Legislator Case Law & Legislation
802/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on forced expropriation compensation claim barred by one-year statute of limitations.

Case Number 802/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Archaeological Funds and Expropriation Agency against the Larissa Court of Appeal. The appellant argued that the plaintiff's claim was time-barred under the old law, but the court found this argument invalid because the relevant statute had been repealed and replaced by new provisions. Consequently, the court ruled that the appeal was unfounded and rejected the request for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3 and 4 of Section 11 of Law 2882/2001; The one-year limitation period for challenging forced expropriation is calculated from the publication of the compensation determination decision, and the old law provision regarding this period is no longer applicable.

Keywords

AI generated
forced expropriation statute of limitations compensation determination administrative appeal repealed legislation time bar Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 3 and 4 of Section 11 of Law 2882/2001
Article 29 paragraphs 2 and 3 of Law 2882/2001
Article 1 paragraph 1 of Law 797/1971
Article 3 paragraph 3 of Law 212/1975
Article 7 paragraph 1 of Law 797/1971
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 802 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 802/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (Τ.Α.Π.Α.), νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κων/νου Κοτταρίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κων/νου Κλειδωνάρη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 562/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 130/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2010 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 29-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 29 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ορίζουν τα εξής: "3. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.

Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, στην έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης.

Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/19990, πλην του άρθρου 66 αυτού. Στη δίκη καλείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση και το Δημόσιο. Η εκδιδόμενη απόφαση είναι ανέκκλητη." Οι διατάξεις αυτές θεσπίστηκαν προς το συμφέρον του καθ' ού η απαλλοτρίωση, για να μην παραμένει για πολύ χρόνο εκκρεμής η απαλλοτρίωση και να μην υφίσταται βλάβη από την μακρόχρονη δέσμευση της περιουσίας του.

Άρα, η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση του δεκαοκταμήνου δεν λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να προβάλλεται από τον καθού η απαλλοτρίωση (Ολ ΑΠ 7/2007). Ο υπέρ ου και ο υπόχρεος για τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης δεν μπορούν να προβάλλουν την ανωτέρω αυτοδίκαιη ανάκλησή της και ιδίως μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, κατά την οποία είναι πλέον γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση για αποζημίωση του ιδιοκτήτη (ΑΠ 1346/2003), και μάλιστα κατά την εκδίκαση της αγωγής του τελευταίου για επιδίκαση κατά την ανωτέρω αιτία αποζημίωσης.

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία , είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσίβλητος με την από 29-11-2005 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι απαλλοτριώθηκαν ακίνητα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου με δαπάνες του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ "ΤΑΠΑ", για τα οποία καθορίστηκε με την 18/2003 απόφαση του Εφετείου Λάρισας η οριστική αποζημίωση, ζήτησε δε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να του καταβάλει ποσό 284.084,33 ευρώ, που αντιστοιχεί στο σύνολο της αποζημιώσεως αυτής.

Τo αναιρεσείον ΝΠΔΔ πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι από τη δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως παρήλθε προθεσμία 18 μηνών χωρίς να καταβληθεί η αποζημίωση για ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν και έτσι ανακλήθηκε αυτοδικαίως η απαλλοτρίωση. Το Πρωτοδικείο δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 283.544,33 ευρώ.

Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ως προς τον ανωτέρω ισχυρισμό τον περί αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο εκκαλούν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Χώρων και Απαλλοτριώσεων", με το μοναδικό λόγο της έφεσής του ισχυρίζεται, ότι έχει παρέλθει η προθεσμία των 18 μηνών από την έκδοση της άνω αριθμ. 18/2003 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία καθορίσθηκε οριστικά η αποζημίωση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, δικαιούχος της οποίας αναγνωρίσθηκε ο ενάγον με την αριθμ. 15/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, χωρίς να συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, ήτοι χωρίς να κατατεθεί το ποσό της αποζημίωσης αυτής υπέρ του ενάγοντος, με έννομη συνέπεια αυτή (απαλλοτρίωση) να έχει ανακληθεί αυτοδικαίως και να μην οφείλεται το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη ποσό.

Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε πρωτοδίκως, απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη και επαναφέρεται με τον άνω λόγο έφεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αμέσως πιο πάνω νομική πρόταση, τον ισχυρισμό αυτό μόνον ο καθού η απαλλοτρίωση (ήτοι ο ενάγων) δικαιούται, να προβάλλει.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 ν. 2882/2001, αλλ' ούτε και εκείνη του άρθρου 17 παρ. 4 του Συντάγματος. Επομένως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚπολΔ και οι πρώτος και δεύτερος κατά το επικουρικό σκέλος που είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

2. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚπολΔ, προκύπτει ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοείται το δικονομικό και όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο συνεπάγεται η έλλειψη ενεργητικής (ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (Α.Π. 157/2000, Α.Π. 436/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλομένη ότι παρά το νόμο εκήρυξε απαράδεκτο απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης. Το Εφετείο όμως με την πληττομένη απόφαση του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως απαράδεκτο, διότι μόνον ο καθ' ού η απαλλοτρίωση νομιμοποιείται να τον προβάλλει. Δηλαδή, πρόκειται για ουσιαστικό απαράδεκτο και όχι δικονομικό.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚπολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚπολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίφαση στην έκβαση της δίκης. Δε ιδρύεται ο λόγος αυτός, εάν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος ή αόριστος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1352/2009).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι παρείδε ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, την οποία είχε προβάλλει με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου. Όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προέβαλε τον εξής ισχυρισμό ως λαμβανόμενο υπόψη αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 22/2005, ΑΠ 433/1992): "Άλλως και όλως επικουρικώς και στην αδόκητη περίπτωση που κριθεί πως στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσίβλητος νομιμοποιείται να ασκήσει την επίδικη καταψηφιστική αγωγή προτείνω την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσής του καθόσον αυτή ασκήθηκε μόλις την 1-12-2005, δηλαδή μετά την παρέλευση ενός χρόνου τόσο από την παρέλευση του 18μηνου από την δημοσίευση την 15-6-2001 της με αριθμ. 201/2001 απόφασης περί καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, όσο και της με αριθμό 10/2003 απόφασης του Δικαστηρίου σας περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης η οποία δημοσιεύθηκε την 15-1-2003.

Το 18μηνο δηλαδή για την παρακατάθεση της οριστικής τιμής μονάδας έληγε την 15-6-2004 και ο ένας χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου μπορούσε ο εναγόμενος να ασκήσει το δικαίωμά του για διατήρηση της εν λόγω απαλλοτρίωσης με την άσκηση καταψηφιστικής αγωγής, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του ΝΔ. 797/1971 έληξε την 15-6-2005.

Ειδικότερα στις ως άνω διατάξεις οριζόταν ότι "η αναγκαστική απαλλοτρίωση που δεν συντελέσθηκε κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 1 εντός ενός και ημίσεος έτους από την έκδοση της δικαστικής 7 απόφασης, η οποία προσδιόριζε προσωρινά ή οριστικά την αποζημίωση, θεωρείται ως ανακληθείσα αυτοδικαίως, ενώ περαιτέρω, στην παραγρ. 3 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 212/1975) οριζόταν ότι η κατά τα ως άνω επερχόμενη αυτοδικαίως ανάκληση θεωρείται μη γενόμενη, στην περίπτωση που ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από της εκπνοής της παραπάνω προθεσμίας, υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση, περί του ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης".

Επομένως κατ' αναλογία δικαίου και στην αδόκητη περίπτωση, επαναλαμβάνω, κατά την οποία το Δικαστήριό Σας θεωρήσει ότι είναι νόμιμη η άσκηση της υπό κρίση αγωγής, η αξίωσή του για απόληψη της αποζημίωσης έχει παραγραφεί, γεγονός που μπορεί να διαπιστώσει το Δικαστήριό Σας και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα".

Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, διότι στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 ν.δ. 797/1971, που ήδη είχε καταργηθεί με το άρθρο 29 παρ. 2 και 3 ν. 2882/2001 και δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη απαλλοτρίωση, που κηρύχθηκε με την υπ' αριθμ. 1004051/215/001/3-2-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 181/24-2-1994, τευχ.

Δ'). Επομένως, στο Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρθ. 8 ΚΠολΔ και πρέπει ο συναφής λόγος του αναιρετηρίου να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 183 ΚπολΔ), μειωμένη όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2010 αίτηση του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (Τ.Α.Π.Α.) για αναίρεση της 252/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ