Supreme Court dismisses appeal on procedural default and substantive fraud grounds regarding investment firm liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by an investment company and an individual against a lower court ruling. The appellant failed to appear at the hearing, while the appellee proceeded with the discussion, leading to a procedural default. Substantively, the court upheld the finding that the appellee committed fraud by maintaining unauthorized trading instructions despite knowledge of the account's status, establishing civil liability under Greek law. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellants were ordered to pay the appellee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Civil Code; Article 386 of the Penal Code: When a party fails to appear at the appeal hearing, the court examines who expedites the discussion; if the appellee expedites it, the appellant must prove proper service of summons. Furthermore, civil liability for fraud is established when one person, through deceit, causes another to hold a false belief leading to a wrongful act, regardless of whether the defrauder directly benefited.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 802 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 802/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΛΑΚΩΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ - ΑΕΛΔΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αναστασιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Μαρτίου 2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5797/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4348/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 5 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, ενώ δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο οι αναιρεσείοντες. Με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου επισπεύσθηκε η συζήτηση και επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων Βασιλική Κεφαλοπούλου, που υπογράφει το δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης (143 παρ. 3 ΚΠολΔ), για τη δικάσιμο της 5.12.2011, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19.11.2012), ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο εκείνη, όπως προκύπτει από την έκθεση επίδοσης 11592Γ/29.11.2010 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .... Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσειόντων (576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται ότι γεννιέται υποχρέωση προς αποζημίωση, εάν από παράνομη και υπαίτια πράξη ή παράλειψη επήλθε ζημία, για τον προσδιορισμό του ύψους της οποίας λαμβάνεται καταρχήν υπόψη ο χρόνος της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Δεν αποκλείεται όμως να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημίας σε προγενέστερο χρόνο και μάλιστα στο χρόνο κατά τον οποίο οχλήθηκε ο ζημιώσας για την αποκατάσταση αυτής (ΑΠ 846/2003).
Αντίστοιχα είναι επιτρεπτό να ζητήσει ο ζημιωθείς από τον ζημιώσαντα την τυχόν αύξηση της ζημίας του στο μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο χρόνο έως την πληρωμή της αποζημίωσης με παρεμπίπτουσα αγωγή (ΟλΑΠ 38/1996, ΟλΑΠ 44/1996). Ενδεχόμενη αύξηση της ζημίας μετά τη γέννηση της υποχρέωσης του οφειλέτη προς αποζημίωση, ο οποίος καθυστερεί την εκπλήρωση της παροχής του, δεν συνεπάγεται αντίστοιχη απαλλαγή του, αφού εάν αυτός ήταν συνεπής και κατέβαλλε εγκαίρως την οφειλή του, μεταγενέστερα περιστατικά δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την παροχή.
Εξάλλου λήψη υπόψη ανελαστικά του χρόνου της συζήτησης της αγωγής, ως αποκλειστικού χρονικού σημείου για τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης είναι ενδεχόμενο, εάν κατά το χρόνο εκείνο έχει μειωθεί η αξία της παροχής, να αποβεί σε όφελος του ζημιώσαντος, ο οποίος καθυστερεί την εκπλήρωση της παροχής του.
Το δίκαιο όμως της αποζημίωσης δεν αποδέχεται καθυστερήσεις και δεν επιβραβεύει τους οφειλέτες που ευνοούνται από τη δική τους καθυστέρηση και οι οποίοι μάλιστα μπορεί να ακολουθούν σκοπίμως παρελκυστική τακτική.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Το έτος 1998 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) κατήρτισε, ως επενδυτής, με την πρώτη εναγομένη (αναιρεσείουσα), εταιρία λήψης και διαβίβασης επενδυτικών εντολών, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών λήψης και διαβίβασης εντολών για την εκτέλεση, για λογαριασμό του ίδιου, από τη χρηματιστηριακή εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ", με την οποία εκείνη συνεργαζόταν, χρηματιστηριακών συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
Ενώ μέχρι το τέλος του 2001 είχε συνεχή ενημέρωση από τη χρηματιστηριακή εταιρία με την αποστολή, σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή νομοθεσία, μηνιαίων καταστάσεων ενημέρωσης της κίνησης του λογαριασμού του, από το τέλος του έτους εκείνου έπαψε να λαμβάνει έγγραφη ενημέρωση της κίνησης του λογαριασμού του.
Περί το έτος 2002 απευθύνθηκε στο δεύτερο εναγόμενο (αναιρεσείοντα), πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης, ο οποίος του απέστειλε ενημερωτική κατάσταση, από την οποία διαπίστωσε ότι η κίνηση του χαρτοφυλακίου του είχε πλήρη απόκλιση από τις εντολές του. Από την ανάλυση της χρηματικής του καρτέλας και από τα πινακίδια εκτέλεσης εντολών του επενδυτή, που εξέδωσε η χρηματιστηριακή εταιρία, κατά το χρονικό διάστημα από 28.11.2001 έως 31.5.2003 είχαν εκποιηθεί από το χαρτοφυλάκιο του, χωρίς άδεια και ειδική εντολή αυτού, οι αναφερόμενες αναλυτικά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μετοχές.
Το ίδιο χρονικό διάστημα, με το τίμημα της πώλησης των παραπάνω μετοχών αγοράστηκαν για λογαριασμό του ενάγοντος, με τη χρήση του κωδικού του, κυρίως μετοχές της εταιρίας ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΕ, καθώς επίσης και μετοχές άλλων εταιριών σε μικρότερη έκταση. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στο δεύτερο εναγόμενο, διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης, με τον οποίο διατηρούσε επικοινωνία και κατόπιν αυτού συντάχθηκε μεταξύ τους, στις 9.5.2003, το από 9.5.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο τελευταίος ανέλαβε να αποκαταστήσει τη ζημία του πρώτου, ίση με την αξία του χαρτοφυλακίου του στις 31.7.2003, με την αγορά των παραπάνω μετοχών που είχαν εκποιηθεί χωρίς τη δική του εντολή.
Επίσης, ως εγγύηση για την αποκατάσταση της ως άνω ζημίας, ο δεύτερος εναγόμενος αποδέχθηκε μια συναλλαγματική, ποσού 80.000 ευρώ, έκδοσης του ενάγοντος, μη ημερομηνία λήξης την 31.7.2003, η οποία όμως δεν πληρώθηκε κατά τη λήξη της. Κατόπιν αυτού ο δεύτερος εναγόμενος κατήρτισε με τον ενάγοντα το από 15.10.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αναγνώρισε ότι, χωρίς να ενημερώσει τον επενδυτή και χωρίς τη θέληση του, πούλησε τις μετοχές του τελευταίου και ανέλαβε την υποχρέωση να αποκαταστήσει το χαρτοφυλάκιο του με την αγορά των παραπάνω μετοχών που πούλησε, χωρίς την εντολή του επενδυτή, έως τις 31.10.2003.
Όμως και η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη, γεγονός που οδήγησε τον ενάγοντα επενδυτή να επιτύχει την έκδοση της διαταγής πληρωμής 1307/2004 του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία όμως έμεινε ανεκτέλεστη, διότι στο μεταξύ διάστημα ο δεύτερος εναγόμενος μετοίκησε σε άγνωστη διεύθυνση. Στη συνέχεια με τη 13/309/29.7.2004 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς απαγορεύθηκε η λειτουργία της πρώτης εναγομένης, λόγω αδυναμίας ελέγχου και παραβάσεων δημοσιότητας της διαχειριστικής χρήσης.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την από 6.3.2003 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών τέθηκε υπό επιτήρηση από την 7.3.2003 η μετοχή της εταιρίας ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ και με την απόφαση 10/367/22.12.2005 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς επιβλήθηκε σε βάρος του δεύτερου εναγομένου πρόστιμο για παράβαση του άρθρου 72 παρ.2 του ν. 1969/1991 κατά την κατάρτιση συναλλαγών επί της μετοχής της εν λόγω εταιρίας (χειραγώγηση μετοχής και πληροφοριών).
Εξάλλου, ύστερα από την από 6.7.2004 μήνυση του ενάγοντος επενδυτή ασκήθηκε εναντίον του δεύτερου εναγομένου και απαγγέλθηκε κατηγορία για το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, για το οποίο και επιβλήθηκαν σε βάρος αυτού περιοριστικοί όροι με διάταξη της 15πς Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ενάγων επενδυτής, μετά τη άπρακτη πάροδο της καταληκτικής προθεσμίας του από 15.10.2003 δεύτερου συμφωνητικού για την αποκατάσταση της ζημίας του, κοινοποίησε στο δεύτερο εναγόμενο στις 10.3.2004 την από 8.3.2004 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία αξίωνε το ποσό των 115.000 ευρώ, ως αποζημίωση, ίση με την αξία των εκποιηθεισών μετοχών του χαρτοφυλακίου του, τις οποίες ο τελευταίος αναγνώρισε ότι όφειλε να αποκαταστήσει στα δύο προαναφερόμενα συμφωνητικά.
Η αξία των εν λόγω μετοχών, κατά το κλείσιμο της συνεδρίασης της 4.3.2004, που ήταν η τελευταία πριν από την πιο πάνω εξώδικη διαμαρτυρία-όχληση, ανερχόταν, σύμφωνα με το έγγραφο 31352/22.6.2006 του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, στο ποσό συνολικά των 126.432 ευρώ. Μετά την αφαίρεση από το ποσό αυτό, εκείνου των 8.653,87 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία 3982 μετοχών της ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΕ, που περιέχονταν στο χαρτοφυλάκιο του ενάγοντος επενδυτή, απομένει το ποσό των 117.778,13 ευρώ, που αποτελεί τη θετική ζημία του επενδυτή και από το οποίο επιδικάστηκε το ζητούμενο ποσό των 106.108,13 ευρώ.
Περαιτέρω, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο δεύτερος εναγόμενος διέπραξε σε βάρος του ενάγοντος το έγκλημα της απάτης και ευθύνεται για την αποκατάσταση της ζημίας του τελευταίου, διότι αυτός, με την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου της πρώτης εναγομένης, παρέστησε ψευδώς με δόλο στους νόμιμους εκπροσώπους της χρηματιστηριακής εταιρίας, στην οποία ο ενάγων διέθετε το χρηματιστηριακό κωδικό 10241/1, ότι οι εντολές αγοραπωλησίας μετοχών διενεργούνταν εν γνώσει και ύστερα από εντολή του τελευταίου και συγχρόνως απέκρυψε δολίως από τον ενάγοντα επενδυτή την κίνηση του χαρτοφυλακίου του, με συνέπεια να διατηρείται σ' αυτόν η πεπλανημένη αντίληψη ότι διατηρείται η αξία του.
Με την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά ο δεύτερος εναγόμενος σκόπευε να αποκτήσει παράνομο περιουσιακό όφελος (εφόσον οι πιο πάνω χρηματιστηριακές συναλλαγές ήσαν παράνομες), τόσο για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, που εισέπραξε προμήθεια ύψους 0,5% επί της αξίας κάθε συναλλαγής, όσο και για την ΚΕΡΑΜΕΙΑ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΕ, για την προώθηση της μετοχής της.
Για την αποκατάσταση της ζημίας του επενδυτή ευθύνεται και η δεύτερη εναγομένη, διότι επί εγκλήματος απάτης, που τελείται από διευθύνοντα σύμβουλο και νόμιμο εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρίας στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, ευθύνεται αστικώς, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, τόσο η ανώνυμη εταιρία, όσο και ο διευθύνων σύμβουλος, ως αυτουργός του εγκλήματος.
Συνυπαίτιος της ζημίας του ενάγοντος και μάλιστα κατά ποσοστό 20% υπήρξε και ο ίδιος, κατά μερική παραδοχή σχετικής ένστασης των εναγομένων, διότι μετά τη διακοπή της αποστολής ενημερωτικών καταστάσεων της κίνησης του λογαριασμού του κατά το έτος 2001 αμέλησε να απευθυνθεί στη χρηματιστηριακή εταιρία και ακόμη διότι από το τέλος του έτους 2002, που ο δεύτερος εναγόμενος του είχε αποστείλει κατάσταση του χαρτοφυλακίου του, δεν φρόντισε να ανακαλέσει την εξουσιοδότηση του και να καταγγείλει τη σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών προς την πρώτη εναγομένη, με συνέπεια να εξακολουθήσει ο δεύτερος μέχρι το μήνα Μάιο του 2003 να εκτελεί παράνομες συναλλαγές στο χαρτοφυλάκιο αυτού.
Μετά από αυτά δικαιούται ο ενάγων επενδυτής, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη, μετά τη μείωση κατά 20% του ποσού των 106.108,13 ευρώ, το οποίο ζήτησε με την αγωγή του, το ποσό των 84.886,51 ευρώ. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, το οποίο προσδιόρισε την άξιο των εκποιηθεισών μετοχών του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος και συνακόλουθα το ύψος της ζημίας και της οφειλόμενης αποζημίωσης, με βάση, όπως εκείνος ζήτησε, την τιμή που είχαν αυτές στις 4.3.2004, κατά το κλείσιμο της συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών της 4.3.2004, που ήταν η τελευταία πριν από την από 8.3.2004 εξώδικη διαμαρτυρία-όχληση του ενάγοντος προς το δεύτερο εναγόμενο και όχι με βάση το μεταγενέστερο χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ορθά το νόμο εφάρμοσε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι τελευταίοι με τον πρώτο λόγο αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297 και 298 ΑΚ είναι αβάσιμα.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1217/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου, της ζημίας του από αυτή και της ευθύνης των εναγομένων προς αποζημίωση του.
Ειδικότερα καθίσταται σαφές από τις παραδοχές αυτές ότι η παράνομη συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, η οποία συνίστατο στη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών από το χαρτοφυλάκιο του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, χωρίς τη γνώση και την εντολή του τελευταίου, με την ψευδή παράσταση στους νόμιμους εκπροσώπους της χρηματιστηριακής εταιρίας ότι οι εντολές αγοραπωλησίας μετοχών με τον κωδικό του ενάγοντος γίνονταν εν γνώσει και κατόπιν εντολής του επενδυτή και με τη δόλια απόκρυψη από τον τελευταίο της κίνησης του χαρτοφυλακίου του, ώστε να δημιουργείται σ' αυτόν η πεπλανημένη αντίληψη ότι διατηρείται η αξία αυτού, δεν διακόπηκε κατά το τέλος του έτους 2002, οπότε ο ενάγων πληροφορήθηκε την πραγματική κατάσταση του χαρτοφυλακίου του, αλλά συνεχίστηκε μέχρι το Μάιο του 2003.
Αυτό καταφαίνεται και από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες-εναγομένους ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος επενδυτή, ότι αυτός, παρά το γεγονός ότι κατά το τέλος του 2002 πληροφορήθηκε από το δεύτερο εναγόμενο την κατάσταση του χαρτοφυλακίου του, δεν φρόντισε να ανακαλέσει την εξουσιοδότηση του και να καταγγείλει τη σύμβαση λήψης και διαβίβασης εντολών προς την πρώτη εναγομένη, με συνέπεια ο πρώτος εναγόμενος να εξακολουθήσει μέχρι το μήνα Μάιο του 2003 να εκτελεί παράνομες συναλλαγές στο χαρτοφυλάκιο εκείνου.
Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο, όπως εκτιμάται, προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη επαρκών αιτιολογιών και για αντιφατικές αιτιολογίες στα παραπάνω κρίσιμο ζήτημα είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο.
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου δικαιολογείται πλήρως η στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων, στηριζόμενη στη συντέλεση του αδικήματος της απάτης και συνακόλουθα ορθά εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 386 ΠΚ. Επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 386 ΠΚ κρίνεται αβάσιμος.
Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι αναφορές των αναιρεσειόντων στο αναιρετήριο ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος γνώριζε τις συναλλαγές που πραγματοποιούνταν στο χαρτοφυλάκιο του και ο ίδιος έδινε τις εντολές για τις σχετικές συναλλαγές δεν ανταποκρίνονται στις παραδοχές του Εφετείου, αλλά αποτελούν απλώς ισχυρισμούς αυτών, οι οποίοι δεν λαμβάνονται υπόψη για τη θεμελίωση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.
Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, .183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.2.2010 αίτηση της Α.Ε.Λ.Δ.Ε. ΛΑΚΩΝΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΑΕΛΔΕ και του Δ. Μ. για αναίρεση της απόφασης 4348/2008 του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21.1.2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ