Supreme Court dismisses union appeal regarding standing to sue over internal election disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the union's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of their lawsuits. The unions argued they lacked standing, but the Court held that internal election disputes do not grant third parties direct legal interest. Consequently, the Court ruled the lower court did not violate substantive law by rejecting the claims as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 para. 4 of Law 1264/82; Art. 101 of the Civil Code: A third party lacks standing to challenge a union assembly decision regarding internal elections because such decisions regulate only relationships between the union and its members, lacking the direct legal interest required for judicial review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 801 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 801/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης εργαζομένων υπό την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EUROBANK-ERGASIAS", μετονομασθείσας σε "ΕΝΩΤΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ E.F.G. EUROBANK-ERGASIAS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται όπως ο νόμος ορίζει. Παραστάθηκε ο Πρόεδρος αυτής Ιωάννης Κουτσογιάννης και διόρισε στο ακροατήριο πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Στυλιανό Βλαστό.
Της αναιρεσίβλητης: Πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης εργαζομένων υπό την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ EFG EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα όπως εκπροσωπείται κατά το νόμο, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λεβέντη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/2000 αγωγή και την από 11/7/2000 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 142/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 570/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/2/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 27/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 1264/82 η αίτηση για την αναγνώριση ακυρότητας αποφάσεως συνελεύσεως υποβάλλεται για τις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις από το 1/50 τουλάχιστον των οικονομικά τακτοποιημένων μελών. Εκτός, όμως, από τα μέλη, την απόφαση της συνελεύσεως συνδικαλιστικής οργανώσεως μπορεί να προσβάλει και τρίτος που έχει έννομο συμφέρον, κατά συμπληρωματική εφαρμογή του άρθρου 101 ΑΚ, που δεν προκύπτει ότι αποκλείεται από την προαναφερθείσα διάταξη του ν 1264/82. Ως έννομο συμφέρον κατά τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68
Κ.Πολ.Δ, νοείται το άμεσο, δηλαδή το συνδεόμενο με την επέλευση άμεσης βλάβης στα συμφέροντα του τρίτου και όχι το έμμεσο. Κατά κανόνα τέτοιο (άμεσο) έννομο συμφέρον δεν υπάρχει όταν η ακυρώσιμη απόφαση της συνελεύσεως αναφέρεται στην εσωτερική λειτουργία του σωματείου και ρυθμίζει αποκλειστικά σχέσεις αυτού με τα μέλη του, όπως είναι αυτή που αφορά αρχαιρεσίες για την εκλογή των οργάνων διοικήσεως του σωματείου, διότι ο τρίτος από την απόφαση αυτή μόνο έμμεση ζημία μπορεί να υποστεί.
Τούτο είναι δυνατό να συμβεί κατά τις αρχαιρεσίες για την εκλογή διοικήσεως αν σ' αυτές έλαβαν μέρος και ψήφισαν μέλη μη δικαιούμενα ψήφου ή χωρίς να είναι μέλη, πράγμα που μπορεί να ζημιώσει άλλη συνδικαλιστική οργάνωση του ιδίου κλάδου, γιατί ο αριθμός των εργαζομένων που ψήφισε στις τελευταίες εκλογές για την εκλογή διοικήσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 6 παρ 2 του ν.1876/90, το κριτήριο για την ανάδειξη της πλέον αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργανώσεως, η οποία κατά την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου έχει και την ικανότητα για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Η συγκεκριμένη όμως βλάβη δεν είναι άμεση και συνεπώς δε θεμελιώνει έννομο συμφέρον για προσβολή της αποφάσεως των αρχαιρεσιών. Και τούτο, διότι η ενδεχόμενη βλάβη είναι έμμεση, ως απορρέουσα, όχι από το αποτέλεσμα των αρχαιρεσιών, αλλά από τον αριθμό των μελών που μετείχαν σ' αυτές, ο οποίος άλλωστε, επιφέρει ακυρότητα της αποφάσεως μόνο αν οι ψήφοι εκείνων που ψήφισαν κατά παράβαση του νόμου ή του καταστατικού μπορούν να αλλοιώσουν το αποτέλεσμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα : Με τις από 3-7-2000 και 11-7-2000 συνεκδικασθείσες αγωγές της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα συνδικαλιστική οργάνωση, ιστορούσε ότι στις 3-6-2000 συνήλθε η γενική συνέλευση της εναγομένης συνδικαλιστικής οργανώσεως και αποφάσισε τη διενέργεια πρόωρων αρχαιρεσιών για την ανάδειξη νέας διοικήσεως, με διάρκεια εκλογής από 28-6-2000 έως 4-7-2000 και ότι τόσο η απόφαση αυτή όσο και η εκλογική απόφαση της γενικής συνελεύσεως είναι ανυπόστατες, άλλως άκυρες και σε κάθε περίπτωση ακυρώσιμες η μεν πρώτη διότι η προκήρυξη πρόωρων εκλογών έγινε κατά παράβαση του καταστατικού, η δε δεύτερη (δηλ.
η εκλογική), διότι προκειμένου να αναδειχθεί η εναγομένη ως η πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν 1890/90, ιδιότητα που μέχρι τότε είχε η ίδια (δηλ. η ενάγουσα) αφενός μεν επετράπη υπό της εφορευτικής επιτροπής να ψηφίσουν άτομα που δεν είχαν αποκτήσει την ιδιότητα του μέλους αφού δεν προηγήθηκε, όπως ορίζεται στο καταστατικό, έγκριση της εγγραφής τους από το Διοικητικό Συμβούλιο, αφετέρου δε παρατάθηκε η διεξαγωγή των αρχαιρεσιών με σχετική απόφαση της κεντρικής εφορευτικής επιτροπής κατά δύο ημέρες δηλ.
έως τις 6-7-2000 στην περιοχή του λεκανοπεδίου της Αττικής, χωρίς να συντρέχει νόμιμος λόγος προς τούτο, γεγονός που επηρέασε τον αριθμό των ψηφισάντων, αφού δόθηκε η δυνατότητα και σε άλλα μέλη να ψηφίσουν και ότι οι πιο πάνω αποφάσεις λήφθηκαν καταχρηστικά και με μοναδικό σκοπό να αποκτήσει η εναγομένη την ιδιότητα της πλέον αντιπροσωπευτικής οργανώσεως που θα της δώσει τη δυνατότητα να διαπραγματευθεί με την εργοδοτική πλευρά και να προβεί σε συνομολόγηση συμφωνίας για την κατάρτιση νέου κανονισμού εργασίας, ο οποίος θα δεσμεύει όλους τους εργαζόμενους συμπεριλαμβανομένων και των μελών της (ενάγουσας).
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι παραπάνω αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως είναι άκυρες, αλλιώς ακυρώσιμες και στην τελευταία αυτή περίπτωση να ακυρωθούν. Αμφότερες οι αγωγές αυτές απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτες για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση, υποστηρίζοντας με τον πρώτο λόγο εφέσεως ότι αντικείμενο των αγωγών της δεν ήταν η ακύρωση των αρχαιρεσιών ως προς τα εκλεγέντα μέλη της διοικήσεως αλλά η αναγνώριση της ακυρότητας της συμμετοχής στις εν λόγω αρχαιρεσίες αριθμού από τα ψηφίσαντα μέλη της εναγομένης στο μέτρο που η παράνομη συμμετοχή τους προσέδιδε στην εναγομένη την ιδιότητα της πλέον αντιπροσωπευτικής οργανώσεως και υπό την έννοια αυτή η συνδρομή εννόμου συμφέροντος προς άσκηση από αυτήν των εν λόγω αγωγών, είναι πρόδηλη και ότι στην πραγματικότητα οι ένδικες αγωγές είχαν το χαρακτήρα της προσφυγής του άρθρου 6 παρ.2 του ν. 1890/90.
Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό εφέσεως με την αιτιολογία ότι τα εκτιθέμενα περιστατικά ως προς το αντικείμενο αλλά και το χαρακτήρα των πιο πάνω αγωγών αποτελούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως των αγωγών αυτών. Όμως, με τον πιο πάνω λόγο εφέσεως δεν επιχειρείται μεταβολή της βάσεως των αγωγών αφού τα υποστηριζόμενα με αυτόν αναφέρονται στο αίτημα των εν λόγω αγωγών, το οποίο και απλώς προσδιορίζεται και όχι στην ιστορική βάση τους, η μεταβολή της οποίας και μόνο είναι ανεπίτρεπτη σύμφωνα με το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ, ενώ η αναφορά στην προσφυγή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1890/90 αποτελεί νομική άποψη της ενάγουσας η οποία και δε δεσμεύει το δικαστήριο αφού σ' αυτό ανήκει η εξουσία μετά από την εκτίμηση του δικογράφου αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος, να προσδώσει σ' αυτό το χαρακτήρα που του αρμόζει.
Εξάλλου, το αίτημα των ένδικων αγωγών ήταν σαφώς διατυπωμένο και συνίστατο, κατά τα προαναφερόμενα, στην αναγνώριση της ακυρότητας, αλλιώς του ακυρωσίμου των αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως της εναγομένης συνδικαλιστικής οργανώσεως, που αφορούσαν την προκήρυξη των αρχαιρεσιών και την εκλογή των οργάνων της διοικήσεως αυτής.
Με αυτό το αίτημα οι αγωγές αυτές και με την επίκληση για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος την απώλεια της ιδιότητας της ενάγουσας ως της πλέον αντιπροσωπευτικής οργανώσεως, ήταν πράγματι απορριπτέες ως απαράδεκτες για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως διότι η επικαλούμενη βλάβη ότι κατά τις επίμαχες αρχαιρεσίες ψήφισε παρανόμως και αριθμός εργαζομένων οι ψήφοι των οποίων ήταν καθοριστικές για τη διαμόρφωση του κριτηρίου της αντιπροσωπευτικότητας, είναι, όπως προαναφέρθηκε, έμμεση γιατί δεν απορρέει από αυτές καθ' εαυτές τις προσβαλλόμενες αποφάσεις αλλά από την παράνομη συμμετοχή στις αρχαιρεσίες κρίσιμου αριθμού εκλογέων.
Η παρά το νόμο, όμως και τις διατάξεις του καταστατικού συμμετοχή μελών στις αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως για την ανάδειξη οργάνων διοικήσεως, είναι αυτοτελώς προσβλητέα ως απόφαση της Εφορευτικής Επιτροπής, η οποία κατ' ουσίαν αποτελεί απόφαση της γενικής συνελεύσεως. Στην περίπτωση δε που μια τέτοια απόφαση προσβάλλεται από συνδικαλιστική οργάνωση που μέχρι τότε είχε την ιδιότητα της πλέον αντιπροσωπευτικής οργανώσεως και εξαιτίας της παράνομης συμμετοχής στις αρχαιρεσίες αριθμού εκλογέων απώλεσε την ιδιότητα αυτή τότε για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος της εν λόγω συνδικαλιστικής οργανώσεως ως τρίτης, πρέπει να γίνεται επίκληση στην αγωγή, εκτός των άλλων, και πόσοι εργαζόμενοι ψήφισαν παράνομα, ώστε με βάση τα εκτιθέμενα να κριθεί αν ο αναφερόμενος αριθμός επηρεάζει αποφασιστικά το κριτήριο αντιπροσωπευτικότητας και κατά συνέπεια θεμελιώνεται εξ αυτού του λόγου το έννομο συμφέρον για προσβολή των σχετικών αποφάσεων της εφορευτικής επιτροπής.
Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση και αν ακόμη το αίτημα των αγωγών της αναιρεσείουσας αφορούσε κατ΄ εκτίμηση του δικογράφου των, μόνο τις αποφάσεις της εφορευτικής επιτροπής- γενικής συνελεύσεως με τις οποίες επετράπη σε εργαζόμενους να ψηφίσουν κατά παράβαση του νόμου και του καταστατικού και πάλι, εφόσον, όπως προκύπτει από το (προαναφερόμενο) περιεχόμενο των αγωγών αυτών, δεν εκτίθεται σ' αυτές ο αριθμός των παρανόμως ψηφισάντων εργαζομένων και ο λόγος που αυτός επηρέασε αποφασιστικά το ανωτέρω κριτήριο, οι αγωγές ήταν απορριπτέες ως απαράδεκτες λόγω της αοριστίας τους ως προς τον προσδιορισμό του εννόμου συμφέροντος.
Τέλος, οι εν λόγω αγωγές, έχοντας το αίτημα που προαναφέρθηκε, δε φέρουν το χαρακτήρα των προσφυγών του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 1890/90. Αλλά και αν ακόμη είχαν αυτό το χαρακτήρα δικαιοδοσία να τις δικάσει θα είχε η (διοικητική) επιτροπή του άρθρου 12 του ν 1264/82 και όχι τα πολιτικά δικαστήρια. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, ότι οι ένδικες αγωγές ήταν απορριπτέες ως απαράδεκτες για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως και απέρριψε ακολούθως το δεύτερο λόγο εφέσεως, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 101 του ΑΚ, η εφαρμογή της οποίας δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με τα οποία προστατεύεται το δικαίωμα καθενός στην παροχή έννομης προστασίας με δίκαιη δίκη, ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.
Έτσι, οι περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 9 του αυτού άρθρου είναι απορριπτέοι ως αόριστοι διότι δεν προσδιορίζεται ο αυτοτελής ισχυρισμός που αν και προτάθηκε δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ούτε η αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη.
Αν δε οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως αναφέρονται στο ότι το δικαστήριο δεν εκτίμησε τις ανωτέρω αγωγές ως προσφυγές του άρθρου 6 παρ2 του ν. 1890/90 και δεν τις εκδίκασε ως τέτοιες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι διότι τον ισχυρισμό αυτόν, όπως προαναφέρθηκε, τον έλαβε υπόψη το Εφετείο και τον απέρριψε για τυπικό λόγο.
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1, 8, 9 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, ότι "παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο και άλλως αβάσιμο το δεύτερο λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας με τον οποίο διατύπωνε παράπονο για την απόρριψη των αγωγών και ως προς τη στηριζόμενη στην καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος βάση τους.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος : α) κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1, ως απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται ποια συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκε και σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ποιο δηλαδή είναι το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, β) κατά το σκέλος του από τους αριθμούς 8 και 9, ως αβάσιμος, διότι την ανωτέρω βάση των ένδικων αγωγών το δικαστήριο την έλαβε υπόψη και την έκρινε ως απαράδεκτη απορρίπτοντας συνακόλουθα το σχετικό λόγο εφέσεως, και γ) κατά το σκέλος του από τον αριθμό 14, ως αβάσιμος, διότι, εφόσον αμφότερες οι αγωγές, κατά τα προαναφερόμενα, ήταν απορριπτέες ως απαράδεκτες για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, έστω και αν διέλαβε στην απόφασή του διαφορετική αιτιολογία ως προς την απόρριψη της εν λόγω βάσεως των αγωγών και του αντίστοιχου λόγου εφέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-2-2007 αίτηση του Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας EFG EYROBANK ERGASIAS" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 570/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ