Legislator Case Law & Legislation
802/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal on interest calculation, remands case to Athens Court of Appeal for retrial.

Case Number 802/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding an insurance contract dispute. The appellant argued that the lower court improperly examined an interest claim not raised in the second instance, violating procedural rules. The court ruled that since the appellant raised this specific ground, the lower court erred by reviewing it, necessitating a remand for retrial on that issue.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 C.P.D.; Art. 561 no. 2 C.P.D.; Art. 580 no. 3 C.P.D.; Art. 179, 183 C.P.D.; The Supreme Court may remand a case to the Court of Appeal for retrial if the appellate court examines a ground of appeal not raised in the second instance, provided such ground was raised by the appellant in the appeal.

Keywords

AI generated
insurance contract dispute interest calculation claim procedural error review remand for retrial second instance examination appellate jurisdiction limits legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 C.P.D.
Art. 561 no. 2 C.P.D.
Art. 580 no. 3 C.P.D.
Art. 179 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 802 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 802/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SMART ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ Α.Ε" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μανώλη.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΑ (ΑΞΑ) ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ") η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Τσαβδαρίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Αυγούστου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4680/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7915/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Ιουλίου 2008 αίτησή της .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 16 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και την απόρριψη των λοιπών της 885/2-7-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 7915/29-11-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως,ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 885/2-7-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 7915/29-11-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την ενδιαφέρουσα την παρούσα αναιρετική διαδικασία 111534/6998/30-8-2002 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης απορρέουσα από τη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση ασφαλίσεως.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 4680/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή των (α)4879/5-6-2007 και (β)5446/21-6-2007 εφέσεων των διαδίκων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτών πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 7915/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "SMART ΑΒΕΕ" έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία ετοίμων ενδυμάτων.

Για τις ανάγκες της εμπορίας της αυτή έχει μισθώσει από τους αδελφούς Β1,Β2, συνδιοκτήτες του κτιρίου, που βρίσκεται επί της οδού ...στην ..., τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο ορόφους, τους οποίους χρησιμοποιεί ως Χώρους Έκθεσης ετοίμων ενδυμάτων και ως εργαστήριο κατασκευής αυτών, καθώς και το υπόγειο του ιδίου κτιρίου, το οποίο χρησιμοποιούσε ως αποθήκη.

Με ασφαλιστική σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ της διαδίκου εταιρείας "SMART ΑΒΕΕ" και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ALPHA Α.Α.Ε.", με το υπ' αριθμ.... ασφαλιστήριο συμβόλαιο πυρός η τελευταία ανέλαβε την κάλυψη του κινδύνου πυρκαγιάς και πρόσθετων κινδύνων όλων των αντικειμένων που βρίσκονταν στους χώρους όπου στεγαζόταν η επιχείρηση της πρώτης και δη, στο υπόγειο, πρώτο, τρίτο και τέταρτο ορόφους της άνω οικοδομής, για το από 13-4-2000 έως 13-7-2000 χρονικό διάστημα.

Η ασφαλιστική αυτή σύμβαση έκτοτε ανανεωνόταν, κάθε τρίμηνο. Σύμφωνα με τους όρους της ασφαλιστικής αυτής σύμβασης ο ασφαλισμένος ή λήπτης της ασφάλισης δικαιούται να ζητήσει ασφάλισμα, από την ημέρα υποβολής στην ασφαλιστική εταιρεία πιστοποιητικών ότι, δεν υφίσταται εκκρεμής κατηγορία εναντίον του για εμπρησμό.

Με την ασφαλιστική αυτή σύμβαση καλύφθηκαν τα ασφαλιζόμενα αντικείμενα, μέχρι του ποσού των 450.000.000 δραχμών. Στις 14-3-2001 και περί ώρα 05:24, ενώ δεν λειτουργούσαν οι στεγαζόμενες στο ως άνω κτίριο επιχειρήσεις, από άγνωστη αιτία εκδηλώθηκε πυρκαγιά στον υπόγειο χώρο του κτιρίου που χρησιμοποιούσε ως αποθήκη η ως άνω διάδικος εταιρεία "SMART ΑΒΕΕ", η οποία επεκτάθη στους χώρους του ισογείου και του ημιώροφου του εν λόγω κτιρίου.

Η πυρκαγιά κατασβέστηκε από την πυροσβεστική Υπηρεσία, αφού προηγουμένως από αυτή καταστράφηκαν, ολοσχερώς, όλα τα εμπορεύματα ετοίμων ενδυμάτων και λοιπά κινητά πράγματα που υπήρχαν στην αποθήκη της διαδίκου εταιρείας "SMART ΑΒΕΕ", ενώ από τον καπνό, αντίστοιχα, ρυπάνθηκαν τα εμπορεύματα ετοίμων ενδυμάτων που υπήρχαν στους πρώτο, τρίτο, και τέταρτο ορόφους της διαδίκου εταιρείας "SMART ΑΒΕΕ".

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας εταιρείας "SMART ΑΒΕΕ" ότι, στην αποθήκη υπήρχαν επί πλέον 1500 ανδρικά κουστούμια, τα οποία και καταστράφηκαν, δεν αποδείχθηκε, διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η παραγωγή των ανδρικών κουστουμιών ανερχόταν στον ίδιο περίπου αριθμό με εκείνο των ανδρικών σακακιών και παντελονιών".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη-ενάγουσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατά αξιολογική σειρά οι διατυπωμένοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 559 αρ.118 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά, μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β'ΟλΑΠ 2/2008).

Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στον οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270§2 εδ.γ' ΚΠολΔ, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο και κατά την τακτική διαδικασία, εφόσον δόθηκαν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση.

Για το νομότυπο της κλητεύσεως απαιτείται να ορίζονται στην κλήση ο τόπος και ο χρόνος εξετάσεως και ειδικότερα η ημέρα και η ακριβής ώρα, κατά την οποία και πρέπει να ληφθεί η ένορκη βεβαίωση, με δικαιολογούμενη ολιγόλεπτη χρονική απόκλιση λόγω άλλης υπηρεσιακής απασχολήσεως του Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, η οποία πρέπει να μνημονεύεται στην ένορκη βεβαίωση.

Διαφορετικά δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο λόγω μη νόμιμης κλητεύσεως του απολιπομένου κατά τον χρόνο λήψεως της ένορκης βεβαίωσης αντιδίκου, η συνδρομή της οποίας επιτρεπτώς ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ' άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Με τους πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη (α)το 297/14-4-2002 ειδικό σημείωμα ελέγχου της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, με το οποίο αναγνωρίζεται ως φορολογική της ζημία για το οικονομικό έτος 2002 από την πυρκαγιά το σύνολο της φερόμενης προς διάγνωση από την αιτία αυτή αξιώσεώς της και (β)τις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών 12839 και 12840/10-9-2003 ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισε, με επίκληση, προς απόδειξη της αξιώσεώς της από την καταστροφή από την πυρκαγιά και 1500 ανδρικών κουστουμιών επί πλέον και επιπρόσθετα, για εκείνα που ολικά καταστράφηκαν από την ρύπανση τους με τον καπνό.

Από την βεβαίωση όμως της αποφάσεως ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος στηρίχθηκε, πλην άλλων, και σε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως αδιστάκτως καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε και με το στοιχ(α) έγγραφο.

Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι με στοιχ(β) ένορκες βεβαιώσεις δόθηκαν, απολιπομένης της αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών περί ώρα 10.00 της 10-9-2003 αντί της 12.00 ώρας, η οποία σημειώνεται στη σχετική προς την αναιρεσίβλητη κλήση, με άμεση δικονομική συνέπεια την έλλειψη κλητεύσεως της τελευταίας, λόγο για τον οποίο και δεν λήφθηκαν υπόψη, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα, με άμεση δικονομική συνέπεια οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως να ελέγχονται ως αβάσιμοι.

Η εν λόγω από την καταστροφή 1500 επί πλέον ανδρικών κουστουμιών αξίωση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε από το Εφετείο με την πλήρη και σαφή αιτιολογία "ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας εταιρείας "SMART ΑΒΕΕ" ότι, στην αποθήκη υπήρχαν επί πλέον 1500 ανδρικά κοστούμια, τα οποία και καταστράφηκαν, δεν αποδείχθηκε", ενώ η αναφορά στη συνέχεια, "διότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η παραγωγή των ανδρικών κοστουμιών ανερχόταν στον ίδιο περίπου αριθμό με εκείνο των ανδρικών σακακιών και παντελονιών", αποτελεί πραγματικό επιχείρημα του Εφετείου προς ενίσχυση της περί των πραγμάτων αυτών κρίσεώς του, και όχι αιτιολογία κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε να δικαιολογείται η προβαλλόμενη αβάσιμα με τον τρίτο κατά σειρά λόγο περί τούτου αιτίαση.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Πράγμα αποτελούν οι λόγοι εφέσεως και πρόσθετοι αυτής λόγοι, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς. Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 536 ΚΠολΔ, η απαγόρευση της χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος δεν ισχύει μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, οπότε το Εφετείο υποκαθίσταται στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δικάζει την αιτιολογία.

Η εξουσία αυτή του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου περιορίζεται στα όρια του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, που οριοθετείται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Έτσι στην περίπτωση που το εκκληθέν με την έφεση του ενάγοντος κεφάλαιο της αποφάσεως αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε μερικώς δεκτή και επιπρόσθετα κατά την κύρια διατυπούμενη βάση του παρεπομένου περί τοκοδοσίας αιτήματος και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο, το Εφετείο μπορεί να εξετάσει μόνο το μέρος της αξιώσεως που απορρίφθηκε, εκτός αν ασκήθηκε από τον εναγόμενο έφεση ή αντέφεση. (ΚΠολΔ 523§1).

Με την πρωτοβάθμια απόφαση η αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας έγινε μερικώς δεκτή και κατά την κύρια βάση του παρεπομένου περί τοκοδοσίας αιτήματος και ειδικότερα από της 16-5-2001 επόμενης της οχλήσεως (ΑΚ 340) της αναιρεσίβλητης από την αναιρεσείουσα, κατά της περί τούτου παραδοχές της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, ιδιαίτερο κεφάλαιο αυτής το οποίο ερευνήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτό για τον από της επιδόσεως της αγωγής μεταγενέστερο χρόνο, με βάση τον όρο της συνδέουσας της διαδίκους συμβάσεως ασφαλίσεως ότι "ο ασφαλισμένος ή λήπτης της ασφάλισης, δικαιούται να ζητήσει ασφάλισμα, από την ημέρα υποβολής στην ασφαλιστική εταιρεία πιστοποιητικών ότι δεν υφίσταται εκκρεμής κατηγορία εναντίον του για εμπρησμό" και την παράλληλη παραδοχή της ότι "η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία δεν κατέστη υπερήμερη, διότι η τελευταία δεν είχε λάβει ακόμη γνώση ότι, δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για εμπρησμό κατά του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας".

Το ιδιαίτερο όμως περί τοκοδοσίας κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως δεν προσεβλήθη με την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου αυτής, και με την έννοια αυτή δεν μεταβιβάσθηκε κατά τούτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, παρά ταύτα, με την προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε μη προταθέντα λόγο έφεσης, της αναιρεσίβλητης λαμβάνοντας υπόψη τον μη προβληθέντα περί τούτου από την ήδη αναιρεσίβλητη ως άνω ισχυρισμό και απέρριψε το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας αίτημα κατά την κύρια διατυπούμενη βάση του, κατά την απομένουσα προς έρευνα και ομοίως κατά επικουρική σειρά βάσιμα διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση (τέταρτου λόγου) περί τούτου αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ.

Η παραδοχή του λόγου αυτού, με αναιρετική εμβέλεια στο σύνολο του περί τοκοδοσίας κεφαλαίου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως, που αναφέρονται στο εν λόγω κεφάλαιο. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το παρεπόμενο περί τοκοδοσίας κεφάλαιο αυτής (111534/6998/30-8-2002 αγωγής) και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (Κ.Πολ.Δ. 179, 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7915/29-11-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το περί τοκοδοσίας κεφάλαιο αυτής (111534/6998/30-8-2002 αγωγής).

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει, στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ