Legislator Case Law & Legislation
801/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding six-month statute of limitations for severance pay in bankruptcy cases.

Case Number 801/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to reject a claim for severance pay. The appellant argued the claim was time-barred, but the Court of Appeal correctly determined that the six-month limitation period had expired between the company's placement under special liquidation and the filing of the lawsuit. The Court upheld this ruling, finding no error in the application of the statute of limitations to claims arising from employer-initiated termination or statutory dismissal due to bankruptcy.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 669 of the Civil Code; Articles 1 and 3 of Law 2112/1920; Article 5 of Law 3198/1955; Article 46 of Law 1892/1990: The six-month limitation period for claiming severance pay applies equally to claims based on employer-initiated termination and those based on statutory dismissal due to bankruptcy, as both involve the same legal necessity for rapid resolution.

Keywords

AI generated
statute of limitations severance pay special liquidation employer termination bankruptcy proceedings limitation period statutory dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 669 of the Civil Code
Articles 1 and 3 of Law 2112/1920
Article 5 of Law 3198/1955
Article 46 of Law 1892/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 801 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 801/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ροκόφυλλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ISOTRON ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΥΠΩΜΕΝΩΝ ΚΥΚΛΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ", που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και έχει τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση βάσει του άρθρου 46 του ν.1892/1990 με την υπ'αριθ.8598/3-12-2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και εκπροσωπείται κατά το νόμο από την εκκαθαρίστριά της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE, Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών", εδρεύουσα στην Αθήνα και νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταυρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2399/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9187/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/6/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 Ν. 2112/1920 και 5 Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λύεται, εκτός άλλων, και με καταγγελία του εργοδότη, η οποία είναι έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στο μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση. Εξάλλου, με το άρθρο 46 παρ.1 του Ν. 1892/1990, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 181 του από 16-9-2007 ισχύοντος Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007), ορίζεται ότι επιχείρηση που έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσεως πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό την διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, υποβάλλεται στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 9 και 10 του νόμου αυτού εκκαθάριση, ύστερα από απόφαση του Εφετείου της έδρας της επιχειρήσεως, εκδιδόμενη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983 και έπειτα από αίτηση πιστωτή ή πιστωτών, εκπροσωπούντων το 20% των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της.

Με την παράγραφο δε 5 του ίδιου άρθρου 46 του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι με τη δημοσίευση της αποφάσεως του Εφετείου της παραγράφου 1 λύονται αυτοδικαίως όλες οι υφιστάμενες σχέσεις εργασίας των εργαζομένων στην υπό εκκαθάριση επιχείρηση, χωρίς να απαιτείται καταγγελία των συμβάσεων εργασίας. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι η κατά τα άνω λύση των αορίστου χρόνου εργασιακών εργαζομένων επιχειρήσεων που τίθενται υπό ειδική εκκαθάριση δεν απορρέει από τη βούληση αυτών, οι οποίοι περιέρχονται σε κατάσταση ανεργίας κατά νομοθετική επιταγή, αλλά ανάγεται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και ως εκ τούτου, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Ν. 3198/1955, να καταβάλλεται στον απολυόμενο μισθωτό η αποζημίωση που προβλέπεται από τις εν λόγω διατάξεις λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον ν. 2112/1920, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 αποζημιώσεως, τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ' ης κατέστη απαιτητή".

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει σαφώς ότι η καθοριζόμενη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία αφορά τόσο την αποζημίωση την οποία ο μισθωτός δικαιούται απ' ευθείας από το ν. 2112/1920 ή το β.δ. της 16/18-7-120, λόγω λύσεως της εργασιακής του συμβάσεως κατόπιν καταγγελίας του εργοδότη, όσο και την αποζημίωση την οποία ο μισθωτός δικαιούται κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Ν.

του 3198/1955, λόγω λύσεως της εργασιακής του συμβάσεως κατά νομοθετική επιταγή και χωρίς καταγγελία του εργοδότη, εξαιτίας θέσεως της επιχειρήσεως του εργοδότη υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως, διότι εν προκειμένω συντρέχει ο ίδιος νομικός λόγος, που συνίσταται στην ανάγκη ταχείας άρσεως της σχετικής αβεβαιότητας στις σχέσεις μεταξύ των μερών και της μη δημιουργίας δυσβάστακτων και μη προβλεπών συνεπειών για τον υπό ειδική εκκαθάριση τελούντα εργοδότη, ενόψει και του σκοπού της ειδικής εκκαθαρίσεως που αποβλέπει στο συμφέρον των δανειστών και γενικότερα στο δημόσιο συμφέρον με την ταχεία και ασφαλή περάτωση των εργασιών της ειδικής εκκαθαρίσεως.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος μισθωτού της αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημιώσεως, αφού δέχθηκε ότι από το χρόνο λύσεως της εργασιακής του συμβάσεως, δηλαδή από το χρόνο δημοσιεύσεως (3-12-2003) της 8598/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, κατά τους όρους του άρθρου 46 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, έως το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (29-10-2004) είχε συμπληρωθεί η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 2112/1920.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ απορρέων μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2007 αίτηση του χ1 περί αναιρέσεως της 9187/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ