Legislator Case Law & Legislation
802/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against termination of fixed-term contract due to employer insolvency proceedings exceeding six-month limitation.

Case Number 802/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss a claim for termination compensation. The employer, placed under special liquidation, terminated the employee's fixed-term contract, but the Court of Appeal incorrectly held that the six-month limitation period for compensation had expired. The Court ruled that the limitation period applies equally to both employer-initiated termination and termination due to insolvency, finding the lower court's interpretation erroneous and remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 669 of the Civil Code; Articles 1 and 3 of Law 2112/1920; Article 46 of Law 1892/1990; Article 6 of Law 2112/1920: The six-month limitation period for termination compensation applies equally to termination by employer and termination due to employer insolvency, and the lower court's exclusion of this period in insolvency cases constitutes a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
special liquidation termination compensation six-month limitation fixed-term contract employer insolvency substantive law violation remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 669 of the Civil Code
Articles 1 and 3 of Law 2112/1920
Article 46 of Law 1892/1990
Article 6 of Law 2112/1920
Article 559 No. 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 802 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 802/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ISOTRON ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΥΠΩΜΕΝΩΝ ΚΥΚΛΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής, έχει τεθεί σε ειδική εκκαθάριση βάσει των διατάξεων του άρθρου 46 του ν.1892/1990 με την υπ'αριθ.8598/3-12-2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και εκπροσωπείται κατά το νόμο από την εκκαθαρίστριά της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE, Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών", που διορίσθηκε με την απόφαση αριθ.928/2005 του Εφετείου Αθηνών, εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται κατά το νόμο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταυρόπουλο. Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ροκόφυλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2398/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7737/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/2/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 5 Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λύεται, εκτός άλλων, και με καταγγελία του εργοδότη, η οποία είναι έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στο μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση. Εξάλλου, με το άρθρο 46 παρ.1 του Ν. 1892/1990, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 181 του από 16-9-2007 ισχύοντος Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007), ορίζεται ότι επιχείρηση που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσεως πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό την διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του Εφετείου της έδρας της επιχειρήσεως, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών, εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της.

Με την παράγραφο δε 5 του ίδιου άρθρου 46 του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι με τη δημοσίευση της αποφάσεως του Εφετείου της παραγράφου 1 λύονται αυτοδικαίως όλες οι υφιστάμενες σχέσεις εργασίας των εργαζομένων στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση, χωρίς να απαιτείται καταγγελία των συμβάσεων εργασίας. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι η κατά τα άνω λύση των αορίστου χρόνου εργασιακών εργαζομένων επιχειρήσεων που τίθενται υπό ειδική εκκαθάριση δεν απορρέει από τη βούληση αυτών, οι οποίοι περιέρχονται σε κατάσταση ανεργίας κατά νομοθετική επιταγή, αλλά ανάγεται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και ως εκ τούτου, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Ν. 3198/1955, να καταβάλλεται στον απολυόμενο μισθωτό η αποζημίωση που προβλέπεται από τις εν λόγω διατάξεις λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον ν. 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 αποζημιώσεως, τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ' ης κατέστη απαιτητή".

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει σαφώς ότι η καθοριζόμενη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία αφορά τόσο την αποζημίωση την οποία ο μισθωτός δικαιούται απ' ευθείας από το ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18-7-120, λόγω λύσεως της εργασιακής του συμβάσεως κατόπιν καταγγελίας του εργοδότη, όσο και την αποζημίωση την οποία ο μισθωτός δικαιούται κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Ν.

του 3198/1955, λόγω λύσεως της εργασιακής του συμβάσεως κατά νομοθετική επιταγή και χωρίς καταγγελία του εργοδότη, εξαιτίας θέσεως της επιχειρήσεως του εργοδότη υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, διότι εν προκειμένω συντρέχει ο ίδιος νομικός λόγος, που συνίσταται στην ανάγκη ταχείας άρσεως της σχετικής αβεβαιότητας στις σχέσεις μεταξύ των μερών και της μη δημιουργίας δυσβάστακτων και μη προβλεπών συνεπειών για τον υπό ειδική εκκαθάριση τελούντα εργοδότη, ενόψει και του σκοπού της ειδικής εκκαθαρίσεως που αποβλέπει στο συμφέρον των δανειστών και γενικότερα στο δημόσιο συμφέρον με την ταχεία και ασφαλή περάτωση των εργασιών της ειδικής εκκαθαρίσεως.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μολονότι δέχθηκε ότι από το χρόνο λύσεως της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή από το χρόνο δημοσιεύσεως (3-12-2003) της 8598/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσείουσα εργοδότριά του ανώνυμη εταιρία τέθηκε, κατά τους όρους του άρθρου 46 παρ.1 του Ν. 1892/1990, υπό ειδική εκκαθάριση, έως το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (29-10-2004) είχε διαδράμει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου έκρινε ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2112/1920 εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία δεν έχει στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή.

Ακολούθως το Εφετείο, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως και είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη και δέχθηκε εν μέρει την τελευταία αυτή, αναγνωρίζοντας ότι οφείλεται στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση απολύσεως ποσού 7.189 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέων μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασης το ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7737/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ