Legislator Case Law & Legislation
801/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against company judgment due to defendant's absence and lack of appeal grounds.

Case Number 801/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a final judgment from the Athens Court of First Instance. The defendant company failed to appear at the hearing despite being legally summoned, and the appellant's arguments regarding evidence and corporate structure were found legally unfounded. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible due to the defendant's absence and rejected the substantive claims as they lacked legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the respondent fails to appear after proper summons, and grounds for cassation must be substantiated by law, otherwise the lower court's decision stands.

Keywords

AI generated
cassation appeal legal summons corporate structure evidence admissibility company law

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339 and 340 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 801 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 801/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Ε. του Γ., κατοίκου ………, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παλαιολόγου Παλαιολόγου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ……. και δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-10-2008 και 17-2-2009 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1828/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3156/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγητής αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά, ανέγνωσε την από 23-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί..

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα ………… έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ν. Π., ακριβές αντίγραφο της από 8-7-2015 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά της 3156/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την πράξη καταθέσεως και την κάτω από αυτήν πρόσκληση του αναιρεσείοντος, υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού, Παλαιολόγο Παλαιολόγου, προς την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία για να παρασταθεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 4-12-2018, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (5-11-2019), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην 'αναιρεσίβλητη.

Αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο της ως άνω, μετ' αναβολή, δικασίμου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν παρούσα, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για την προκείμενη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση γι' αυτήν (ΚΠολΔ 226 παρ.4 εδ.

α', γ' και δ', 568 παρ.4, 576 παρ.2).

2. Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης .Ο ενάγων ήδη αναιρεσείων, με την από 29.10.2008 αγωγή του κατά των εναγομένων εταιρειών "…" και "…" εκθέτει ότι την 6-9-1999 προσλήφθηκε από την εταιρεία με την επωνυμία "….ΑΕ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος γραφείου και από -τι£ 21.6.2001 παρείχε την εργασία του στην πρώτη εναγομένη, μετά την συγχώνευση αυτής με την αρχική του εργοδότρια.

Ότι στις 2.1.2008, μετά από εντολή της πρώτης εναγομένης μετακινήθηκε στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "…" για την κάλυψη εργασιακών αναγκών που είχαν δημιουργηθεί στον όμιλο "…", του οποίου η πρώτη εναγομένη είναι μητρική εταιρεία, διατηρώντας όλα τα δικαιώματα από το συνολικό χρόνο απασχόλησής του στον ανωτέρω όμιλο.

Ότι από την αρχή της πρόσληψής του κατείχε τις εκεί αναφερόμενες διευθυντικές θέσεις έναντι της ιστορούμενης αμοιβής και λοιπών παροχών ..Ότι από τον Απρίλιο του 2008 οι εναγόμενες προέβησαν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτή περιστατικά, σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του. Ζήτησε, ως εκ τούτου, να αναγνωρισθεί ότι οι προαναφερθείσες ενέργειες των εναγομένων συνιστούν μονομερή βλαπτική της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους του εργοδότη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η καθεμία, να του καταβάλουν τα εκεί επί μέρους κονδύλια, ως αποζημίωση απόλυσης, τακτική παροχή, (bonus) παράνομη παρακράτηση από το μισθό του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και μισθούς υπερημερίας, συνολικού ποσού 161.437,84 ευρώ, νομιμοτόκως.

Με την από 17.2.2009 (δεύτερη) αγωγή ,με ταυτόσημο ιστορικό με την πρώτη, ο ενάγων ζητεί να αναγνωρισθεί ότι οι ενέργειες των εναγομένων συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή εκ μέρους του εργοδότη της εργασιακής του σύμβασης, ότι έχει αρθεί η αυτοτέλεια των νομικών προσώπων των εναγομένων εταιρειών και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία τα σ' αυτή επί μέρους χρηματικά ποσά ως αποζημίωση απόλυσης, διαφορά επιδόματος Χριστουγέννων χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και το επιπλέον συνολικό ποσό των 17.866,75 ευρώ, νομιμοτόκως.

Ο ενάγων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου παραιτήθηκε από τα κεφάλαια των αξιούμενων με την πρώτη αγωγή μισθών υπερημερίας και από το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης της δεύτερης αγωγής.. Επίσης περιόρισε τα λοιπά αιτούμενα ποσά εν μέρει σε αναγνωριστικά. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 1828/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτών μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) λόγω κήρυξης αυτής πριν τη συζήτηση της υπόθεσης σε κατάσταση πτώχευσης με την 206/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το δικαστήριο αναγνώρισε την άρση της αυτοτέλειας των εναγομένων νομικών προσώπων και ότι οι ενέργειες της πρώτης εναγομένης (εδώ αναιρεσείουσας) συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή και υποχρέωσε την (εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 12.000 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 57.210,76 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επί ασκηθείσας έφεσης κατ'αυτής της ηττηθείσας εναγομένης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αυτή, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης εταιρείας ,ήδη αναιρεσίβλητης, δίκασε εκ νέου τις αγωγές και τις απέρριψε κατ' ουσία. .

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν, κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ, να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 §2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας του.

Ειδικότερα, η εταιρεία, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5§1 και 12§§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.

άρθρ. 1 §3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 §2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδια της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτιση τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνιση τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.

Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ" υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.

Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμα της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλεια της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (0λΑΠ2/2013).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε υπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση.

4. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ561 παρ.2) προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι στις 6.9.1999 ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία …..Α.Ε., ως υπάλληλος γραφείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά τη συγχώνευση της αρχικής του εργοδότριας με την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, συνέχισε να απασχολείται στην τελευταία.

Ότι από το έτος 2002 κατείχε τη θέση του Διευθυντή λύσεων πληροφορικής και ολοκλήρωσης συστημάτων και προΐστατο είκοσι εργαζομένων, με τους οποίους επιτύγχανε τους εμπορικούς στόχους της εταιρείας στους κλάδους της πληροφορικής. Ότι ταυτόχρονα εκπροσωπούσε την πρώτη εναγομένη^ εδώ αναιρεσίβλητη, ενώπιον των διοικητικών και δικαστικών αρχών, παρείχε συμβουλές σε πελάτες για την επίλυση δύσκολων προβλημάτων, παρακολουθούσε τις τεχνολογικές εξελίξεις και την τεχνογνωσία ανά τομέα εφαρμογής, τις κινήσεις των ανταγωνιστών της , εισηγείτο την κατάλληλη χρονική περίοδο τις ανάλογες επιχειρηματικές κινήσεις, κοστολογούσε τις προτάσεις και τα έργα σε προϊόντα, υπηρεσίες και ανθρώπινους πόρους και συμμετείχε σε συμβόλαια για την εκπόνηση και αξιολόγηση επιχειρηματικών προτάσεων σε διάφορους υψηλού προϋπολογισμού διαγωνισμούς.

Ότι το έτος 2007, πέρα από τις πιο πάνω υποχρεώσεις του, ανέλαβε την τεχνική ηγεσία ενός πρωτοποριακού για την πρώτη εναγομένη προγράμματος ανάπτυξης καινοτόμων προϊόντων, που χαρακτηρίστηκαν από το λογότυπο iDO και από το έτος 2002 και μέχρι το έτος 2007, είχε την αρμοδιότητα να προσλαμβάνει, να ανανεώνει και να καταγγέλλει τις συμβάσεις του προσωπικού των Τμημάτων και των Διευθύνσεων που προΐστατο.

Ότι για την εργασία του αυτή, ο ενάγων εισέπραττε μισθό, ο οποίος περί το τέλος του έτους 2007 ανερχόταν σε 7.000 ευρώ το μήνα, από το Νοέμβριο του έτους 2002 η πρώτη εναγομένη του παρείχε, ως υψηλόβαθμο στέλεχος της, πλέον του μισθού και αυτοκίνητο για τις προσωπικές του μετακινήσεις για το οποίο η εργοδότρια εταιρεία είχε συνάψει χρηματοδοτική μίσθωση (leasing) με την ανώνυμη εταιρεία "………." και κατέβαλε μηνιαίως το ποσό των 878,53 ευρώ.

Ότι επιπλέον κατά τα έτη 2005, 2006 και 2007 η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, καθώς και σε άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της, πρόσθετη παροχή (bonus), η οποία ανέρχονταν στο ποσό των 20.000 ευρώ κατ' έτος. Ότι στις 2.1.2008, υπογράφηκε μεταξύ των εταιρειών "……" (δεύτερης εναγομένης και μη διαδίκου στην ενώπιον του Εφετείου δίκη) και της πρώτης εναγομένης "…….." και του ενάγοντος το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό.' Ότι στο συμφωνητικό αυτό κατά λέξη αναφέρονται τα εξής: "1.

Ο τρίτος συμβαλλόμενος από την 06.09.1999 εργάζεται ως υπάλληλος γραφείου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εταιρεία …….ΑΕ, η οποία από 21.9.2001 απορροφήθηκε από την “…..” κατόπιν συγχωνεύσεως, έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών 7.000 ευρώ. 2. Με το από 02.01.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό αποφασίσθηκε, προκειμένου να καλύψει τις εργασιακές ανάγκες που έχουν δημιουργηθεί στον Όμιλο Εταιρειών "..", στον οποίον ανήκουν αμφότερες οι ως άνω συμβαλλόμενες εταιρείες, να μετατεθεί από την 02.01.2008, υπό το ίδιο εργασιακό και με το ίδιο μισθολογικό καθεστώς από τη δεύτερη συμβαλλόμενη εταιρεία με την επωνυμία "…" στην πρώτη συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "….". 3.

Ο τρίτος συμβαλλόμενος, αποδεχόμενος την παρούσα συμφωνία και παραιτούμενος του δικαιώματος του να την αμφισβητήσει, υποχρεούται από 02.01.2008 να παρέχει την προσωπική του εργασία στην αρχική εργοδότρια εταιρεία, στης οποίας το οργανικό καθεστώς θα υπάγεται εφεξής και δηλώνει ρητά ότι η μετάθεση του αυτή δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των ορών εργασίας του. 4.

Συμφωνείται ρητά ότι ο ανωτέρω μετατεθείς υπάλληλος διατηρεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας, όλα τα δικαιώματα του βάσει του συνολικού χρόνου υπηρεσίας του, ο οποίος υπολογίζεται από την 06.09.1999 αρχική ημερομηνία πρόσληψης του". Ότι από το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό σαφώς προκύπτει ότι από τις 2.1.2008 εργοδότρια του ενάγοντος ήταν η (δεύτερη εναγομένη και μη διάδικος στην παρούσα δίκη) ανώνυμη εταιρεία “…”, η οποία ανέλαβε ρητά την υποχρέωση να συνυπολογίσει ως χρόνο υπηρεσίας του και αυτόν που διανύθηκε τόσο στην αρχική του εργοδότρια όσο και στην μέχρι την 31.12.2007 εργοδότρια του πρώτη εναγομένη εταιρεία, ώστε να επαυξάνεται ανάλογα το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, σε περίπτωση καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης.

Ότι μετά τη σύναψη αυτής της συμφωνίας, ο ενάγων άρχισε να εργάζεται στη δεύτερη εναγομένη (μη διάδικο στη δευτεροβάθμια δίκη). Ότι ειδικότερα τοποθετήθηκε στη θέση του Διευθυντή Τεχνολογίας,... συνέχισε να αμείβεται με το ποσό των 7.000 ευρώ μηνιαίως και εξακολούθησε να έχει τη χρήση του προαναφερθέντος αυτοκινήτου.

Ότι τον Απρίλιο του 2008 ανακοινώθηκε στον ενάγοντα από τον Α. Α., που ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος και των δύο εταιρειών, η απόφαση της νέας εργοδότριας του να μετακυλυθεί το κόστος του μισθώματος του αυτοκινήτου που του είχε παραχωρηθεί, στον ίδιο, απόφαση που υλοποιήθηκε τον αμέσως επόμενο μήνα. Ότι, επίσης, το ίδιο έτος (δηλαδή το 2008) δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα η πρόσθετη παροχή των 20.000 ευρώ και από το φθινόπωρο άρχισε σταδιακά η μείωση των αρμοδιοτήτων του σε σημαντικά έργα ανάπτυξης που αφορούσαν στο επενδυτικό πλάνο της εταιρείας "…..", δηλαδή της νέας του εργοδότριας.

Ότι η πρώτη εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ".." και με διακριτικό τίτλο "….", έχει θυγατρική εταιρεία την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…" και το διακριτικό τίτλο "…" και το έτος 2008 το Διοικητικό Συμβούλιο της θυγατρικής εταιρείας ήταν πενταμελές και σε αυτό συμμετείχαν τρεις σύμβουλοι, (δηλαδή οι Α.

Α. του Χ. Πρόεδρος, ο Α. Α. του Ι. ως αντιπρόεδρος και ο Ε. Π. του Μ. ως μέλος), οι οποίοι το ίδιο έτος μετείχαν και στο Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης. Ότι η δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης συνίσταται στην παραγωγή και εμπορία ηλεκτρονικών υπολογιστών και ταμειακών μηχανών και στην ανάπτυξη και εμπορία λογισμικού.

Ότι, ειδικότερα, την τελευταία δεκαετία αυτή ασχολείται αποκλειστικά με την ανάπτυξη δικών της λογισμικών και με την παροχή ολοκληρωμένων λύσεων, τις οποίες πωλεί στο Δημόσιο και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα. Ότι μετά την τροποποίηση του καταστατικού της στις 16.9.2008, εγγράφηκε στο μητρώο παροχών δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) υπό την ιδιότητα του μεταπωλητή και όχι με την ιδιότητα του προμηθευτή -παρόχου (provider), με την ιδιότητα δε του μεταπωλητή συμμετείχε σε έργα δικτύωσης μεγάλων υπηρεσιών, όπως του ΟΣΕ και των Περιφερειών και διαχειριζόταν τα ήδη υπάρχοντα δίκτυα από τους εγκεκριμένους και λειτουργούντες παρόχους.

Ότι η θυγατρική της εταιρεία (δηλαδή ….. ΑΕ), που έχει συσταθεί το έτος 1995 από άλλα πρόσωπα, μέχρι και το έτος 2009, που κηρύχθηκε σε πτώχευση με τη με αριθμό 206/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δραστηριοποιείτο αποκλειστικά στον τομέα του διαδικτύου (internet) και των τηλεπικοινωνιών, πωλούσε, δηλαδή, συνδέσεις internet και σταθερής τηλεφωνίας στους τελικούς καταναλωτές ως εναλλακτική πάροχος και για τη δραστηριότητα της αυτή είχε λάβει άδεια από την ΕΕΤΤ.

Ότι η έδρα της πρώτης εναγομένης εταιρείας βρίσκεται επί της …… στο ……… και η έδρα της θυγατρικής εταιρείας βρισκόταν επί της …. στο ……………. και καθένα από τα κτίρια που στέγαζαν τις δύο εταιρείες έχει ανεγερθεί σε διαφορετικό ακίνητο, αποτελεί χωριστή ιδιοκτησία και έχει δική του είσοδο και κοινόχρηστους χώρους.

Ότι οι διευθύνσεις των τμημάτων κάθε εταιρείας, πλην της διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού, που ήταν κοινή και για τις δύο εταιρείες, ήσαν ξεχωριστές και κάθε εταιρεία είχε δικό της προσωπικό (διευθυντές και υπαλλήλους) το οποίο άμειβε με δικούς της πόρους, ότι αν και ένας υπάλληλος ασκούσε την οικονομική διαχείριση και των δύο εταιρειών, καθεμία από αυτές είχε δικό της λογιστήριο και διατηρούσε δικό της ταμείο, το οποίο είχε εισροές από δικούς της πόρους (πωλήσεις, δανειοδοτήσεις κλπ.) και με αυτούς κάλυπτε τις αντίστοιχες δικές της οικονομικές υποχρεώσεις (μισθοδοσία, πληρωμή προμηθευτών κλπ.).

Ότι οσάκις η πρώτη εναγομένη έκρινε αναγκαίο, δεσμευόταν ως εγγυήτρια της θυγατρικής εταιρείας, για τη λήψη από την τελευταία δανείων από Τράπεζες και για την κάλυψη οφειλών προς τους εργαζομένους τους. Ότι οι δύο εταιρείες συνεργάζονταν ως προς την εκπαίδευση του προσωπικού τους, αφού ο ενάγων, πριν από τις 2.1.2008, που μετακινήθηκε στην εταιρεία "…", εργαζόμενος και αμειβόμενος από την πρώτη εναγομένη είχε εκπαιδεύσει τους υπαλλήλους της εταιρείας “…” στο πρόγραμμα iDO και η πρώτη εναγομένη είχε κύρια προμηθεύτρια των εμπορευμάτων που μεταπωλούσε σε τρίτους, τη θυγατρική της εταιρεία.

Ότι, επίσης, η πρώτη εναγομένη είχε δικηγόρο με πάγια αντιμισθία την Α. Α. και η "…." είχε δικηγόρο την Α. Μ., όμως σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση της από 7.12.2006 εξώδικης δήλωσης - γνωστοποίησης - κλήσης της "…." προς την διαχειρίστρια της επί της ……………… κείμενης πολυκατοικίας Α. Π., η Δικηγόρος Α.

Α., παρείχε τις νομικές της υπηρεσίες και στην τελευταία εταιρεία. Ότι ο προαναφερθείς τρόπος με τον οποίο λειτουργούσαν και συνεργάζονταν οι δύο εταιρείες, ως ανήκουσες στον Όμιλο "….", για να διασφαλίσουν τα συμφέροντα και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που καθεμία ξεχωριστά επιδίωκε, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος τους.

Ότι δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης ότι αυτή είχε το σύνολο των μετοχών της θυγατρικής της εταιρείας, ότι το έτος 2008 τρία από τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου μετείχαν και στο πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο της "…", ότι υπήρχε κοινός Διευθυντής Ανθρωπίνου Δυναμικού και κοινός Διαχειριστής των οικονομικών των δύο εταιρειών, διότι η καλύτερη οργάνωση και η κερδοφόρος λειτουργία της θυγατρικής εταιρείας εξυπηρετούσε κατά τρόπο θεμιτό τα συμφέροντα και της πρώτης εναγομένης, η οποία με την παροχή από μέρους της εγγυήσεων για λογαριασμό της θυγατρικής της εξασφάλιζε αντίστοιχα και τα δικά της συμφέροντα, ως κυρίου μετόχου κατά θεμιτό, τρόπο.

Ότι επιπρόσθετα, η από 2.1.2008 μετακίνηση του ενάγοντος στην προαναφερθείσα εταιρεία δεν έγινε με σκοπό να περισταλούν τα δικαιώματα του ως εργαζομένου και να μεταβληθούν δυσμενώς οι όροι απασχόλησης του, αφού αντίθετα ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, ο ενάγων να μετατεθεί από την 2.1.2008 στην εταιρεία "….." με το ίδιο εργασιακό και με το ίδιο μισθολογικό καθεστώς, με τα οποία απασχολείτο στην πρώτη εναγομένη.

Ότι από την 2.1.2008 επήλθε μεταβολή ως προς το πρόσωπο του εργοδότη του ενάγοντος και από την ημερομηνία αυτή η πρώτη εναγομένη έπαυσε να είναι εργοδότρια του και, επομένως, για την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και αμοιβής του, που έλαβε χώρα από το Μάιο του 2008 και μέχρι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ευθύνεται μόνο η (δεύτερη εναγομένη και μη διάδικος στην παρούσα δίκη) εταιρεία "….", που ήταν πλέον η εργοδότρια του, γεγονός που και ο ενάγων γνώριζε και κατήγγειλε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας την 21.10.2008 και την 10.11.2008 (βλ και τα με αριθμούς πρωτ. 757/21.10.2008 και 815/10.11.2008 δελτία εργατικής διαφοράς του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας Ν.

Ιωνίας). Ότι, από τα παραπάνω περιστατικά, δεν υποδηλώνεται καταχρηστική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης προς καταστρατήγηση του εταιρικού θεσμού της προαναφερθείσας θυγατρικής της εταιρείας (δεύτερης εναγομένης και μη διαδίκου στην κατ' έφεση δίκη), ούτε αποδεικνύεται σύγχυση των περιουσιών των δύο εταιρειών, που να δικαιολογούν την άρση της νομικής αυτοτέλειας τους, προκειμένου η υποχρέωση της εταιρείας “…..” να καταβάλει στον ενάγοντα τα αιτούμενα με τις υπό κρίση από 29/10/2008 και από 17/2/2009 αγωγές κονδύλια, όπως αυτά περιορίστηκαν παραδεκτά πρωτοδίκως, να δημιουργήσει εις ολόκληρο ευθύνη και της πρώτης εναγομένης. 5.

Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων που εκτίθενται. ανωτέρω με αρ.3 της παρούσας. Τούτο καθόσον, κατά τις παραδοχές, ο τρόπος λειτουργίας και συνεργασίας των εταιρειών, που ανήκουν στον ίδιο όμιλο κατά την άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων με διαφορετικό αντικείμενο, ίδια οργάνωση για την καθεμία, ίδιο λογιστήριο και ίδιους πόρους, με συνεργασία στα πλαίσια εκπαίδευσης προσωπικού, με ίδιο διευθυντή διεύθυνσης προσωπικού, άσκηση διοίκησης μέσω των ίδιων φυσικών προσώπων που ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου και στις δυο εταιρείες και παροχή εγγυήσεων της αναιρεσίβλητης προς τη θυγατρική, δεν συνιστά κατάχρηση του θεσμού του νομικού προσώπου αλλά θεμιτό τρόπο εξυπηρέτησης των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης μητρικής εταιρείας με την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία της θυγατρικής της και διασφάλισης μέσω παροχής εγγυήσεων για λογαριασμό της θυγατρικής και τα δικά της συμφέροντα ως κυρίου μετόχου κατά τρόπο θεμιτό.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατ' ορθή νομική υπαγωγή από τον αρ.1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

6. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν".

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση όσων από αυτά έχουν ιδιαίτερη, σημασία δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις περιεχόμενες στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Δ.

Π. και Π. Ι. και την 3894/20.5.2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε τόσο την ως άνω ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ.

Π. όσο και την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, επ' ακροατηρίω κατάθεση μάρτυρα και ένορκη βεβαίωση που είχε η αναιρεσείουσα" προσκομίσει και επικαλεσθεί νόμιμα κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος Ό αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσίβλητης δεν θα επιδικασθούν, λόγω μη συμμετοχής της τελευταίας στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-7-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 3156//2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ