπηρεσίας να ερευνήσει εάν υφίστατο υποχρέωση καταβολής ποσοστού 100% της ανωτέρω αποζημιώσεως απολύσεως λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως.
Όμως οι σχετικές προσπάθειες ενημέρωσης της ανωτέρω Υπηρεσίας αναφορικά με το θέμα αυτό δεν τελεσφόρησαν και ειδικότερα, όπως αναφέρεται στο με αριθμ. πρωτ. 1832/28-9-2006 έγγραφο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας - Δ/νση Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατ. Αττικής - Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Άνοιξης, το οποίο με επίκληση προσκομίζει η εναγομένη, "παρά τις προσπάθειες της Υπηρεσίας μας η Διεύθυνση Προσωπικού της ΑΓΕΤ ΑΕ δεν μας ενημέρωσε αν υφίσταται συμβατική υποχρέωση ή επιχειρησιακή συνήθεια της θυγατρικής εταιρίας "EMMY-ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΕ" την οποία εξαγοράσατε, για την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης των αποχωρούντων υπαλλήλων λόγω συνταξιοδότησης".
Εξάλλου και ο ενάγων αναφορικά με το θέμα αυτό απηύθυνε την από 2-12-2005 επιστολή του προς την "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΕ" με το ακόλουθο περιεχόμενο "κατά τις διαδικασίες της πώλησης της εταιρείας στα μάρμαρα Διονύσου, η εταιρία είχε διαβεβαιώσει και είχε δεσμευθεί απέναντι στους εργαζόμενους (παρουσία και του ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ) ότι θα διατηρήσουν όλα τα δικαιώματα τους και στη νέα εταιρία (Μάρμαρα Διονύσου) και σε περίπτωση συνταξιοδότησης θα πάρουν το 100% της αποζημίωσης.
Επειδή εγώ συνταξιοδοτήθηκα, ζήτησα από τη νέα μου εταιρία να μου καταβάλλει το 100% της αποζημίωσης βάσει των συμφωνηθέντων. Η εταιρία όμως αρνήθηκε να μου δώσει το 100% και μου είπε ότι δικαιούμαι το 40% που ορίζει ο νόμος. Σας παρακαλώ να μου γνωρίσετε αν δικαιούμαι (έχετε συμφωνήσει) το 100% της αποζημίωσης, όπως μας είχατε υποσχεθεί ή το 40% που ισχυρίζεται ο νέος μου εργοδότης", χωρίς όμως να λάβει καμιά απάντηση στην επιστολή του αυτή.
Και πράγματι στις Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που είχαν καταρτισθεί μεταξύ του σωματείου των εργαζομένων στη μητρική και στις θυγατρικές εταιρείες του προαναφερομένου Ομίλου, με την επωνυμία "Σύλλογος Εργατών και Υπαλλήλων Ομίλου Εταιρειών ΑΓΕΤ - ΗΡΑΚΛΗΣ Η ΕΝΩΣΗ" και της διοίκησης της ΑΓΕΤ - ΗΡΑΚΛΗΣ και των διοικήσεων θυγατρικών εταιρειών του άνω Ομίλου, μεταξύ των οποίων και η αρχική εργοδότρια του ενάγοντος εταιρεία με την επωνυμία "EMMY - ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΒΕΕ", δεν είχε περιληφθεί ειδικός όρος αναφορικά με το θέμα αυτό της αποζημιώσεως των αποχωρούντων υπαλλήλων του άνω Ομίλου λόγω συνταξιοδότησης, παρά μόνον στους Γενικούς Όρους της ΕΣΣΕ 1991 που με επίκληση προσκομίζεται ότι "Διατάξεις, Ρυθμίσεις προηγουμένων διμερών Συμφωνιών ως και από ελευθεριότητα παροχές της εταιρείας, που δεν περιγράφονται και δεν τροποποιούνται με την παρούσα εξακολουθούν να ισχύουν.
Πλην όμως, σε όλους τους εργαζομένους του ανωτέρω Ομίλου και ειδικότερα τόσο σε αυτούς που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη μητρική εταιρεία, όσο και σ' αυτούς που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στις θυγατρικές εταιρείες μεταξύ των οποίων και η εν λόγω εταιρεία με την επωνυμία "EMMY - ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΒΕΕ".
σε περίπτωση απόλυσης τους λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων λήψης πλήρους συντάξεως γήρατος, καταβαλλόταν όχι το ποσοστό του 40% της αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955, αλλά ποσοστό 100% της αποζημιώσεως αυτής. Η καταβολή του ως άνω ποσοστού, ήτοι του 100% της αποζημιώσεως των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως εργαζομένων, γινόταν χωρίς θετική υπόσχεση, αλλά σταθερά, ομοιόμορφα, απρόσωπα και επί μακρό χρονικό διάστημα και ειδικότερα τουλάχιστον από το έτος 1983 και συνεχώς έκτοτε, δηλαδή τουλάχιστον κατά τα τελευταία 22 έτη πριν την αποχώρηση λόγω συνταξιοδοτήσεως του ενάγοντος (21-10-2005).
Ειδικότερα, το ως άνω ποσοστό αποζημιώσεως (100%) καταβλήθηκε στους αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδοτήσεως Ι. Ρ. που αποχώρησε κατά το έτος 2005, Ε. Α. που αποχώρησε ομοίως κατά το έτος 2005, στον Π. Κ. και στο Δ. Π. που είχαν αποχωρήσει πριν τον ενάγοντα, εκ των οποίων οι τρεις πρώτοι αναφέρονται στην αγωγή και δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη, ο δε τέταρτος αναφέρθηκε από το μάρτυρα αποδείξεως χωρίς και αυτός επίσης να αμφισβητηθεί ειδικώς από την εναγομένη.
Από την προαναφερομένη γενική, σταθερή, ομοιόμορφη, απρόσωπη και μακροχρόνια χορήγηση του άνω ποσοστού (100%) αποζημιώσεως στους απολυόμενους λόγω πλήρους συνταξιοδότησης, δημιουργήθηκε πρακτική επιχειρησιακή συνήθεια για την καταβολή του εν λόγω από 100% ποσοστού αποζημιώσεως, την οποία ο ενάγων είχε αποδεχθεί σιωπηρά, με αποτέλεσμα να αποτελέσει συνακόλουθα συμπληρωματικό όρο της ατομικής εργασιακής του σύμβασης.
Τα ανωτέρω προκύπτουν από τη σαφή και χωρίς αντιφάσεις κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Γ. Ζ., ο οποίος από προσωπική αντίληψη και γνώση ως εργαζόμενος του άνω Ομίλου, αλλά και ως συνδικαλιστής από μακρού χρόνου (1983-1984) του προαναφερομένου σωματείου εργαζομένων, ήτοι του Συλλόγου Εργατών και Υπαλλήλων Ομίλου Εταιρειών ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ "Η ΕΝΩΣΗ", το οποίο ας σημειωθεί είναι ενιαίο για όλους τους εργαζομένους της μητρικής και των θυγατρικών εταιρειών του εν λόγω Ομίλου, με βεβαιότητα κατέθεσε για την ύπαρξη της ως άνω μακροχρόνιας, σταθερής και ομοιόμορφης επιχειρησιακής πρακτικής, η οποία μάλιστα, ανέφερε ότι, ήταν ενιαία για τους εργαζομένους του Ομίλου, καθώς και ότι κατά τη μεταβίβαση του ως άνω κλάδου της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος ("EMMY - ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΕ") έλαβαν διαβεβαιώσεις από τους εκπροσώπους της ότι θα διασφαλιστεί και το ως άνω δικαίωμα των εργαζομένων της λήψης ποσοστού 100% της αποζημίωσης κατά την αποχώρηση τους λόγω συνταξιοδότησης.
Ειδικότερα, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε για τα ανωτέρω ότι "στον Όμιλο των εταιρειών και στις θυγατρικές δινόταν το 100% της αποζημίωσης, και ακόμα και υπάλληλοι που έφευγαν στα 10 χρόνια έπαιρναν όλη την αποζημίωση, υπήρχε ενιαία πρακτική σ' όλο τον όμιλο ... ήταν το έθιμο της εταιρείας να δίνει το 100% ... Θυμάμαι τον Π.
Δ. στα γραφεία της "ΑΛΦΑ ΜΠΛΟΚ" που ήταν ενταγμένο στην "EMMY ΚΤΙΡΙΑΚΑ", πήρε από τον Όμιλο ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ, όλη την αποζημίωση. Σε όλο τον Όμιλο υπήρχε αυτό το έθιμο. Λογιστικά δινόταν απ' τις επιμέρους θυγατρικές εταιρίες. Όταν γίνονταν διαπραγματεύσεις για την πώληση της Άλφα Μπλοκ κάναμε παρέμβαση στους αγοραστές για να πληρώνουν το 100% της αποζημίωσης.
Ο Λ. το είπε αυτό. Είναι διασφαλισμένα αυτά τα δικαιώματα". Η κατάθεση δε αυτή του ανωτέρω μάρτυρα προσεπιβεβαιώνεται και από το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ενάγοντα απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών της τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΕ" για τη χρήση του έτους 1999 στο οποίο αναφέρεται κατά λέξη ότι "η εταιρεία κατά πάγια ακολουθούμενη τακτική καταβάλλει στους αποχωρούντες υπαλλήλους λόγω συνταξιοδοτήσεως το 100% της αποζημιώσεως", τούτο δε ισχύει, όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ο ως άνω μάρτυρας, για όλες τις εταιρείες του εν λόγω Ομίλου.
Το γεγονός εξάλλου ότι δεν υπήρξε απάντηση εκ μέρους των εκπροσώπων της "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΕ", ούτε προς την ως άνω από 2-12-2005 επιστολή του ενάγοντος, ούτε κυρίως προς την ως άνω Υπηρεσία, ήτοι το Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Άνοιξης-Αν. Αττικής, που διενεργούσε έρευνα σχετικά με την ύπαρξη της επίμαχης επιχειρησιακής συνήθειας, δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιήσει τα ανωτέρω, ενόψει όλων, όσων λεπτομερώς προαναφέρθηκαν, αλλ' αντιθέτως προδήλως καταδεικνύει εμμέσως ότι υφίσταται πράγματι η ως άνω συνήθεια, αφού διαφορετικά ήταν απόλυτα ευχερές σ' αυτήν να γνωστοποιήσει ιδίως στην ως άνω Υπηρεσία την ανυπαρξία τέτοιας επιχειρησιακής πρακτικής (εάν πράγματι δεν υπήρχε), αλλά και να απαντήσει προς τον ενάγοντα διαψεύδοντας τον ως άνω ισχυρισμό του περί της ύπαρξης της πρακτικής αυτής, πλην όμως απέφυγε να απαντήσει και να γνωστοποιήσει σχετικά στοιχεία, πράγμα που, είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ενισχυτικό της άποψης ότι υφίσταται η εν λόγω επιχειρησιακή συνήθεια.
Πρέπει δε να αναφερθεί ότι τόσο ο ενάγων με την ανωτέρω επιστολή του, όσο και το Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Άνοιξης απευθύνθηκαν για το επίμαχο θέμα στον Όμιλο της "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", καθόσον όλα τα στοιχεία που αφορούσαν τα εργασιακά και μισθολογικά θέματα των εργαζομένων της άνω θυγατρικής εταιρείας, αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος "EMMY - ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΕ", ήταν γνωστά και τηρούνταν στην "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΕ", όπως προκύπτει και από το από 19-11-2004 έγγραφο που η εναγομένη με επίκληση προσκομίζει, το οποίο αφορά τέτοια θέματα και απευθύνεται σ' αυτήν προερχόμενο από την ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ (σε παρένθεση EMMY - ΚΤΙΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΒΕΕ).
Τα ανωτέρω, δεν αναιρούνται ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Δ. Τ. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεδομένου ότι ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στη μη ύπαρξη σχετικού (και συγκεκριμένου) με την ως άνω επιχειρησιακή συνήθεια όρου στις Επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε., ούτε σε άλλο έγγραφο, γεγονός που, όπως προαναφέρθηκε, είναι αληθές ως άνω λεπτομερώς αναφέρθηκε, πλην όμως τίποτα περαιτέρω δεν ανέφερε που να αντικρούει όλα τα προαναφερόμενα σχετικά με την ως άνω ενιαία, μακροχρόνια, απρόσωπη, σταθερή και ομοιόμορφη πρακτική καταβολής αποζημιώσεως εκ ποσοστού 100% στους ως άνω αποχωρούντες εργαζομένους, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ο ενάγων και δεν συντρέχει ουδείς λόγος διαφοροποίησης και εξαίρεσης αυτού από την εν λόγω επιχειρησιακή συνήθεια.
Περαιτέρω, η εναγομένη δεσμεύεται από την ως άνω επιχειρησιακή συνήθεια της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, που εξακολουθούσε, κατά τα προεκτεθέντα να ισχύει συνεχώς έκτοτε και μέχρι το χρόνο και της προαναφερθείσας διαδοχικής απορροφήσεως, αφού ως διάδοχος εργοδότης υπεισέρχεται αναγκαστικώς και αυτοδικαίως σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, από τις συμβάσεις του παλαιού και πιο πριν απ' αυτή εργοδότη κατ' άρθρο 4 του Π.Δ. 178/2002.
Έτσι, εφόσον αποδεικνύεται η ύπαρξη της ανωτέρω επιχειρησιακής συνήθειας που παράγει κατά τα άνω υποχρέωση της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, έναντι αυτού, η εν λόγω υποχρέωση δεσμεύει και την εναγομένη ως αναγκαστική και αυτοδίκαιη συνέπεια της κατόπιν της άνω διαδοχικής μεταβιβάσεως υπεισέλευσης ως διαδόχου στα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις της άνω αρχικής καθώς και της πριν απ' αυτήν ως άνω εργοδότριας χωρίς να ασκεί επιρροή στην υποχρέωση αυτή της εναγομένης, απορρέουσα από την άνω επιχειρησιακή συνήθεια η οποία κατά τα άνω κατέστη, συμπληρωματικός όρος της ατομικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, η γνώση ή η άγνοια της ενδεχομένως και ανυπαίτια, λόγω μη σχετικής ενημερώσεώς της από την μεταβιβάσα πρώην εργοδότρια, δεδομένου ότι δεν τίθεται ως προς την εν λόγω υποχρέωσή της τέτοιες προϋποθέσεις από το ανωτέρω ΠΔ 178/2002, ούτε άλλωστε, σε κάθε περίπτωση επικαλέσθηκε ούτε βεβαίως αποδείχθηκε ότι (η εναγόμενη) είχε επιφυλάξει τυχόν, υπέρ αυτής οποιαδήποτε δυνατότητα διαφοροποιήσεως.
Στη συνέχεια το Εφετείο αφού δέχθηκε ότι ο ενάγων κατά την απόλυσή του, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος δικαιούτο να λάβει ποσοστό 100% της αποζημιώσεως του άρθρου 8 εδ.β' του Ν. 3198/1955 εξαφάνισε την 1433/2008 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως ήτοι ότι ο ενάγων δεν δικαιούται το ποσοστό 100% της ανωτέρω αποζημιώσεως κάνοντας δεκτό το σχετικό λόγο (1ο) της έφεσης του αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.
Το δικαστήριο ουσίας κρίνει ανελέγκτως, αν από τη μη αμφισβήτηση και το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται, συνάγεται έμμεση ομολογία, διότι πρόκειται για κρίση πραγμάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ.11β' αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε, διότι παρά την ειδική αμφισβήτησή της, για την ύπαρξη της επίμαχης επιχειρησιακής συνήθειας το Εφετείο συνήγαγε ομολογία για την ύπαρξη αυτής (για όλους τους εργαζομένους στις εταιρείες του ομίλου ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΕ, επομένως και για τους εργαζομένους της ALFAMIX ΑΒΒΕ με την οποία ("ALFAMIX ΑΒΕΕ") συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως (της ALFAMIX από αυτή) την οποία (επιχειρηματική συνήθεια κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, αποδέχθηκε ο αναιρεσίβλητος με συνέπεια να αποτελέσει όρο της ατομικής του εργασιακής σύμβασης), κατά την οποία στους απολυόμενους λόγω πλήρους συνταξιοδότησης υπαλλήλους του άνω ομίλου (επομένως και στους μισθωτούς της αναιρεσείουσας που προέρχονται από την ALFAMIX ΑΒΒΕ) καταβαλλόταν το 100% της προβλεπόμενης αποζημίωσης και όχι το 40% αυτής κατά το άρθρο 8 εδ.
β' του ν. 3198/1955 με συνέπεια, λόγω της προαναφερομένης ομολογίας, να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση (η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου) και ακολούθως να δεχθεί την αγωγή αυτή. Ο προαναφερόμενος λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η συναγωγή ή μη ομολογία κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Περαιτέρω η αναιρεσείουσα εταιρεία με τον δεύτερο (2ο) λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 αναιρετική πλημμέλεια συνιστάμενη σε ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος για την ύπαρξη της επίδικής επιχειρησιακής συνήθειας.
Από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όπως πιο πάνω εκτίθενται προκύπτει ότι μνημονεύονται σ' αυτή, ενδεικτικώς ως επιχείρημα ενισχυτικό της ύπαρξης επίδικης επιχειρησιακής συνήθειας. Τέσσερις περιπτώσεις εργαζομένων που αποχώρησαν και έλαβαν το 100% της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης και συνεπώς η κρίση του Εφετείου δεν ελέγχεται, για το λόγο αυτό, αναιρετικά.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα (αρθ. 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2011 αίτηση για αναίρεση της 6295/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ