Supreme Court dismisses appeal on equality grounds regarding unequal pay for lawyers vs health ministry staff.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for equal pay. The appellant argued that denying him the Article 35 bonus while granting it to health ministry staff violated constitutional equality principles. The Court rejected this, ruling that the administrative body's classification of the appellant's work as different from that of the staff justified the disparity without constituting arbitrary discrimination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 and 22 of the Constitution; The principle of equality does not prohibit differential treatment of employees performing different types of work, provided the distinction is based on objective criteria and serves a legitimate public interest.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 801 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 801/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Π., δικηγόρου κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρος, αφού ανακάλεσε την από 18-5-2015 δήλωση παράστασής του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Διοίκηση Δεύτερης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Σημαντήρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθ. 5235/31-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1244/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 805/2013 του Μον/λούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-6-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 13-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο αναιρεσείων αυτοπροσώπως ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών με την έννοια ότι απαγορεύει όχι μόνο την άνιση εφαρμογή του νόμου άλλα και την άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων έννομων σχέσεων από το νομοθέτη. Από την αρχή της ισότητας προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Ειδική εκδήλωση της δεσμεύουσας το νομοθέτη συνταγματικής αρχής της ισότητας αποτελεί το άρθρο 22 παρ. 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργούμενη ανισότητα.
Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 35 του ν. 3329/2005 "Στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, χορηγείται μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200,00 €) για το χρονικό διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής.
Το επίδομα αυτό δεν συμψηφίζεται με την προσωπική διαφορά που προβλέπεται στις παραγράφους 1 και 2 του ν. 3205/2003. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το επίδομα αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Σύμφωνα δε με την Εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, η χορήγηση του ως άνω επιδόματος δικαιολογείται λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών που αναλογούν στους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας του πιο πάνω Υπουργείου, μετά τις αλλαγές που επέρχονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των ΠΕΣΥΠ, τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, μετά τις ανωτέρω δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στο συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας.
Επίσης, η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων, με τη δημιουργία μιας ενιαίας επιτροπής στο ως άνω Υπουργείο, τη σύσταση ενός εθνικού μητρώου προμηθευτών και την κατάρτιση ενιαίου κωδικολογίου για όλα τα προμηθευόμενα είδη, συνεπάγεται επιπρόσθετο φόρτο εργασίας και ευθύνες για τους εργαζόμενους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ ήδη είχαν επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας με τους νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003 (ίδρυση Ε.ΣΥ.Κ.Φ., εποπτεία του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι" κ.λ.π).
Για όλους τους ανωτέρω λόγους προτείνεται η χορήγηση του επιδόματος ειδικής απασχολήσεως στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στους αποσπασμένους σ' αυτή". Από την προαναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό με την Εισηγητική Έκθεση, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή των 200 ευρώ το μήνα, χορηγήθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας-Κοινωνικής Αλληλεγγύης, λόγω των αυξημένων καθηκόντων που τους ανατέθηκαν εξαιτίας των αναφερόμενων στην Εισηγητική Έκθεση διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, που έλαβαν χώρα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, και τα οποία (καθήκοντα) επηρέασαν τις υφιστάμενες συνθήκες εργασίας του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου.
Με το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 3627/2007 ορίσθηκε ότι δικαιούχοι, του πιο πάνω επιδόματος είναι και όσοι υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών Περιφερειών. Από τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης και την επ' αυτής αιτιολογική έκθεση προκύπτει ότι ο νομοθέτης συνέδεσε την καταβολή του επιδόματος με το πραγματικό γεγονός της παροχής υπηρεσιών στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου αυτού για τους λόγους που εκτενώς παραθέτει και γι' αυτό επεκτείνει την καταβολή του και σε όσους υπαλλήλους έχουν αποσπασθεί στην Κεντρική Υπηρεσία, κατέχουν όμως οργανική θέση σε άλλο Υπουργείο ή φορέα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων στην αγωγή του εξέθετε, ότι είναι δικηγόρος-νομικός σύμβουλος με πάγια αντιμισθία στη 2η Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου, η οποία αποτελεί ΝΠΔΔ έχοντας προσληφθεί, πριν την 1-1-2005 (πρώην Γ' ΔΥΠΕ Αττικής), όπου και υπηρετεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. 'Ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3329/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το τρίτο άρθρο του ν. 3257/07 το οποίο αντικατέστησε την πρώτη παράγραφο της παραγράφου 1 του ν. 3329/2005 η επικράτεια διαιρείται σε επτά (7) Υγειονομικές Περιφέρειες, μεταξύ των οποίων η άνω 2η Υγειονομική Περιφέρεια Πειραιώς και Αιγαίου. 'Ότι μετά την 1-1-2005 χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχολήσεως του άρθρου 35 του ν. 3329/2005, στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνική Αλληλεγγύης καθώς και στους αποσπασμένους σ' αυτό και στο μετακλητό προσωπικό, λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας και των αυξημένων ευθυνών που τους αναλογούν μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας με την κατάργηση των Πε.Σ.Υ.Π., τη δημιουργία των Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (ΔΥ.ΠΕ) και την αναμόρφωση των Νοσοκομείων σε νομικά πρόσωπα δημοσίου Δικαίου.
Ότι μετά τις δομικές αλλαγές στο χώρο της υγείας, οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης έχουν αναλάβει ένα συντονιστικό και επιτελικό ρόλο, ο οποίος συνίσταται στην παρακολούθηση και στον συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των εποπτευομένων φορέων προκειμένου να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή οργάνωση τους, σε όφελος του χρήστη των υπηρεσιών υγείας, ενώ είχαν ήδη επιφορτισθεί με πρόσθετες υποχρεώσεις στα πλαίσια των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο χώρο της υγείας με τους νόμους 2889/2001, 3106/2003, 3204/2003 και 3209/2003.
Ότι το εναγόμενο, δια των εντεταλμένων οργάνων του, αρνείται να του χορηγήσει το άνω ειδικό επίδομα μολονότι ως δικηγόρος-νομικός σύμβουλος του παρέχει τις νομικές υπηρεσίες του και δη σχετικά με τη ρύθμιση θεμάτων που αφορούν την ακίνητη περιουσία των καταργουμένων συγχωνευομένων νομικών προσώπων, υπαγωγή των Νοσοκομείων και των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας στον έλεγχο και την εποπτεία των Δ.Υ.ΠΕ, δημιουργία νέων Διευθύνσεων και Υπηρεσιών ανακατανομή αρμοδιοτήτων, δημοπρατήσεις και αναθέσεις έργων, κατά παράβαση του άρθρου 4 του Συντάγματος και παρόλο που τα υπηρεσιακά καθήκοντα του ουδόλως υπολείπονται σε σπουδαιότητα και δυσκολία των καθηκόντων των υπαλλήλων της άνω Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Υγείας.
Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό κατά ένα μέρος, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει το ποσόν των 19.900 ευρώ για τις ως άνω αιτίες, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσόν κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικά δε ζήτησε το παραπάνω ποσόν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η 1244/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία δέχθηκε εν μέρει αυτή κατά την κύρια βάση της. Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, άσκησε έφεση και επί της έφεσης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 805/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω έφεση, εξαφανίσθηκε η 1244/12 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι η χορήγηση στους υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης του επιδίκου επιδόματος του άρθρου 35 του ν. 3329/2005 και η παράλειψη χορήγησης αυτού στον ενάγοντα, δικηγόρο, νομικό σύμβουλο, με πάγια αντιμισθία στη δεύτερη Υγειονομική Περιφέρεια είναι δικαιολογημένη (ανήκει σε διαφορετική κατηγορία και έχει διαφορετικούς ενόψει του είδους της εργασίας τους όρους απασχόλησης και απολαβών) και ως εκ τούτου η εν λόγω διάταξη δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας και ίσης, σε σχέση με την αμοιβή, μεταχείρισης των εργαζομένων, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1β του Συντάγματος, 35 του ν. 3329/2005 και 13 παρ.1 του ν. 3627/2007 και ο από τον αριθμ.1 πρώτος λόγος της αναίρεσης με την αντίθετη αιτίαση, του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι λοιποί λόγοι της αναίρεσης με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (απόφαση του Εφετείου) δεν έλαβε υπόψη ομολογία του αναιρεσιβλήτου των πραγματικών περιστατικών της αγωγής του και, ότι εσφαλμένα δέχτηκε διετή παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του ενώ οι ένδικες αξιώσεις του υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, είναι απορριπτέων, ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερειδόμενες διότι οι αιτιάσεις αυτές αφορούν την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έχει εξαφανισθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, όπως αναφέρθηκε, η αγωγή του αναιρεσείοντος απερρίφθη ως μη νόμιμη και συνεπώς η πρωτόδικη απόφαση, έπαυσε να ισχύει. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2014 αίτηση για αναίρεση της 805/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ