Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, citing lack of evidence for joint fault and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's finding of exclusive liability for a traffic accident. The court rejected the insurer's arguments regarding fraud and joint fault, noting the marriage occurred years after the incident and a single witness testimony was insufficient to prove shared responsibility. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 570, 561, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged fraud or joint fault is inadmissible if the marriage occurred long after the accident and a single witness cannot substantiate the claim of shared liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 801 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 801/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Σ. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταθόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.01.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3822/2014 μη οριστική και 2534/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4384/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28.06.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 28.06.2019 (αρ.κατ. 583/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 4384/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο ,καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
[II] Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 04.01.2014 (αρ.κατ. 673/2014) αγωγή, κατά της ήδη αναιρεσείουσας, τότε 3ης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και κατά του Η.
Γ. (ασφαλισμένου οδηγού) και της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία … ΕΚΜΙΣΘΩΣΕΩΝ ΜΕΣΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ, τότε 1ου και 2ης των εναγομένων, που σήμερα δεν είναι διάδικοι, στην οποία είχε ισχυριστεί ότι, στις 19.10.2012, συνέβη τροχαίο ατύχημα, στο Κρυονέρι Αττικής, κατά το οποίο το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής GOLF, που οδηγούσε ο τότε 1ος εναγόμενος, ιδιοκτησίας της τότε 2ης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η τότε 3η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη αναιρεσείουσα, από αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου ως άνω οδηγού, προσέκρουσε στο οπίσθιο μέρος του με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής BMW, το οποίο οδηγούσε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη και του οποίου ήταν νομέας και κάτοχος λόγω παράδοσης της νομής του αυτοκινήτου από τον πωλητή – κύριο αυτού, με άτυπη σύμβαση πώλησης, που είχε καταρτιστεί στις 12.10.2012, μεταξύ αυτής (νομέα) και του ιδιοκτήτη του ως άνω αυτοκινήτου, Σ.
Α., στον οποίο η ενάγουσα – νομέας είχε εξοφλήσει το τίμημα πώλησης και ότι, τελικά, η εμπράγματη σύμβαση πώλησης ολοκληρώθηκε τυπικά στις 23.10.2012, με την νομότυπη έκδοση στο όνομά αυτής της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος αυτού. Επίσης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε στην αγωγή, ότι το όχημα, που αυτή οδηγούσε, κατά το τροχαίο ατύχημα καταστράφηκε ολοσχερώς και ζητούσε να υποχρεωθούν οι τότε εναγόμενοι, σε ολόκληρο ο καθένας, να της καταβάλουν, ως αποζημίωση για την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου της το ποσό των 21.500 ευρώ, για την καταστροφή του ραδιοφώνου του το ποσό των 350 ευρώ και για τα έξοδα μεταφοράς του οχήματος στο συνεργείο το ποσό των 90 ευρώ και τέλος ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ.
Οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προέβαλαν την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, ως προς την αξίωση αποζημίωσης για την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου και την ένσταση συνυπαιτιότητας αυτής στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος. Οι ως άνω ενστάσεις καταχωρήθηκαν παραδεκτά στα πρακτικά και αναπτύχθηκαν με τις προτάσεις των εναγομένων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η μη οριστική υπ’ αρ. 3822/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί το πιστοποιητικό τελεσιδικίας της υπ’ αρ. 3532/2013 οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την προγενέστερη από 15.01.2013 (αρ. κατ. 457/2013) αγωγή της ενάγουσας κατά των εναγομένων. Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την αναιρετική δίκη και αναφέρεται για τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης.
Ακολούθως, με την από 10.02.2015 (αρ. κατ. 2308/2015) κλήση της ενάγουσας η ένδικη αγωγή επαναφέρθηκε προς συζήτηση και εκδόθηκε η υπ’ αρ. 2534/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε ότι ο ασφαλισμένος οδηγός της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και επί της ουσίας δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 14.800 ευρώ ως αποζημίωση για την ολική καταστροφή του οχήματος, πλέον 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ απέρριψε κατ’ ουσίαν τα λοιπά κονδύλια αποζημίωσης.
Οι εναγόμενοι άσκησαν την από 26.11.2015 (αρ.κατ. 7406/2015) έφεση, με τον 2ο λόγο της οποίας (κατά το μέρος που αφορά την παρούσα δίκη) επανέφεραν την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εφεσίβλητης – ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για να αξιώσει αποζημίωση για την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου, ενώ με τον 3ο λόγο της έφεσής τους επανέφεραν την ένσταση περί συντρέχουσας υπαιτιότητας της ενάγουσας στην πρόκληση του ατυχήματος. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ως προς την τότε 2η εκκαλούσα, ως ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου αυτοκινήτου, απέρριψε την έφεση ως εκπρόθεσμη, ενώ ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες, δηλαδή τον ασφαλισμένο οδηγό και την ασφαλιστική εταιρεία ήδη αναιρεσείουσα, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
[III] Από τις διατάξεις των άρθρων 1034, 1036 παράγραφος 1 και 1037 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί κινητών πραγμάτων και ο μη κύριος τούτων εγκύρως μεταβιβάζει την κυριότητά τους, με την παράδοση της νομής τους προς τον αποκτώντα και τη συμφωνία ότι μετατίθεται η κυριότητα, εκτός εάν κατά το χρόνο παραδόσεως της νομής ο αποκτών τελεί σε κακή πίστη, δηλαδή, αν γνωρίζει ή αγνοεί αυτός από βαριά αμέλεια ότι το κινητό πράγμα δεν ανήκει κατά κυριότητα σ’ αυτόν που το εκποιεί.
Επιπλέον κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3, του άρθρου 2 παρ. 1 έως 3 του άρθρου 6 παρ. 1α του Ν. 722/1977 «περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητος των αυτοκινήτων οχημάτων και άλλων τινών διατάξεων», σε συνδυασμό με εκείνες, της, σε εκτέλεση του άρθρου 5 παρ. 2 του ιδίου νόμου, εκδοθείσης με αριθμ.
ΣΤ/26322/1977 της 1-4 Νοεμβρίου 1977 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Συγκοινωνιών, δημοσιευθείσης στο Φ.Ε.Κ. (τεύχος Β’ 1099/4-11-1977), από της ενάρξεως της ισχύος αυτών (08.11.1977, βλ. αρ. 14 Ν. 722/1977) η μεταβίβαση της κυριότητας επιβατηγών αυτοκινήτων με πράξη εν ζωή ενεργείται, προκειμένου μεν για τα άνευ αριθμού (αδείας) κυκλοφορίας αυτοκίνητα, με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται μερίμνη και ευθύνη αυτών επί των πιστοποιητικών του τελωνείου ή του κατασκευαστού ή του Ο.Δ.Δ.Υ. (κατά τις διακρίσεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ανωτέρω Ν. 722/1977), εφόσον έχει βεβαιωθεί προηγουμένως από τον Οικονομικό Έφορο επί του πιστοποιητικού ότι καταβλήθηκαν οι πάσης φύσεως οικονομικές επιβαρύνσεις, προκειμένου δε για τα επιβατηγά, επίσης ιδιωτικής χρήσεως, αυτοκίνητα, που είναι εφοδιασμένα με άδεια κυκλοφορίας, του με την ως άνω κοινή απόφαση καθορισθέντος τύπου, η οποία (άδεια κυκλοφορίας) αποτελεί και τον τίτλο κυριότητας και χορηγείται, όταν πρόκειται να μεταβιβασθεί η κυριότητα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του ανωτέρω νόμου, σε αντικατάσταση της παλαιού τύπου αδείας, επίσης με απλή πράξη των μερών, που αναγράφεται μερίμνη και ευθύνη αυτών στη σχετική θέση της άδειας κυκλοφορίας, εφόσον προηγουμένως έχει βεβαιωθεί πάνω σ’ αυτήν από τον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο ότι καταβλήθηκαν οι πάσης φύσεως οικονομικές επιβαρύνσεις, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο πωλητής του μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου αποστέλλει ταχυδρομικώς, επί αποδείξει, το σχετικό τμήμα της άδειας στην υπηρεσία συγκοινωνιών, η οποία εξέδωσε την άδεια κυκλοφορίας, αυτός δε από του χρόνου της μεταβιβάσεως δεν έχει καμία υποχρέωση αποζημιώσεως απέναντι στους τρίτους, ούτε καταβολής τελών κυκλοφορίας, η δε νέα στο όνομα του αγοραστή άδεια κυκλοφορίας εκδίδεται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από του χρόνου της μεταβιβάσεως και αποστέλλεται σ’ αυτόν επί αποδείξει.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η ενοχική σύμβαση, με την οποία σκοπείται η μεταβίβαση επιβατηγού αυτοκινήτου δεν υπόκειται σε κάποιο τύπο, εγκύρως δε συνάπτεται και προφορικά ακόμη. Όμως η εμπράγματη «περί της μεταβιβάσεως της κυριότητας επιβατηγών επίσης αυτοκινήτων, που έχουν εφοδιασθεί με άδεια κυκλοφορίας σύμβαση», υποβάλλεται στον τύπο της καταχωρίσεως αυτής επί της αδείας κυκλοφορίας, μερίμνη των συμβαλλομένων, εφόσον προηγουμένως έχει βεβαιωθεί από τον Οικονομικό Έφορο ,ότι καταβλήθηκαν τα βαρύνοντα το αυτοκίνητο τέλη κυκλοφορίας και οι λοιπές επ' αυτού οικονομικές επιβαρύνσεις.
Η τήρηση αυτού του συστατικού τύπου απαιτείται μόνο για την εμπράγματη δικαιοπραξία της μεταβίβασης και όχι νια την υποσχετική της πωλήσεως ή το προσύμφωνο οι οποίες καταρτίζονται και ατύπως (ΑΠ 161/1985, ΑΠ 1311/1984). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, με τις οποίες για την κτήση της κυριότητας επί αυτοκινήτου και για τη μεταβίβαση της θεσπίζεται ειδικός πανηγυρικός τύπος που διασφαλίζει την κυριότητα του αποκτώντος, προκύπτει ότι επί μεταβιβάσεως της κυριότητος αυτοκινήτου από τον μεταβιβάζοντα προς τον αποκτώντα ακόμα και με την παράδοση της νομής του, στοιχείο που δεν είναι αναγκαίο κατά νόμο, και με τη συμφωνία αυτών ότι μετατίθεται η κυριότητα του, ο αποκτών δεν καθίσταται κύριος του μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου με βάση τις σχετικές εγγραφές στο παραπάνω πιστοποιητικό του τελωνείου, εάν ο μεταβιβάσας δεν ήταν κύριος του, έστω και εάν ο αποκτών κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής δεν τελούσε σε κακή πίστη, χωρίς στην περίπτωση αυτή να εφαρμόζονται οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1036, 1037 του Α Κ (ΑΠ 1919/2017, ΑΠ 69/2013, 1313/2009).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 936 και 974 ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση παράνομης βλάβης του αυτοκινήτου νομιμοποιείται να αξιώσει αποζημίωση για τη δαπάνη της επισκευής και εκείνος ο οποίος δυνάμει οποιασδήποτε έννομης σχέσης κατέχει και εκμεταλλεύεται τούτο κατά το χρόνο της βλάβης και υποχρεούται να το διατηρεί σε κατάσταση που επιτρέπει την χρησιμοποίηση και απόλαυση των εξ αυτού ωφελημάτων. Όμως, σε περίπτωση παράνομης ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου και προσβολής συνεπώς του απολύτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρ. 1000 Α.Κ.) αποζημίωση, συνιστάμενη στη χρηματική του αξία, λόγω καταστροφής του δικαιούται να απαιτήσει μόνο ο κύριος και όχι ο νομέας ή κάτοχος (ΑΠ 1495/2001, ΑΠ 1233/1993).
Τέλος και επί πλέον όσων έχουν προεκτεθεί, από τα άρθρα 6 παρ. 1-3 Ν.Δ. 1146/1972 «Περί τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών» σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 1, 2 του ν. 722/1977 «Περί απλουστεύσεως της διαδικασίας χορηγήσεως των αδειών κυκλοφορίας και μεταβιβάσεως της κυριότητος των αυτοκινήτων οχημάτων», που ισχύουν παραλλήλως, αφού δεν προκύπτει ότι το δεύτερο νομοθέτημα κατάργησε το πρώτο, κατά τα οποία μοναδικό τρόπο κτήσης της κυριότητας, κατά το πρώτο, αποτελεί η εγγραφή της συμφωνίας μεταβίβασης στο αναφερόμενο βιβλίο μεταβολών και κατά το δεύτερο (Ν. 722/1977), τίτλο αποτελεί για τα εισαγόμενα από το εξωτερικό το πιστοποιητικό που εκδίδει το τελωνείο, ή προκειμένου για τα κατασκευαζόμενα στην Ελλάδα, το πιστοποιητικό του κατασκευαστή, ή όσον αφορά τα εκποιούμενα από τον ΟΔΔΥ, το πιστοποιητικό κυριότητας που εκδίδει αυτός οργανισμός, ενώ μετά την έκδοση της άδειας, τίτλο αποτελεί αυτή, με σαφήνεια προκύπτει, ότι η ενοχική σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου καταρτίζεται άτυπα, δηλαδή, ακόμη και προφορικά και γι’ αυτό μπορεί να αποδειχθεί με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
Αντιθέτως, η εμπράγματη δικαιοπραξία μεταβίβασης του αυτοκινήτου (άρθρο 1034 ΑΚ) αποδεικνύεται μόνον από την εγγραφή αυτής στο βιβλιάριο μεταβολών κυριότητας και κατοχής αυτοκινήτων, διότι όπως προεκτέθηκε είναι τυπική δικαιοπραξία (ΑΠ 615/2007, ΑΠ 2/2004).
Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1681/2018). Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1650/2018, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 150/2015).
[IV] Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α’ ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει αποζημίωση για την ολική καταστροφή που υπέστη κατά το τροχαίο ατύχημα, στις 19.10.2012, το με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του Σ. Α., το οποίο αυτή οδηγούσε και ήταν νομέας και κάτοχος αυτού από τις 12.10.2012, οπότε ο ανωτέρω ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου είχε παραδώσει άτυπα τη νομή και κατοχή του οχήματος στα πλαίσια άτυπης σύμβασης πώλησης αυτού στην αναιρεσίβλητη και ότι αυτή αυθημερόν είχε υποβάλει τη με αρ.
πρωτ. .../12-10-2012 αίτηση-υπεύθυνη δήλωση στο ΚΕΠ για την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας στο όνομά της, προσδοκώντας την τυπική μεταβίβαση της κυριότητας του οχήματος προς αυτήν και στη συνέχεια, με το να απορρίψει το Εφετείο τον 2ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή ως εναγομένη είχε επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραδεκτά την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία επίσης παραδεκτά είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με καταχώρηση στα πρακτικά και είχε αναπτύξει με τις προτάσεις της, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία (Α) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Ν. 722/1977 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1000 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι είχαν αποδειχθεί δεν πληρούσαν το πραγματικό τους ,σύμφωνα με το οποίο μόνον ο κύριος του αυτοκινήτου και όχι και ο νομέας αυτού νομιμοποιείται να αξιώσει αποζημίωση για την ολική καταστροφή αυτού, καθώς επίσης (Β) τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 936, 974 και 989 ΑΚ τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, με το να απορρίψει τον 2ο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και να επικυρώσει την εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία είχε επιδικασθεί στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση για την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου το ποσό των 14.800 ευρώ, αν και ήταν μόνον νομέας και κάτοχος του αυτοκινήτου τούτου, διότι τα αποδειχθέντα περιστατικά περί της κτήσης νομής του αυτοκινήτου αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων περί νομής.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για τις ανάγκες του ανωτέρω ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως αναιρετικά τα ακόλουθα:
«| Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα εξής:
Το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... IΧΕ αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος ανήκε στην κυριότητα του Σ. Α., πλην όμως ο τελευταίος είχε παραδώσει ήδη από τις 12.10.2012 την νομή και κατοχή αυτού στην ενάγουσα στα πλαίσια άτυπης σύμβασης πώλησης που συνήφθη μεταξύ τους κατά την άνω ημερομηνία. Ειδικότερα παραδόθηκε η νομή και κατοχή του αυτοκινήτου αυτού στην ενάγουσα, η οποία και κατέβαλε αυθημερόν στον ως άνω ιδιοκτήτη – πωλητή του ως τίμημα πωλήσεως το ποσό των 22.000 ευρώ, την ημέρα δε της παράδοσης του άνω αυτοκινήτου υπέβαλε αυτή (ενάγουσα) προς τη διεύθυνση μεταφορών και επικοινωνιών νοτίου τομέα Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αθηνών την από 12.10.2012 αίτηση – υπεύθυνη δήλωση της – φέρουσα αριθ. πρωτ. ΚΕΠ .../12-10-20.12, «μεταβίβασης και έκδοσης άδειας κυκλοφορίας του άνω αυτοκινήτου στο όνομα της», έκτοτε δε το νεμόταν με διάνοια κυρίου και μεριμνούσε για τη καλή και ασφαλή κατάσταση του, προσδοκώντας και την τυπική μεταβίβαση της κυριότητας αυτού, η οποία τελικά έγινε στις 23.10.2012, δηλαδή μετά το ατύχημα, όπως αποδεικνύεται από την σε αντίγραφο προσκομιζόμενη σχετική άδεια κυκλοφορίας αυτού.
Το ως άνω αυτοκίνητο, μάρκας BMW Ζ4 είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το έτος 2007, ήταν 1995 κυβικά και συνεπεία της ένδικης σύγκρουσης και της πρόσκρουσης του επί της πεζογέφυρας υπέστη εκτεταμένες ζημιές, με αποτέλεσμα να καταστραφεί η γεωμετρία του οχήματος και έπρεπε για την επισκευή του να γίνει ανακατασκευή του μισού και πλέον αυτοκινήτου, η οποία κατά την από 26.10.2012 έκθεση του μηχανικού και φανοποιού αυτοκινήτων Κ.
Α. είναι τεχνικά και νομοτεχνικά ανεπίτρεπτη και έτσι θεωρείται ολοσχερώς κατεστραμμένο, όπως άλλωστε δέχτηκε και η εκκαλούμενη απόφαση μη πληττόμενη κατά τούτο με ειδικό λόγο έφεσης. Η αξία του εν λόγω οχήματος, κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της ένδικης αγωγής (14.03.2014), ο οποίος λαμβάνεται υπόψη επί καταστροφής αυτοκινήτου για την αποτίμηση της αξίας ανέρχονταν κατά την αντικειμενική κρίση του Δικαστηρίου λαμβανομένων υπόψη του τύπου του και της παλαιότητας του, σε συνδυασμό με τις επικρατούσες στην αγορά τιμές για ίδιου τύπου και παλαιότητας αυτοκίνητα στο ποσό των 14.800 ευρώ, όπως δέχτηκε και η εκκαλούμενη απόφαση χωρίς να πλήττεται κατά τούτο με ειδικό λόγο έφεσης, κατά το οποίο ποσό και ζημιώθηκε η ενάγουσα με την ιδιότητα της ως νομέα και κατόχου αυτού, νομιμοποιούμενη ενεργητικά για την έγερση της ένδικης αγωγής αποζημίωσης λόγω της ολοσχερούς καταστροφής του άνω αυτοκινήτου με την άνω ιδιότητα της (νομέα και κατόχου), εφόσον αυτή είχε ήδη αγοράσει το εν λόγω όχημα από τις 12.10.2012, δηλαδή πριν το ένδικο ατύχημα έχουσα εξοφλήσει το τίμημα αυτού, χωρίς όμως να έχουν ολοκληρωθεί κατά το χρόνο του ατυχήματος οι διατυπώσεις της μεταβίβασης του και στην αρμόδια υπηρεσία του Δημοσίου, έκτοτε δε νέμονταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου, προσδοκώντας την τυπική μεταβίβαση της κυριότητας αυτού.
Τούτο δε καθόσον, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 914, 936, 984 παρ. 1, 989 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση ολοσχερούς καταστροφής οχήματος σε χρόνο κατά τον οποίο είχε παραδοθεί η νομή και κατοχή αυτού από τον πωλητή στον αγοραστή, ο οποίος νεμόταν και κατείχε αυτό για λογαριασμό του, χωρίς όμως να έχουν ολοκληρωθεί οι τυπικές διατυπώσεις μεταβίβασης της κυριότητας, είτε γιατί παρέλειψαν να ενεργήσουν τα μέρη εγκαίρως είτε για γραφειοκρατικούς λόγους δικαίωμα αποζημίωσης έχει ο αγοραστής, νομέας και κάτοχος και αυτό γιατί από την παράδοση του πράγματος σε αυτόν έχει τον κίνδυνο καταστροφής ή χειροτέρευσης αυτού.
Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό των πρώτου και τρίτης των εναγομένων περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας για την έγερση της ένδικης αγωγής ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, για αυτό και ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος [...]|».
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε τον 2ο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας- τότε εκκαλούσας, σύμφωνα με τον οποίο αυτή επανέφερε παραδεκτά την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης να αξιώσει ως νομέας και κάτοχος του αυτοκινήτου, κατά την άποψη της ενισταμένης –αναιρεσείουσας, αποζημίωση για την ολική καταστροφή αυτού, ενώ στη συνέχεια το Εφετείο επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που σιωπηρά είχε απορρίψει την ανωτέρω ένσταση, την οποία η αναιρεσείουσα, ως 3η εναγομένη είχε υποβάλει επίσης, παραδεκτά ενώπιον αυτού με καταχώρηση στα πρακτικά και είχε αναπτύξει με τις πρωτόδικες προτάσεις της (άρθρα 240, 527 ΚΠολΔ) και ακολούθως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στην ήδη αναιρεσίβλητη – τότε ενάγουσα το ποσό των 14.800 ευρώ ως αποζημίωση για την ολική καταστροφή του ανωτέρω οχήματος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων και 2 του Ν. 722/1977 και 1000 ΑΚ ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 936, 974 και 989 ΑΚ, εφόσον, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές του, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είχε καταστεί κυρία του αυτοκινήτου με βάση την ενοχική σύμβαση πώλησης, που είχε ολοκληρωθεί με την καταβολή του τιμήματος αυτού στον πωλητή-προηγούμενο κύριο αυτού, Σ.
Α.. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη νομική σκέψη, η άδεια κυκλοφορίας των επιβατηγών αυτοκινήτων αποτελεί τον τίτλο κυριότητας αυτών κατ’ αρ. 2 παρ.1 του Ν.722/1977 , σύμφωνα με την εμπράγματη σύμβαση πώλησης αυτών και η μεταβίβαση της κυριότητας των αυτοκινήτων του άρθρου 2 Ν. 722/1977 από επαχθή αιτία, γίνεται με απλή πράξη των συμβαλλομένων μερών, η οποία καταχωρείται με ευθύνη αυτών στην οικεία θέση της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 22 Ν. 1473/1984.
Η παραπάνω μεταβίβαση της κυριότητας του αυτοκινήτου (κατά την εμπράγματη σύμβαση πώλησης αυτού) ολοκληρώνεται με τη βεβαίωση του αρμόδιου οικονομικού εφόρου στην οικεία θέση της άδειας κυκλοφορίας, ότι έχουν καταβληθεί όλες οι οικονομικές επιβαρύνσεις, που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις, τόσο για τη μεταβίβαση, όσο και για την έκδοση της νέας άδειας κυκλοφορίας του οχήματος.
Αντιθέτως προς αυτά όμως, η ενοχική σύμβαση πώλησης του αυτοκινήτου καταρτίζεται άτυπα ακόμα και προφορικά μεταξύ των συμβαλλομένων. Εξάλλου, σε περίπτωση ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου αποζημίωση συνιστάμενη στην χρηματική αξία αυτού δικαιούται να απαιτήσει μόνον ο κύριος και όχι ο νομέας ή ο κάτοχος αυτού.
Με βάση επομένως, τα ανωτέρω ισχύοντα το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως αναιρετικά ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο του ατυχήματος (19.10.2012) είχε καταστεί κυρία του αυτοκινήτου με βάση την ενοχική σύμβαση πώλησης αυτού, διότι ο πωλητής του αυτοκινήτου, Σ. Α., στις 12.10.2012, είχε παραδώσει στην αναιρεσίβλητη την νομή και κατοχή του οχήματος, ότι την ίδια ημέρα η τελευταία είχε εξοφλήσει ολοσχερώς το τίμημα πώλησης προς αυτόν και επομένως έκτοτε, από την παράδοση του αυτοκινήτου αυτή έφερε τον κίνδυνο για τυχόν ζημίες αυτού, ότι επίσης αυθημερόν με την παράδοση της νομής και κατοχής η αναιρεσίβλητη υπέβαλε στο ΚΕΠ αίτηση για να εκδοθεί η άδεια κυκλοφορίας στο όνομά της.
Επίσης, σύμφωνα με τις παραδοχές, οι διατυπώσεις για την εμπράγματη μεταβίβαση της κυριότητας του αυτοκινήτου ολοκληρώθηκαν στις 23.10.2012, δηλαδή, η εμπράγματη δικαιοπραξία της πώλησης καταρτίστηκε μετά το ατύχημα και ότι το όχημα υπέστη ολική καταστροφή.
Συνεπώς, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος, που είναι ο κρίσιμος χρόνος, ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου με σύμβαση ενοχικής πώλησης ήταν η αναιρεσίβλητη, που έφερε τον κίνδυνο της καταστροφής αυτού για τυχόν ζημίες του και συνεπώς, θεμελίωνε νόμιμο δικαίωμα να αξιώσει την αποζημίωση για την ολική καταστροφή του και όχι ο Σ. Α., ο οποίος κατά τις παραδοχές είχε εισπράξει το τίμημα πώλησης και ουδεμία απαίτηση διατηρούσε εναντίον της αγοράστριας αναιρεσίβλητης. Άλλωστε, ο ανωτέρω, Σ. Α.,για τον ίδιο λόγο, δεν θα είχε έννομο συμφέρον να αξιώσει την αποζημίωση για την ολική καταστροφή. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος με τον οποίο εσφαλμένα η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία υποστηρίζει ότι κύριος του αυτοκινήτου δεν ήταν η αναιρεσίβλητη και ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει την αποζημίωση για την ολική καταστροφή αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
[V] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018,ΑΠ 52/2016,ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους.
Επίσης, (α) κατά το άρθρο 19 παρ. 1 «ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς», (β) κατά το άρθρο 19 παρ. 2, «ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν», (γ) «ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, .......
πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων […]» (ΑΠ 890/2020). Eπίσης, κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζεται ότι «ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης,αν ,το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του».
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 περ.β’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) – (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 199/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015,ΑΠ 1987/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης. Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 890/2020, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 140/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α’ σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ’ ορθή εκτίμηση, την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (και όχι και εκ του άριθμού 1, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα), με την αιτίαση ότι το Εφετείο ,με το να δεχθεί ότι το τροχαίο ατύχμα προκλήθηκε δήθεν από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ασφαλισμένος από αυτήν οδηγός, Η. Γ. και να απορρίψει την ένσταση συνυπαιτιότητας της ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία η αναιρεσείουσα είχε προβάλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με καταχώρηση αυτής στα πρακτικά και με ανάπτυξη αυτής στις προτάσεις της και την οποία επίσης είχε επαναφέρει παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τον 3ο λόγο της έφεσής της, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. 300 ΑΚ, διότι κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και ως προς τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ’ αυτό οδηγών και έτσι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, η οποία αμφισβητεί την σύγκρουση των δύο οχημάτων, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπή και ασαφή αιτιολογία διότι:
(α) δεν διευκρινίζει την ταχύτητα των οχημάτων, την απόσταση αυτών κατά τη φερόμενη σύγκρουση, τα σημεία της σύγκρουσης και τη θέση των οχημάτων στο οδόστρωμα μετά από αυτήν.
(β) το λόγο για την εκ των υστέρων, δηλαδή μετά τις λοιπές εγγραφές, καταχώρηση στο υπό στοιχείο .../19-10-2012 δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος της εγγραφής «ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΟΧΗΜΑΤΩΝ», που έγινε καθ’ υπόδειξη της αναιρεσίβλητης, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας και υποδηλώνει ότι ο αστυνομικός, κατά τη σύνταξη του ανωτέρω δελτίου ατυχήματος, δεν είχε διαπιστώσει επαφή μεταξύ των εμπλακέντων οχημάτων.
(γ) δεν διευκρινίζει τις ασαφείς καταχωρήσεις στο ανωτέρω δελτίο των ζημιών των οχημάτων και των σημείων σύγκρουσης αυτών, ώστε να διαπιστωθεί εάν προκλήθηκαν από τη μεταξύ τους σύγκρουση ή από την πρόσκρουσή των οχημάτων στις προστατευτικές μπάρες.
(δ) δεν αξιολογεί με πληρότητα την αντιφατικότητα μεταξύ των καταθέσεων του ασφαλισμένου οδηγού της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης αναφορικά με τη σύγκρουση των οχημάτων τους, ούτε μεταξύ της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, Ν. Α., ο οποίος κατέθεσε ότι «[…] είδε ένα αγκαλιασμένο ζευγάρι στο όχημα της αναιρεσίβλητης […]» και ότι « […] δεν άκουσε τον οδηγό να παραδέχεται την εμπλοκή του στο ατύχημα […]» ζήτημα ουσιώδες κατά την αναιρεσείουσα διότι, κατά την άποψή της, αποδεικνύει, ότι δεν υπήρξε μεταξύ των οχημάτων επαφή.
(ε) δεν αιτιολογεί επαρκώς την από 26.10.2012 έκθεση του μηχανικού -φανοποιού, Κ. Α., εάν η στρέβλωση στο οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης προκλήθηκε από την πρόσκρουσή του στις κολώνες της πλατφόρμας ή εάν προσέκρουσε σ'αυτό το ασφαλισμένο από την αναιρεσείουσα όχημα, ούτε διευκρινίζει εάν διαπιστώθηκαν στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης ίχνη επαφής από το ασφαλισμένο ως άνω όχημα της αναιρεσείουσας.
(στ) δεν αξιολογεί με πληρότητα την αντίφαση μεταξύ της από 24-10-2012 υπεύθυνης δήλωσης ατυχήματος του ασφαλισμένου οδηγού της αναιρεσείουσας, στην οποία δεν αναφέρει την εμπλοκή του στο ατύχημα, με την μεταγενέστερη, χωρίς ημερομηνία, υπεύθυνη δήλωση αυτού, στην οποία εντελώς αντίθετα αποδέχεται, ότι προσέκρουσε στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου της αναιρεσίλητης.
(ζ) δεν αξιολογεί επαρκώς την από 05.11.2012 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσείουσας, Π. Σ., την οποία χαρακτηρίζει ως ελλιπή, ούτε την από 19.12.2012 έκθεση του τεχνικού συμβούλου της αναιρεσείουσας, Κ. Ν., αν και αμφότεροι βεβαιώνουν,ότι τα δύο οχήματα δεν ήλθαν σε επαφή.
Επίσης, με το Β’ σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ορθά επίσης εκτιμάται, την πλημμέλεια εκ του άρθρο 559 αρ.19 περ.β’ (και όχι και εκ του αριθμού 1 περ.β’ ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα), με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι συνέβη στην πραγματικότητα το τροχαίο ατύχημα, αν και στο συγκεκριμένο σημείο του οδοστρώματος, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν θα ήταν δυνατόν να εκτραπούν ταυτόχρονα και τα δύο οχήματα και να προσκρούσουν στις μεταλλικές μπάρες της πεζογέφυρας, παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς αιτιολογίες τα παρακάτω διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία:
(1) είναι δυνατή η ταυτόχρονη εκτροπή των δύο οχημάτων, μόνον, εάν το ατύχημα έχει προκληθεί σε φυσιολογικές συνθήκες του οδοστρώματος και όχι νύκτα, σε δεξιά κλειστή στροφή ,σε ολισθηρό οδόστρωμα, λόγω της προηγηθείσας βροχόπτωσης , με υπερβολική ταχύτητα και από οδηγούς, που τελούσαν υπό την επίδραση αλκοόλης, όπως στην ένδικη περίπτωση, και
(2) εάν το ασφαλισμένο από την αναιρεσείουσα όχημα χρώματος μαύρου είχε προσκρούσει στο οπίσθιο μέρος του οχήματος της αναιρεσίβλητης, θα άφηνε ίχνη επαφής ίδιου μαύρου χρώματος,γεγονός που, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν συνέβη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ερευνώμενο με το Α’ σκέλος του 2ου αναιρετικού λόγου ζήτημα ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και την συμπεριφορά των οδηγών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα:
«| […] Στις 19.10.2012 και περί ώρα 4:55 η ενάγουσα οδηγώντας το υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας BMW Ζ4, κινιόταν επί της οδού Θεσσαλονίκης στην περιοχή Κηφισιάς, με κατεύθυνση από Κρυονέρι προς Αθήνα. Η οδός αυτή είναι παράλληλη της Ε.Ο. Αθηνών – Λαμίας, εφαπτόμενη αυτής και διαχωριζόμενη με συρματόπλεγμα και πρασιά, διαθέτει δύο ρεύματα κυκλοφορίας και έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... IΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινιόταν επί της αυτής οδού, ομόρροπα με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ενάγουσα και όπισθεν αυτού.
Όταν τα ως άνω οχήματα έφθασαν στο ύψος του κόμβου της Κηφισιάς, στο σημείο όπου βρίσκεται ακριβώς η πεζογέφυρα, όπου και υπήρχε κλειστή προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία τους, στροφή 90 μοιρών περίπου, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε η ενάγουσα, με αποτέλεσμα να εκτραπούν και τα δύο οχήματα της πορείας τους και αφού προσέκρουσαν στις μεταλλικές προστατευτικές μπάρες που βρίσκονταν στην άκρη του οδοστρώματος, το μεν αυτοκίνητο που οδηγούσε η ενάγουσα προσέκρουσε στις κολώνες της πεζογέφυρας και σφηνώθηκε σ’ αυτή, το δε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ακινητοποιήθηκε ελάχιστα μέτρα πίσω από το όχημα της ενάγουσας, με το ήμισυ του και δη την πλάγια δεξιά πλευρά του πάνω στις μεταλλικές μπάρες που βρίσκονταν δεξιά της πορείας του.
Αποτέλεσμα του τροχαίου αυτού ατυχήματος ήταν η πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών και στα δύο οχήματα. Οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως προαναφέρθηκαν, ιδιαίτερα δε το γεγονός ότι της εκτροπής των άνω οχημάτων και της πρόσκρουσης τους στις προστατευτικές μπάρες της πεζογέφυρας και στις κολώνες αυτής προηγήθηκε η σύγκρουση των δύο οχημάτων και συγκεκριμένα η πρόσκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η ενάγουσα προκύπτουν από την ορθή συνεκτίμηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και ιδίως:
(α) από το υπ' αριθ. πρωτ. .../19-10-2012 δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών του τμήματος τροχαίας Κηφισιάς, το οποίο αποτελεί δημόσιο έγγραφο νομίμως συντεταγμένο από τον αρμόδιο αστυνομικό Κ., το οποίο φέρει την υπογραφή του τελευταίου και των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων, στην παράγραφο «είδος ατυχήματος» του οποίου αναγράφεται από το άνω αστυνομικό όργανο η εξής φράση «Εκτροπή Πρόσκρουση Οχημάτων σε μεταλλικές μπάρες και σε κολώνες πεζογέφυρας. Σύγκρουση Οχημάτων» και στη θέση «συγκρουσθείσες επιφάνειες» η λέξη «Περιμετρικά», άποψη την οποία προφανώς σχημάτισε αυτό, συνεκτιμώντας τα ευρήματα του ατυχήματος (βλαβείσες επιφάνειες των οχημάτων, τελικές θέσεις αυτών κ.λπ.), σε συνδυασμό και με τις δηλώσεις των οδηγών ότι έλαβε χώρα σύγκρουση των οχημάτων,
(β) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Α. Ν., που περιέχεται στα υπ’ αριθ. 3532/2013 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συντάχθηκαν κατά τη συζήτηση της από 15.01.2013 προηγούμενης αγωγής της ενάγουσας κατά των αυτών εναγομένων, διανομέα του γάλατος …, ο οποίος καταθέτει μεταξύ άλλων τα εξής: «φθάνοντας στο επίδικο σημείο, μετά τη σύγκρουση είδα ένα αυτοκίνητο σχεδόν κάτω από τη γέφυρα και ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο, το άλλο αυτοκίνητο ήταν από πίσω ακριβώς, σταμάτησα πήγα κοντά και άκουσε ένα νεαρό ξανθό που έλεγε στην κοπέλα "μη στενοχωριέσαι, σίδερα είναι και φιάχνονται, εσύ να είσαι καλά» και την κοπέλα (εννοώντας την ενάγουσα) να λέει «με χτύπησε από πίσω, έχασα τον έλεγχο και πήγα κάτω από τη γέφυρα [...] το BMW ήταν χτυπημένο από πίσω και από μπροστά, το άλλο αυτοκίνητο ήταν GOLF και ήταν χτυπημένο μόνο μπροστά. Το παραδέχτηκε ο πίσω οδηγός, δεν τον άκουσα να λέει ότι φταίει [...] το BMW ήταν καρφωμένο σχεδόν κάτω από την πεζογέφυρα, το χτύπησε με μεγάλη ταχύτητα το από πίσω αυτοκίνητο», και
(γ) την από 26.10.2012 έκθεση του Κ. Α. μηχανικού – φανοποιού αυτοκινήτων, ο οποίος θεώρησε το όχημα που οδηγούσε η ενάγουσα και αναφέρει στην που έκανα στο αυτοκίνητο της ενάγουσας διαπίστωσα ότι δέχτηκε ισχυρές δυνάμεις κρούσης στο εμπρόσθιο, οπίσθιο και μεσαίο μηχανικό τμήμα αυτού, με αποτέλεσμα να καταστραφεί η μηχανή του και να ζημιωθούν ανεπανόρθωτα καίρια σημεία του εμπρόσθιου και οπίσθιου τμήματος του σασί. Το εμπρόσθιο αριστερό και δεξιό σύστημα πτερού – θόλου – πλαισίου σασί, αλλά και το οπίσθιο τμήμα έχουν στρεβλώσει σε μεγάλο βαθμό και η αποκατάσταση της στρέβλωσης είναι αδύνατη.
Σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος οι εναγόμενοι προσκομίζουν με επίκληση, εκτός άλλων, και την από άνευ υπογραφής από 19.12.2012 έκθεση του διερευνητή ζημιών Κ. Ν. που συντάχθηκε κατ’ εντολή της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία αυτός αρχικά ενσωματώνει το περιεχόμενο του δελτίου συμβάντων της Τ.Ο.Τ.Α, επισημαίνοντας ότι η φράση «σύγκρουση οχημάτων» τέθηκε εκ των υστέρων από τον αστυνομικό, χωρίς όμως να αποδίδει κάποια μομφή σ’ αυτόν, στη συνέχεια μνημονεύει την αρχική δήλωση ατυχήματος που υπέβαλε στις 24.10.2012 ο πρώτος εναγόμενος στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία αναφέροντας ότι «αυτός δήλωσε μεν ότι ακολουθούσε προπορευόμενο αυτοκίνητο, χωρίς όμως να αναφέρει για σύγκρουση μαζί του και ακολούθως τη συμπληρωματική χωρίς ημερομηνία δήλωση του ιδίου, η οποία έχει ως εξής: «πιθανότητα με το εμπρός μέρος του αυτοκινήτου προσέκρουσε στο πίσω μέρος του προπορευόμενου οχήματος [...]» συνεχίζοντας δε αναφέρει ότι σε ερώτηση που έκανε στον πρώτο εναγόμενο για τις αντιφατικές αυτές δηλώσεις του έλαβε την απάντηση ότι ήταν ακόμη θολωμένος όταν υπέβαλε την πρώτη δήλωση και ότι στη συνέχεια διορθώνοντας αυτός μετά από επίμονες ερωτήσεις του απήντησε ότι «ο ασφαλιστής του από την «… ΕΚΜΙΣΘΩΣΕΩΝ» του υπέδειξε να κάνει συμπληρωματική δήλωση όπου να αναφέρει ότι συγκρούστηκε με το προπορευόμενο αυτοκίνητο»,
(δ) στην από 05.11.2012 έκθεση που συνέταξε κατ’ εντολή και πάλι της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας ο Π. Σ., ο οποίος εξέτασε το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ενάγουσα και κάνει τις εξής παρατηρήσεις «δεν διαπίστωσα σημείο επαφής με άλλο όχημα», επισυνάπτοντας δε στην έκθεση του τις φωτογραφίες του σημείου του ατυχήματος που του έδωσε η ενάγουσα εκφράζει την άποψη ότι «το σημείο αυτό δεν συνάδει με τα χτυπήματα του αυτοκινήτου της», καταλήγοντας δε ο ως άνω διερευνητής αναφέρει στην έκθεση του τα εξής «δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη στις 04.55 ξημερώματα εκείνης της Παρασκευής (19.10.2012), όμως σίγουρο είναι ότι και οι δύο οδηγοί είχαν καταναλώσει αλκοόλ και ότι έτρεχαν με υπερβολική ταχύτητα και στην στροφή του δρόμου πρώτα το BMW Ζ4 και μετά το GOLF εκτράπηκαν της πορείας τους και αφού πρώτα, διέλυσαν τις αλουμινένιες προστατευτικές μπάρες, σταμάτησαν πάνω στις κολώνες της πεζογέφυρας.
Εκ των υστέρων προσπάθησαν να καλύψουν την κα Σ. Χ. ώστε να μπορέσει να αποζημιωθεί, για αυτό και ο κος (Η.) Γ. έκανε συμπληρωματική δήλωση. Γνώμη μου είναι ότι δεν υπήρξε επαφή ανάμεσα στα οχήματα». Η ως άνω από 19.12.2012 έκθεση του διερευνητή Κ. Ν., την οποία προσκομίζουν οι εναγόμενοι προς επίρρωση του ισχυρισμού τους ότι δεν έλαβε χώρα σύγκρουση των άνω οχημάτων δεν μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε διαφορετική κρίση σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος που δέχτηκε παραπάνω, καθόσον ο εν λόγω διερευνητής δεν εξέτασε τα εμπλακέντα αυτοκίνητα όσα δε αναγράφονται στην έκθεση του αποτελούν εκτιμήσεις κυρίως της από 05.11.2012 τεχνικής έκθεσης του Π.
Σ. και δευτερευόντως της συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου οδηγού έναντι της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, ήτοι των δύο δηλώσεων ατυχήματος αυτού οι οποίες πρέπει να σημειωθεί ότι δεν προσκομίζονται από την τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία. Αναφορικά με την άποψη του Π. Σ. στην από 05.11.2012 τεχνική έκθεση του ότι δεν διαπίστωσε σημείο επαφής του οχήματος της ενάγουσας με άλλο όχημα, χωρίς να δικαιολογεί αυτός τον τρόπο επέλευσης των ζημιών στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε η ενάγουσα, ούτε και από αυτή φαίνεται να σχημάτισε πλήρη πεποίθηση ο άνω διερευνητής σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, αφού αυτός, μετά την αναφορά του ως άνω αποσπάσματος της συνεχίζει ως εξής «δεν ξέρω ακριβώς τη συνέβη στις 4.55 εκείνης της Παρασκευής […]».
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα δύο οχήματα ταυτόχρονα και χωρίς έρθουν σε επαφή μεταξύ τους εκτράπηκαν λόγω της ταχύτητας της πορείας του, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι. Ενόψει των ανωτέρω δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα όπως περιγράφεται παραπάνω ότι δηλαδή πράγματι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του επί του οπισθίου τμήματος του αυτοκινήτου που οδηγούσε η ενάγουσα και ακολούθησε η εκτροπή αυτού και η πρόσκρουση του στις προστατευτικές αλουμινένιες μπάρες στην άκρη του οδοστρώματος και τις κολώνες της πεζογέφυρας.
Υπό τις συνθήκες αυτές αποκλειστικά υπαίτιος της ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... I Χ Ε αυτοκινήτου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια την οποία θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός, κάτω από ανάλογες συνθήκες (άρθρο 300 ΑΚ). Ειδικότερα αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε και ρύθμισε την ταχύτητα του, ανάλογα με την ταχύτητα που είχαν αναπτύξει τα προπορευόμενα του οχήματα, η οποία (ταχύτητα του) ήταν ιδιαίτερα υπερβολική για τις περιστάσεις, ενόψει του ότι πλησίαζε σε κλειστή δεξιά στροφή, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να διακόψει εγκαίρως και με ασφάλεια την πορεία του οχήματος του ή έστω να μειώσει την ταχύτητα του όπως το επέβαλαν οι περιστάσεις, ούτε και τηρούσε την επιβαλλόμενη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε η ενάγουσα, αλλά υπερεκτιμώντας τις ικανότητες του πλησίασε επικίνδυνα το τελευταίο που βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα επιπέσει επί αυτού και να ακολουθήσει περαιτέρω το προαναφερθέν δυσμενές αποτέλεσμα (άρθρα 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2, 3 και 7 του Κ.Ο.Κ).
Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει την ενάγουσα οδηγό για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και την έκταση των ζημιών του αυτοκινήτου που αυτή οδηγούσε, καθόσον δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι κινιόταν αυτή με υπερβολική ταχύτητα, ούτε και ότι δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα της, λαμβάνοντας υπόψη της επικρατούσες συνθήκες της οδού (κλειστή δεξιά στροφή), όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, σε κάθε δε περίπτωση ακόμη και αν γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγομένων, δεν αποδεικνύεται ότι η τυχόν υπερβαίνουσα τη δέουσα για τις συνθήκες ταχύτητα της ενάγουσας συνετέλεσε στο ένδικο συμβάν και ιδίως ότι εάν αυτή κινιόταν με χαμηλή ταχύτητα θα είχε αποφευχθεί το ένδικο συμβάν. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μπορούσε να κάνει κάποιο ελιγμό για να αποφύγει την επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε πρόσκρουση του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την εν συνεχεία εκτροπή του και πρόσκρουση αυτού στις προαναφερθείσες μεταλλικές προστατευτικές μπάρες, η οποία, όπως έγινε δεκτό, ήταν αποτέλεσμα της σφοδρότατης πρόσκρουσης που δέχτηκε αυτό στο οπίσθιο μέρος του από το ακολουθούν αυτό ζημιογόνο όχημα, την οποία (πρόσκρουση) δεν μπορούσε αυτή (ενάγουσα) να προβλέψει ακόμα και με την επίδειξη της άκρας επιμέλειας.
Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που δέχτηκε τα ίδια, ότι δηλαδή αποκλειστικά υπαίτιος για πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος, απορρίπτοντας την περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας ένσταση για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, που πρότειναν οι πρώτος και τρίτη των εναγομένων – ήδη δεύτερος και πρώτη των εκκαλούντων αντίστοιχα – (ως προς τους οποίους και μόνον έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και ερευνάται η βασιμότητα των λόγων της), δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν, για αυτό και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης, ο οποίος προσβάλει την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος |».
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του, αναφορικά με τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος από αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου από την αναιρεσείουσα οδηγού. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση της οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά των οδηγών) ,οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες και κατέληξε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου από την αναιρεσείουσα οδηγού.
Ειδικότερα, με επαρκή αιτιολογία για τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού δέχθηκε, ότι αυτός με ιδιαίτερα υπερβολική ταχύτητα για τις περιστάσεις, ενόψει του ότι πλησίαζε στην πεζογέφυρα, που στο σημείο εκείνο είχε κλειστή δεξιά στροφή 90 μοιρών, που επομένως αυξάνει τη φυγόκεντρη δύναμη και χωρίς να τηρεί την επιβαλλόμενη για τις ανωτέρω συνθήκες κυκλοφορίας απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, το οποίο οδηγούσε η ήδη αναιρεσίβλητη, από έλλειψη της προσοχής, την οποία πρέπει να επιδεικνύει ο μέσος, κατ'αντικειμενική κρίση, συνετός οδηγός, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του επέπεσε με σφοδρότητα στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου της αναιρεσείουσας, με άμεση συνέπεια και τα δύο ομορρόπως κινούμενα οχήματα να εκτραπούν από την πορεία τους, να προσκρούσουν στις μεταλλικές προστατευτικές μπάρες και το μεν αυτοκίνητο της αναιρεσείουσας, στη συνέχεια, να προσκρούσει στις κολώνες της πεζογέφυρας και να σφηνωθεί κάτω από αυτές, το δε αυτοκίνητο του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού να ακινητοποιηθεί λίγα μέτρα πιο πίσω από το όχημα της αναιρεσίβλητης με την πλάγια δεξιά πλευρά του πάνω στις μεταλλικές μπάρες της πεζογέφυρας.
Εκτός τούτων το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία, σύμφωνα με τις παραδοχές του, περιγράφει τις ζημίες, που υπέστησαν τα οχήματα και τα σημεία της σύγκρουσης αυτών και δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα για την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπάρκεια αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι παρέλειψε να αναφέρει αριθμητικά την ταχύτητα και την απόσταση των οχημάτων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, διότι οι φερόμενες ως άνω ελλείψεις καλύπτονται από τις παραδοχές, ότι η ταχύτητα του ασφαλισμένου οδηγού ήταν ιδιαίτερα υπερβολική, διότι εκινείτο πάνω σε πεζογέφυρα με κλειστή δεξιά στροφή 90 μοιρών στην πορεία του και ότι δεν τηρούσε την επιβαλλόμενη για τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας απόσταση ασφαλείας.
Επίσης, οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ανεπάρκεια αιτιολογίας αναφορικά με την εκ των υστέρων (μετά τις λοιπές εγγραφές) καταχώρηση στο δελτίο συμβάντων της φράσης ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΟΧΗΜΑΤΩΝ, με την επί πλέον επισήμανση, ότι τούτο δεν προσβάλλεται από την αναιρεσείουσα για πλαστότητα ως δημόσιο έγγραφο κατ’ αρ. 438 ΚΠολΔ, καθώς επίσης για ανεπάρκεια αιτιολογίας ως προς τις αξιολογήσεις των δύο καταθέσεων του μάρτυρα Ν.
Α. (η πρώτη τούτων εμπεριέχεται στα πρακτικά της υπ’ αρ. 3532/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της αρχικής αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και αποτελούσε δικαστικό τεκμήριο) και των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, που εκτενώς προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι συνιστούν την πληρέστερη ανάλυση των αποδείξεων και υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα, των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, τα οποία το Εφετείο συνεκτίμησε μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ελευθέρως.
Σε κάθε περίπτωση οι σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες ουσιαστικά, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφή και επαρκή αιτιολογία κατά τα ανωτέρω. Επομένως, ο 2ος λόγος αναίρεσης, κατά το Α’ σκέλος αυτού για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 300 ΑΚ, που αναφέρονται αριθμητικά στο αναιρετήριο και αυτές σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1-3 και 7 και 20 παρ.1 του ΚΟΚ, που αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, το πραγματικό τους προκύπτει από όλο το περιεχόμενο αυτού και κατά τούτο ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ κρίνεται αρκούντως ορισμένος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1043/2019) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Απορριπτέο κρίνεται και το Β' σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου για την εκ πλαγίου παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, ως απαράδεκτο, διότι η επικαλούμενη υπό στοιχείο 1 και 2 παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, με την επί πλέον επισήμανση ότι δεν προσδιορίζεται ούτε η παραβιασθείσα διάταξη, αλλά υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, επιδιώκεται να πληγεί η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων αναιρετική κρίση του Δικαστηρίου ουσίας, αναφορικά με τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος και την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του οποίου την αστική έναντι των τρίτων ευθύνη καλύπτει η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία.
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει, ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και, εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 234/2014), καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε Δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού, αφού με την αναίρεση δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, ούτε ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται μόνο το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012).
Με το επικουρικό Γ’ σκέλος του 2ου αναιρετικού λόγου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, όπως ορθά εκτιμάται, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ (και όχι και εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚπολΔ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα) για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 12 παρ.1,19 παρ.1-3 και 20 παρ.1 ΚΟΚ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι σε κάθε περίπτωση το ατύχημα αυτό είναι συμπαικτικό, διότι, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, πληροφορήθηκε ότι ο ασφαλισμένος σ’ αυτήν οδηγός και η αναιρεσίβλητη έχουν συνάψει θρησκευτικό γάμο στις 26.12.2015, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (στις 08.12.2016) γεγονός που απέκρυψαν και ότι η συμπαιγνία τους αποδεικνύεται από το γεγονός ότι (α) η γνωριμία τους προϋπήρχε ,όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Ν.
Α. «περί του αγκαλιασμένου ζευγαριού στο όχημα της αναιρεσίβλητης» και (β) από την καταχώρηση στο υπ’ αρ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που αφορά το χρονικό διάστημα από 14.01.2013 έως 14-7-2013 και καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της αναιρεσίβλητης για το με αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής AUDI ΤΤ, που αυτή αγόρασε μετά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, του τηλεφωνικού αριθμού ...,ο οποίος όμως ανήκει στον ασφαλισμένο οδηγό και ότι ως άμεση συνέπεια της συμπαιγνίας, αποδεικνύεται ότι αποκλειστικά υπαίτια του τροχαίου ατυχήματος είναι η αναιρεσίβλητη, η οποία, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με υπερβολική ταχύτητα εκτράπηκε από την πορεία της και προσέκρουσε στις μεταλλικές μπάρες και κολώνες της πεζογέφυρας χωρίς τα δύο οχήματα να έλθουν σε επαφή.
Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαράδεκτα το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, διότι στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί στο Δικαστήριο ουσίας και συνεπώς δεν επιτρέπεται να ερευνηθεί από τον Άρειο Πάγο, κατ’ αρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της ανωτέρω διάταξης και ειδικότερα, της περίπτωσης α’ (παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας), εφόσον, όπως η αναιρεσείουσα αναφέρει στο αναιρετήριο, από την κατάρτιση του νέου ασφαλιστηρίου συμβολαίου με την αναιρεσίβλητη για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2013, δηλαδή, πριν από την άσκηση της αναίρεσης, αλλά και πριν από τη συζήτηση στο Εφετείο (08.12.2016) γνώριζε τα στοιχεία της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα, τον αριθμό τηλεφώνου, που αυτή είχε δηλώσει και ανήκε στον ασφαλισμένο οδηγό και τα οποία είχε τη δυνατότητα να ερευνήσει και δεν το έπραξε.
Επίσης, ούτε ως νέος ισχυρισμός μπορεί να εκτιμηθεί, που επιτρεπτά κατ’ αρ. 570 αρ.2 ΚΠολΔ προτείνεται στο Δικαστήριο τούτο, εφόσον ο γάμος της αναιρεσίβλητης με τον ασφαλισμένο οδηγό, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, τελέστηκε στις 26.12.2015, δηλαδή 3 και πλέον έτη μετά το ατύχημα (19.10.2012) και αν και η αναιρεσείουσα επικαλείται απάτη επί δικαστηρίω σε βάρος της και ότι έλαβε γνώση αυτής μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (15.09.2017), σε ουδεμία ενέργεια προέβη μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (28.06.2019), δηλαδή μεσολάβησαν περίπου δύο έτη, προκειμένου να διωχθούν ποινικά οι εμπλεκόμενοι οδηγοί, με δεδομένο, ότι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, ζημιώθηκε, κατά το συνολικό ποσό των 22.745,78 ευρώ, το οποίο μάλιστα όπως ισχυρίζεται έχει ήδη καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη και συνεπώς έχει επέλθει η ζημία της.
Επισημαίνεται, τέλος, ότι για την απόδειξη του συμπαικτικού ατυχήματος επικαλείται αλυσιτελώς την μαρτυρική κατάθεση του Α. Ν. «περί αγκαλιασμένου ζευγαριού», δηλαδή, στοιχείο, που από μόνο του, χωρίς άλλα στοιχεία, δεν μπορεί να θεμελιώσει συμπαιγνία μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του ασφαλισμένου οδηγού, ούτε να αποδείξει την προγενέστερη γνωριμία αυτών, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ενόψει και του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ότι είχε υποστεί έντονο ψυχολογικό «σοκ» κατά το ατύχημα και ότι ο ασφαλισμένος οδηγός, τον οποίο δεν γνώριζε μέχρι τότε, προσφέρθηκε να της συμπαρασταθεί για να συνέλθει και τούτο αποτέλεσε την αιτία της γνωριμίας τους και του μεταγενέστερου γάμου τους.
Επομένως, το επικουρικό Γ’ σκέλος του 2ου αναιρετικού λόγου περί συμπαικτικού ατυχήματος και συνακόλουθα περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμο, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού της αναιρεσείουσας για την αποφυγή άσκοπης περί τούτου επανάληψης.
[VII] Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ. Βδ ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.06.2019 (αρ. κατ. 583/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 4384/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΑΙ
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ