Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding factual evaluation and procedural defects in witness summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a will dispute. The appellants argued the lower court erred in fact-finding by disregarding medical evidence of the testator's mental state, while also claiming procedural violations regarding witness summons protocols. The court held that factual assessments are non-appealable and dismissed the procedural arguments as the witness statements were invalid due to improper summons notices, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Factual evaluations by the Court of Appeals are non-appealable, and witness statements obtained without proper summons are inadmissible evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 802 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 802/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2)Ε. συζύγου Ν. Κ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σαλακά.
Της αναιρεσίβλητης: Δ. χήρας Ι. Μ., το γένος Δ. Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2870/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1957/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-10-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 15-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 1719 παρ. 3 ΑΚ, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "ο αποβιώσας άνευ κατιόντων την 26.11.2000 αδελφός των αναιρεσειόντων Ι. Μ., που έπασχε παιδιόθεν από χρόνια σχιζοφρενική ψύχωση, όταν συνέτασσε την από 10.5.1995 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία αφήνει σ' όλη την κληρονομιαία περιουσία του μοναδική κληρονόμο του την αναιρεσίβλητη σύζυγό του και σε μας που είμεθα εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κατά 50% δεν καταλείπει τίποτε, είχε συνείδηση των πραττομένων, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως ότι ο αδελφός μας κατά την σύνταξη της διαθήκης, ως πάσχων από την χρονίζουσα σχιζοφρενική ψύχωση, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία, σύμφωνα με τον διαλαμβανόμενο στο άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ κανόνα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Επειδή, κατά την διάταξη της παρ. 2 εδ. β' του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001 και το άρθρο 7 παρ. 5 του Ν. 3043/2002, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν ελήφθησαν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Από την διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της κατ' έφεση δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη σ' όλα αδιακρίτως τα δικαστήρια της ουσίας, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, που δικάζουν κατά την τακτική διαδικασία, είτε αυτά είναι μονομελή είτε πολυμελή, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές ελήφθησαν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση. Η κλήτευση πρέπει να είναι νομότυπη και ως τέτοια θεωρείται εκείνη, στην οποία ορίζονται ο τόπος και χρόνος της εξέτασης και ειδικότερα η ημέρα και η ώρα. Αν λείπει η προϋπόθεση αυτή, η ένορκη βεβαίωση είναι όχι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο μη θεωρούμενη ούτε ως αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί τους όρους του νόμου και γι' αυτό δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθ. 1011/2003, 1013/2003 και 1014/2003 ένορκες βεβαιώσεις του I. M., Ν. Κ. και Ε. Κ., αντιστοίχως, που ελήφθησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, διότι η κλήση που επιδόθηκε στην εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες δεν ήταν νομότυπη αφού σ' αυτήν, όπως και οι αναιρεσείοντες ομολογούν, στο αναιρετήριο δεν αναγραφόταν ο τόπος όπου θα λαμβάνονταν αυτές κι έτσι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, που προορίζονταν για την ενώπιον του Εφετείου δίκη από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλομένη, για την έλλειψη αυτή της νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου των αναιρεσειόντων, είναι ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο και ορθώς το Εφετείο δεν τις έλαβε υπόψη του ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ο δε περί τα αντίθετα, από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ' ΚΠολΔ, δεύτερος, μέρος πρώτο, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, μέρος δεύτερο με τον οποίο προβάλλονται η από το άρθ. 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η πλημμέλεια αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-10-2004 αίτηση αναιρέσεως των Ε. Μ. κ.τ.λ. κατά της υπ' αριθμ. 1957/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα ευρώ (1.170).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ