Legislator Case Law & Legislation
801/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, remanding case for further examination of employer's motive.

Case Number 801/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor dispute judgment, remanding the case for further examination. The employer argued that the employee's dismissal was due to mutual hostility and personal animosity rather than valid grounds. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the employee's credibility and the employer's motive, noting inconsistencies in the employer's payment history.

Legislator headnote

AI generated

Articles 5, 6, 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; Article 5 of Law 3198/1955; Article 6 of the Decree of 16/18 July 1920; Article 5 of Law 2112/1920: An appeal against a labor dispute judgment is admissible if the lower court fails to adequately address the employer's motive for dismissal or the employee's credibility, requiring remand for further examination.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal employer motive dismissal employee credibility remand for further examination Code of Civil Procedure labor law dispute mutual hostility

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580 of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 3198/1955
Article 6 of the Decree of 16/18 July 1920
Article 5 of Law 2112/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 801 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 801/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στρατή Μαυραγάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστράτιου Πέτρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν η 399/2014 μη οριστική και 144/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4/6.5.2021 στο Εφετείο Βορείου Αιγαίου, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 6/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 11.4.2018 και με αριθμ.

κατάθεσης 50/12.4.2018 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Κ. και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 144/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 20.12.2012 με αριθμό κατάθ. 291/ΕΓ/31.12.2012 αγωγή της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι έγκυρη η καταγγελία αν δεν καταβληθεί ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση στον απολυόμενο μισθωτό. Εξάλλου κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μηνύσεως ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ' αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής αποφάσεως, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης.

Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955 ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 1230/2018, 930/2017, 444/2016, 991/2015, 2234/2013, 965/2013).

Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ και 7 εδ. α' του ν. 2112/ 1920, συνάγεται ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Η καταγγελία είναι όμως καταχρηστική όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 315/2014).

Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016), διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης.

Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική (ΑΠ 725/2020, 1672/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Η εναγομένη, ομόρρυθμη εταιρεία, αποτελεί εμπορική επιχείρηση φαρμακείου, έχει έδρα στη … επί της οδού ... και νόμιμο εκπρόσωπο τον ομόρρυθμο εταίρο της Σ. Μ. του Ι.. Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 12.12.1979 αρχικά από τον Ι.

Μ., φαρμακοποιό και πατέρα του ομορρύθμου εταίρου Σ. Μ., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος φαρμακείου, όπου και εργάστηκε για λογαριασμό του μέχρι 8.2.2000, οπότε η εργασιακή της σχέση μεταβιβάστηκε, βάσει του π.δ 572/1988, δυνάμει συμφωνητικού και υπογραφείσας συμβάσεως εργασίας στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ήτοι σε έτερο φαρμακείο της ίδιας οικογένειας και ιδιοκτησίας του ομορρύθμου ως άνω εταίρου της εναγομένης και της μητέρας του με την ίδια ως άνω έδρα, οι οποίοι ως διάδοχοι εργοδότες ανέλαβαν τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις της έως τότε εργασιακής σχέσης από 12.12.1979, όπου και απασχολήθηκε μέχρι τον Ιούνιο του 2006 με την υφιστάμενη επωνυμία, καθότι από τον Ιούλιο του 2006 μετονομάστηκε στην τωρινή της επωνυμία "...", διατηρώντας το ίδιο αντικείμενο ως επιχείρηση-φαρμακείο.

Η ενάγουσα απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης μέχρι 5.10.2012, οπότε η τελευταία προέβη σε έγγραφη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, κατόπιν υποβολής σε βάρος της, της από 4.10.2012 μήνυσης λόγω κλοπής κινητών πραγμάτων της επιχείρησης και δη ότι κατά το χρονικό διάστημα από 14.06.2012 έως 03.08.2012, ως εργαζόμενη στο εν λόγω φαρμακείο προέβη στην κλοπή τεσσάρων βερνικιών νυχιών, μιας αντηλιακής λοσιόν Solene 20 SPF, μιας ενυδατικής κρέμας La Roche Posay Hydrane, ενός υγρού φακών επαφής Opti-Free, δύο τεμαχίων Apivita, μιας συσκευασίας βιταμίνης Κορρέ και ενός σαμπουάν Apivita, καθώς επίσης το χρηματικό ποσό των 20,00 ευρώ.

Στη συνέχεια, την 2.1.2013 η ενάγουσα υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Μυτιλήνης έγκληση, σε βάρος του Σ. Μ., ως ομορρύθμου εταίρου της εναγομένης, για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμιση και μη καταβολή της νομίμου αποζημιώσεώς της. Επί της μηνύσεως σε βάρος της ενάγουσας, εκδόθηκε η με αριθ. 998/19.5.2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, η οποία την καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για την τέλεση του αδικήματος της κλοπής κινητών πραγμάτων με το ελαφρυντικό του 84 παρ. 2 α' Π.Κ ενώ την αθώωσε για την κατηγορία της κλοπής του συνολικού χρηματικού ποσού των 20,00 ευρώ.

Επί της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση, η οποία τέθηκε στο αρχείο κατ' άρθρο 9 παρ. 1, 2 του ν. 4411/2016 και συνεπώς δεν κατέστη ως εκ τούτου αμετάκλητη. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ενάγουσα καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής της στην εναγομένη, ως εκτέθηκε ανωτέρω, ήτοι περί τα 32 συναπτά έτη, έχαιρε της εκτίμησης των εργοδοτών της και ουδέποτε είχε παρουσιασθεί οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την άσκηση των καθηκόντων της.

Τα προβλήματα στις σχέσεις τους με την εναγομένη άρχισαν να αναφύονται περί τα τέλη του έτους 2011 όταν η ενάγουσα άρχισε να αιτείται την καταβολή επιδομάτων α) πολυετίας στον ίδιο εργοδότη - 27ετίας, β) διαχειριστικών λαθών και γ) χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τελικά τον Μάρτιο 2012 της καταβλήθηκε, από το νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης, αναδρομικά το επίδομα πολυετίας ετών 2006-2011, συνολικού ποσού 4.501,47 ευρώ, ενώ της αρνήθηκε την καταβολή των επιδομάτων διαχειριστικών λαθών και χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή, ως μη δικαιούμενων.

Οι δε μεικτές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχονταν σε 1753,93 ευρώ και οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της σε 1243,00 ευρώ. Έκτοτε, η εναγομένη άρχισε μια στοχευμένη προσπάθεια απόλυσης της τελευταίας, γεγονός το οποίο της γνωστοποίησε διαμέσου του νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος αιτήθηκε την οικειοθελή παραίτησή της, καθότι καθίστατο πλέον οικονομικά ασύμφορη για την επιχείρηση, με αποκορύφωμα την κατηγορία σε βάρος της την 3.10.2012 , ότι αφαιρεί προϊόντα από το φαρμακείο χωρίς να τα πληρώνει, συνεπεία της οποίας (κατηγορίας), η εργαζομένη μετέβη αυθημερόν και περί ώρα 22.00 στο Αστυνομικό Τμήμα Μυτιλήνης, όπου καταγράφηκε στο Βιβλίο αδικημάτων-Συμβάντων-Παραπόνων το ανωτέρω συμβάν, επιφυλασσόμενη του δικαιώματός της για υποβολή έγκλησης για δυσφήμισή της, ενώ την 4η.10.2012 μετέβη στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου κατήγγειλε την πρόθεση του εργοδότη της να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της λόγω υποτιθέμενης κλοπής προϊόντων του φαρμακείου όπου εργάζεται, καθότι δεν αποδέχεται να προβεί σε οικειοθελή αποχώρηση, προκειμένου να μην της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.

Στη συνέχεια, την 5.10.2012 η εναγομένη προέβη σε εξώδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και δη για τον ανωτέρω αναφερόμενο λόγο, υλοποιώντας την απόφασή της την 4.10.2012 περί υποβολής σε βάρος μηνύσεως για το αδίκημα της κλοπής κινητών πραγμάτων κατά την εργασία της στην επιχείρησή της, αιτιολογώντας στην ως άνω καταγγελία της ότι συνεπεία της ανωτέρω αξιόποινης πράξης επήλθε ισχυρότατος κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους.

Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η ενάγουσα προέβη την 2.1.2013, και σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της, σε υποβολή εγκλήσεως σε βάρος του ομορρύθμου εταίρου της εναγομένης, αισθανόμενη κατάφωρη αδικία σε βάρος της από την πλευρά της τελευταίας και προς ενίσχυση της θέσης της περί μη τελέσεως των σε βάρος της αποδιδόμενων κατηγοριών.

Το γεγονός ότι η ενάγουσα προέβη σε αφαίρεση των περιγραφόμενων ανωτέρω προϊόντων βεβαίωσαν ενόρκως ενώπιον της Ειρηνοδίκη Μυτιλήνης οι Β.-Ν. Μ. και Α. Ο., υπάλληλοι της εναγομένης, γεγονός το οποίο η ως άνω δεύτερη μάρτυρας επιβεβαίωσε και ενώπιον του ακροατηρίου, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αξιόπιστες από το παρόν Δικαστήριο, δεδομένης της σχέσης εξάρτησης αυτών με την εναγομένη όπου εργάζονται ως υπάλληλοί της, ενώ συνεπεία της ενδεχόμενης άρνησής τους να καταθέσουν σε βάρος της ενάγουσας, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα διαταράσσονταν οι σχέσεις τους με την εργοδότη τους και δη με το νόμιμο εκπρόσωπό της.

Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται βάσιμος ο πρώτος λόγος εφέσεως ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας σε βάρος της ενάγουσας, έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως στο πρόσωπό της, συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής σε αυτήν συμπεριφοράς της, ήτοι της διεκδικήσεως εκ μέρους της των επιδομάτων πολυετίας, διαχειριστικών λαθών και χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν οφείλεται στη διάπραξη από αυτήν ποινικού αδικήματος, όπως επικαλέστηκε και εξακολουθεί να ισχυρίζεται ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης.

Με τη συμπεριφορά της δε αυτή η εναγομένη, κατά την άσκηση του δικαιώματός της για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας υπερέβη τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη. τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, η ένδικη καταγγελία, εφόσον έγινε από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπο της ενάγουσας, είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου άκυρη, έτσι ώστε η εναγομένη, μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες της ενάγουσας να έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή τους και να οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 5.10.2012 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής την 13.0./2014.

Η άδικη και υπαίτια πράξη της εναγομένης (υποβολή σε βάρος της μηνύσεως, για την άδικη πράξη της κλοπής) αποτελεί ευθεία προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας ως εργαζομένης, από την οποία έχει υποστεί ηθική βλάβη, καθότι πλήγηκε η τιμή και η υπόληψή της, τόσο επαγγελματικά όσο και κοινωνικά και δικαιούται, εκ του λόγου τούτου, εύλογη χρηματική ικανοποίηση.

Το ύψος αυτής, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη του την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, την έκταση της βλάβης της ενάγουσας και το βαθμό του πταίσματος της εναγομένης, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. (...)" Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την προαναφερθείσα αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, α) αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της από 5.10.2012 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ως καταχρηστικής και την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 5.10.2012 έως 13.6.2014, ποσό 1753, 93 ευρώ μηνιαίως με το νόμιμο τόκο, καθώς και το ποσό των 4.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο και β) υποχρεώνοντας επίσης την εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, απορρίπτοντας αυτή ως προς τα κεφάλαια καταβολής επιδομάτων, διαχειριστικών λαθών και ηλεκτρονικού υπολογιστή.

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού εσφαλμένα ερμήνευσε αυτές και υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας οφειλομένης στην εν γνώσει της εναγομένης υποβολής σε βάρος της ενάγουσας προσχηματικής - αβασίμου μηνύσεως για την αποφυγή καταβολής στην τελευταία (ενάγουσα) της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως στο πρόσωπό του συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής σε αυτήν συμπεριφοράς του και την εξ αιτίας της καταχρηστικότητας αυτής, οφειλής μισθών υπερημερίας από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 281ΑΚ και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος λόγους αναίρεσης.

Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι η μήνυση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, για διάπραξη από αυτήν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας της σε βάρος της κλοπής, ήταν προσχηματική, ότι έγινε εν γνώσει της αβασιμότητας της καταγγελίας για την αποφυγή καταβολής στην τελευταία (ενάγουσα) επιδομάτων πολυετίας των ετών 2006-2011, διαχειριστικών λαθών και ηλεκτρονικού υπολογιστή, από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως στο πρόσωπό της συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης συμπεριφοράς της, ήτοι της διεκδικήσεως εκ μέρους της των άνω επιδομάτων και δεν οφείλεται στη διάπραξη από αυτή ποινικού αδικήματος, δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές της πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η μήνυση της εναγομένης ήταν προσχηματική, υποβλήθηκε εν γνώσει του αβασίμου αυτής για την αποφυγή καταβολής στην ενάγουσα των προαναφερθέντων επιδομάτων.

Δεν είναι δε αρκετή η παραδοχή στην προσβαλλόμενη ότι επί της μηνύσεως της εναγομένης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 998/19.5.2015 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 μηνών για την τέλεση της κλοπής κινητών πραγμάτων με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ και μετά από άσκηση εφέσεως, τέθηκε στο αρχείο κατ' άρθρο 9 παρ. 1, 2 του ν. 4411/2016 και κατά συνέπεια δεν κατέστη ως εκ τούτου αμετάκλητη β) δεν έχει παραδοχές για το υποστατό ή μη της ως άνω καταγγελθείσας άδικης πράξης της κλοπής κατ' εξακολούθηση, γ) ενώ δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη την 2.1.2013 υπέβαλε έγκληση σε βάρος του ομορρύθμου εταίρου της αναιρεσείουσας για συκοφαντική δυσφήμηση, ουδέν διαλαμβάνει για το αποτέλεσμα αυτής, δ) ενώ δέχεται το Εφετείο ότι το γεγονός της διάπραξης της κλοπής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης επιβεβαιώθηκε από μάρτυρες, υπαλλήλους της αναιρεσείουσας, δεν έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, γιατί δεν είναι αυτές αξιόπιστες αλλά αρκείται μόνο στο γεγονός ότι αίρεται η αξιοπιστία τους λόγω της σχέσης εξάρτησης με την αναιρεσείουσα εταιρεία, ε) ενώ έχει παραδοχή η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως στο πρόσωπό της συνεπεία της διεκδικήσεως εκ μέρους της των επιδομάτων πολυετίας, διαχειριστικών λαθών και χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή, παραλείπει να προβεί στην παράθεση πραγματικών περιστατικών εξηγούντων ικανοποιητικώς το αποδεικτικό της πόρισμα εν όψει του ότι παρά την αναφερόμενη εμπάθεια, ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, της κατέβαλε τον Μάρτιο του έτους 2012 το επίδομα πολυετίας ετών 2006-2011 και αρνήθηκε την καταβολή των λοιπών επιδομάτων, ως μη δικαιουμένων και επιπλέον αθωώθηκε με την υπ' αριθμ. 2028/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ε) ενώ δέχεται ότι διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων από το τέλος του έτους 2011, όταν η αναιρεσίβλητη άρχισε να αιτείται την καταβολή των άνω επιδομάτων και ότι η αναιρεσείουσα άρχισε μία στοχευμένη προσπάθεια απόλυσης της τελευταίας παρ' όλα αυτά προέβη στην καταβολή του επιδόματος πολυετίας, γεγονός το οποίο δεν συνάδει με εκδικητική συμπεριφορά, και όσο αφορά τα άλλα δύο επιδόματα, δέχεται ότι η ενάγουσα δεν τα δικαιούται, και επιπλέον δεν διευκρινίζει αν από την διατάραξη αυτή δημιουργήθηκε τέτοια οξύτητα στις σχέσεις τους, η οποία καθιστούσε δυσχερή ή αδύνατη την περαιτέρω συνεργασία αυτών ούτε αναφέρει περιστατικά δηλωτικά εκδικητικής διάθεσης της αναιρεσείουσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης, από τα οποία να προκύπτει για ποιο λόγο η διατάραξη των σχέσεων τους κατέληξε να αποτελεί και αιτία εχθρότητας και εμπάθειας του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εφόσον μόνο η διατάραξη των σχέσεων τους δεν αποτελεί, χωρίς άλλο γεγονός, και λόγο εχθρότητας και εμπάθειας της εργοδότριας αναιρεσείουσας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, παρελκούσης λόγω της αναιρετικής του εμβέλειας της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης κατά το σκέλος (άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ