Supreme Court partially allowed appeal against expropriation compensation for business relocation costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against the Larissa Court of Appeal's expropriation decision. The State argued the compensation for business relocation costs was unjustified, while the appellants claimed a specific 10% reduction rate for remaining property parts. The court rejected the appeal regarding other appellants but found the relocation cost award legally flawed for the first appellant, ordering the case remitted for further trial on that specific issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the contested judgment contains both legal errors and valid portions, remitting the case for retrial on the erroneous section while dismissing the appeal against the remaining valid findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 801 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 801/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, που εδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Αντώνιου Αντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Ν. Σ., κατοίκου ..., 3. Χ. συζ. Π. Β., κατοίκου ..., 4. Γ. Γ. του Β., κατοίκου ... και 5. Α. Α. του Χ., κατοίκου ... . Όλοι οι ανωτέρω δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 415/21-4-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείντος και τις ανταιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λάρισας. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η απόφαση: 135/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-10-2000 αίτησή του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση, κατόπιν ματαιώσεως της διαδικασίας το αναιρεσείον με την από 29-4-2011 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 3-5-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη για την παραδοχή της ανταίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης ως προς την αποζημίωση για τα έξοδα μετεγκατάστασης της επιχείρησης μηχανουργείου και την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 4009, 4005, 4008, 4007 και 4006/7-6-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Βόλου ... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της από 29-4-2011 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την παρούσα δικάσιμος που ορίστηκε ύστερα από ματαίωση και νέα επίσπευση από το αναιρεσείον, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Σ' αυτούς έχει προεπιδοθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 1614/15-9-2009, 1611, 1612, 1610, 1609/14-9-2009 εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου ανωτέρω δικαστικού επιμελητή. Όμως αυτοί δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση με παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται αντίγραφο της 2/2001 γνωμοδότησης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν 2298/1995, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης αυτής.
Από την ανωτέρω 2/2001 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προκύπτει ότι η γνώμη του ως προς το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναφέρεται στην παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 1 και 4 του νδ 797/1971 καθόσον αφορά τον καθορισμό του ποσοστού της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ΑΚΠ 327 ακίνητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης είναι αρνητική, ήτοι γνωμοδοτεί ότι ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του Ν. 2298/1995, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον αφορά τον πιο πάνω λόγο, θεωρείται ότι δεν έχει εισαχθεί και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος και απορριπτέος για τους λόγους που αναφέρονται στην γνωμοδότηση, επειδή δηλαδή το Εφετείο αφού επιλήφθηκε του αιτήματος με την αίτηση του αναιρεσείοντος, κατ' εφαρμογή του συζητητικού συστήματος που ισχύει στη διαδικασία που εφαρμόζεται για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας, είχε τη δυνατότητα να εκτιμήσει ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία και απλώς δεν μπορούσε να καθορίσει μεγαλύτερη ποσοστό ιδιαίτερης αποζημίωσης από αυτή που είχε καθορίσει το μονομελές πρωτοδικείο.
3. Κατά το άρθρο 19 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971, μέσα σε 30 ημέρες το αργότερο από την κοινοποίηση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που προσδιορίζει προσωρινά την τιμή μονάδας αποζημίωσης, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να ζητήσει με αίτησή του στο εφετείο τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν δεν επιδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου η προθεσμία υποβολής της αίτησης στο εφετείο είναι το αργότερο έξι μήνες από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως του πρωτοδικείου. Περαιτέρω, με τις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η άνω αίτηση ασκείται με κοινοποίηση αντιγράφου της εντός της άνω προθεσμίας, μαζί με πράξη του προέδρου του αρμόδιου δικαστηρίου περί ορισμού δικασίμου, καθώς και ότι αντίθετη αίτηση για τον καθορισμό της αποζημίωσης μπορεί να ασκηθεί από κάθε διάδικο που παρέστη στο πρωτοδικείο και με τις προτάσεις, υπό τον όρο ότι αυτές θα κατατεθούν, στο γραμματέα του Εφετείου τουλάχιστον πέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως. Κατά την έννοια της τελευταίας, αυτής διάταξης, η υποβαλλόμενη με τις προτάσεις του διαδίκου ανταίτηση πρέπει υποχρεωτικά να αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο που έχει εισαχθεί ήδη στο εφετείο με την εμπρόθεσμη ενώπιον του εφετείου αίτηση του αντιδίκου του ανταιτούντος.
Συνεπώς, αν με την ενώπιον του εφετείου αίτηση ζητήθηκε μόνον ο καθορισμός οριστικής αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, δεν είναι παραδεκτή για έλλειψη προδικασίας, η με τις προτάσεις του καθού ανταίτηση περί καθορισμού, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, ιδιαίτερης αποζημίωσης για το μη απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου, ή περί καθορισμού αποζημίωσης για την μετεγκατάσταση επιχείρησης που λειτουργούσε στο απαλλοτριωθέν (ΑΠ 1120/2006, 383/2004, 1069/2003, 1054/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων του ν.δ. 797/1971, 1) καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα ακίνητα με τα στοιχεία ΑΚΠ 650, 659 και 690, που φέρονται ότι ανήκουν στην. 3η, 4° και 5° από τους αναιρεσιβλήτους, κατά παραδοχή της ανταίτησης που άσκησαν με τις προτάσεις τους (εμπροθέσμως πέντε ημέρες πριν τη δικάσιμο) παρότι δεν υπήρχε αίτημα στη δική του αίτηση, ήτοι οι ανταιτήσεις δεν αναφέρονταν σε κεφάλαιο αυτής και 2) καθόρισε αποζημίωση για την μεταφορά της επιχείρησης που λειτουργούσε στο υπό στοιχεία ΑΚΠ 246 ακίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή επίσης της ανταίτησης παρότι δεν υπήρχε στην αίτησή του σχετικό κεφάλαιο.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει πράγματι ότι το Εφετείο δέχεται ότι το απομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα από τα προαναφερόμενα ακίνητα έχει υποστεί μείωση της αξίας του και καθορίζει για το υπό στοιχείο ΑΚΠ 650 ακίνητο το ποσοστό της μείωσης σε 70%, για το υπό στοιχείο ΑΚΠ 690 ακίνητο σε ποσοστό 60% και γ.ια το υπό στοιχείο ΑΚΠ 659 στο ποσό του 1.500.000 δρχ.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα από την αίτηση που υπέβαλε το αναιρεσείον ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι 1) στο υπό στοιχείο Α μέρος του διατακτικού διατυπώνει αίτημα για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, 2) στο υπό στοιχείο Β μέρος του διατακτικού διατυπώνει αίτημα για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για τα επικείμενα και τα δένδρα και στο υπό στοιχείο Γ μέρος του διατακτικού διατυπώνει το ακόλουθο αίτημα: "Να μη καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για μείωση της αξίας τους για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριούμενων ακινήτων.
Διαφορετικά να καθοριστεί σε ποσοστό 10% για τα εναπομείναντα ακίνητα των με ΑΚ απαλλοτριούμενων ακινήτων 237, 262, 329, 241, 244, 323, 327, 334, 658, 332, 320, 360, 670, 692, 699, 674, 213, 297, 333, 664, 330, 275, 328, 670α, 257Β, 324, 257Γ και 257". Με τη διατύπωση του ανωτέρω γενικού αρνητικού αναγνωριστικού αιτήματος να μην καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, το αναιρεσείον- αιτούν κατέστησε αντικείμενο της δίκης το ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης και ως εκ τούτου, εφόσον υπάρχει σχετικό κεφάλαιο στην αίτηση, παραδεκτός υπέβαλαν αίτημα οι ανταιτούντες με τις προτάσεις που υπέβαλαν στο εφετείο πέντε ημέρες πριν τη δικάσιμο, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον, και προκύπτει άλλωστε από την έκθεση κατάθεσης αυτών που έχει συνταχθεί από τον γραμματέα.
Ο λόγος της αναίρεσης, επομένως, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα ακίνητα της 3ης, 4ου και 5ου από τους αναιρεσίβλητους είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων επίσης προκύπτει ότι στην αίτηση του αναιρεσείοντος δεν υπήρχε αίτημα (κεφάλαιο) αποζημίωσης για τα έξοδα μετεγκατάστασης της επιχείρησης που λειτουργούσε στο ακίνητο της πρώτης αναιρεσίβλητης (ΑΚ 246) και ως εκ τούτου η υποβολή αιτήματος από αυτήν με τις προτάσεις ήταν απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας, κατά τα ανωτέρω.
Ο λόγος της αναίρεσης, επομένως, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τον καθορισμό της προαναφερόμενης αποζημίωσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως έναντι της δεύτερης, τρίτης, τέταρτος και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που καθόρισε αποζημίωση για τη δαπάνη μεταφοράς και μετεγκαταστάσεως της επιχείρησης μηχανουργείου, που λειτουργούσε εντός του υπό στοιχεία ΑΚΠ 246 ακινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης Α. Μ.. Ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο, για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Μ. στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ. 178 και 183 ΚΠολΔ), το οποίο παραστάθηκε και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-10-2000 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 135/2000 απόφασης του Εφετείου Λάρισας ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ν. Σ., Χ. συζ. Π. Β., Γ. Γ. και Α. Α..
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη Α. Μ. στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ