Legislator Case Law & Legislation
800/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident compensation ruling due to partial finality of first-instance judgment.

Case Number 800/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's partial rejection of their traffic accident compensation claim. The appellants argued that the lower court erred in declaring the appeal inadmissible regarding their specific request for damages. The court ruled that because the first-instance judgment was only partially final regarding one claim, the appellants could not appeal that specific portion, rendering their appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577, 532, 559 para. 14, 495 para. 3, 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a partially final judgment is inadmissible regarding the non-final portions.

Keywords

AI generated
partially final judgment admissibility of appeal traffic accident compensation Code of Civil Procedure partial finality rule inadmissible appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 532 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 800 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 800/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Ε. και Ε. , 2) Ε. Σ. του Α. , κατοίκων ... , 3) Ε. Σ. του Α. , κατοίκου ... , 4) Ε. Σ. του Α. και Μ. Μ. του Κ. , συζ. Ε. Σ. , κατοίκων ... , ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Κ. Σ. του Ε. , 5) Α. Σ. του Ε. και Μ. , 6) Μ. Μ. του Κ. , συζ. Ε. Σ. , κατοίκων ... και 7) Ε. Α. , κατοίκου ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κωνσταντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Γ. , κατοίκου ... , 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΕ», που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σπανέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.07.2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και επί της οποίας εκδόθηκε η 1386/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει μόνο δεκτή η αγωγή, ενώ επιπλέον ως προς τον πρώτο ενάγοντα Α. Σ. διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης. Ακολούθως εκδόθηκε η 518/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 01.11.2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Η κρινόμενη από 01.11.2018 και κατατεθείσα στο Εφετείο Πειραιώς με ΓΑΚ 1229/ΕΑΚ131/2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αρ. 518/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α ΚΠολΔ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

[2] Αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επιτρεπτή κατ’ άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι οι ενάγοντες (τώρα αναιρεσείοντες) άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 15.07.2015 και με αρ.

κατ. 8241/4518/21-7-2015 αγωγή τους, ζητώντας (αφού μετέτρεψαν παραδεκτά σε αναγνωριστικά τα καταψηφιστικά αιτήματά τους) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή ιδιότητές τους, συγκεκριμένα δε ο πρώτος εναγόμενος ως οδηγός του αναφερόμενου στην αγωγή ηλεκτροκίνητου οχήματος (τρόλλεϋ), κυριότητας της δεύτερης των εναγομένων, το οποίο (τρόλλεϋ) ήταν ασφαλισμένο για την αστική κάλυψη των έναντι τρίτων ζημιών στην τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία, στον μεν πρώτο ενάγοντα τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, για αποζημίωσή του και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής του οδύνης, στους δε λοιπούς ενάγοντες τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που από υπαιτιότητά του προκάλεσε ο πρώτος των εναγομένων, υπό τις αναλυτικά περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, κατά την οδήγηση του αναφερόμενου στην αγωγή ηλεκτροκίνητου οχήματος (τρόλλεϋ), κυριότητας της δεύτερης των εναγομένων, που ήταν ασφαλισμένο για την αστική κάλυψη των έναντι τρίτων ζημιών στην τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία, εξαιτίας του οποίου επήλθε τελικά ο θάνατος της Π.

συζ. Α. Σ. , το γένος Δ. Κ. , συζύγου του 1ου των εναγόντων, μητέρας του 2ου και της 3ης τούτων, γιαγιάς του 4ου και 5ου εξ αυτών και πεθεράς της 6ης και του 7ου των εναγόντων, η οποία επέβαινε στο ανωτέρω όχημα (τρόλλεϋ), κατά τα στην αγωγή αναφερόμενα.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων η υπ’ αριθμ. 1386/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, κατά τα σε αυτήν αναλυτικά εκτιθέμενα, (α) αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τον πρώτο ενάγοντα Α. Σ. για τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα κονδύλια που αφορούν την αιτούμενη υπ’ αυτού αποζημίωση και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης ως προς τον (ίδιο) πρώτο ενάγοντα Α. Σ. προκειμένου να προσκομιστεί με επιμέλεια του επιμελέστερου διάδικου βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ασφαλιστικού φορέα της θανούσας Π. συζ. Α. Σ. , περί του αν αυτή ή ο πρώτος ενάγων (εν ζωή σύζυγός της ) έλαβε ή εάν ο πρώτος ενάγων δικαιούται να απαιτήσει, λόγω του ενδίκου ατυχήματος από τον ασφαλιστικό φορέα, στον οποίο η ανωτέρω υπαγόταν,χρηματικά ποσά για την αγορά ειδικού στρώματος, για νοσηλεία σε κέντρο αποκατάστασης, για μεταφορά από το κέντρο αποκατάστασης σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, για δαπάνη παραμονής σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, για αγορά φαρμάκων και για έξοδα κηδείας, (β) έγινε εν μέρει δεκτή, κατά τα λοιπά, η ως άνω αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρο σε έκαστο από τους ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης τους, τα αναλυτικά αναφερόμενα σε αυτήν ποσά νομιμοτόκως.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου:

(Ι) οι ως άνω ενάγοντες άσκησαν την με αρ. κατάθ. 8279/437/2017 έφεσή τους κατά των εναγομένων,

(ΙΙ) οι εναγόμενοι άσκησαν την με αρ. κατάθ. 8212/431/2017 έφεσή τους, κατά των ως άνω εναγόντων.

Επί των ως άνω εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 518/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που συνεκδίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων τις ως άνω εφέσεις, απέρριψε ως απαράδεκτη την με αρ. κατάθ. 8279/437/2017 έφεση των εναγόντων κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον πρώτο εκκαλούντα – πρώτο ενάγοντα Α. Σ. και αφορούσε την αγωγή του τελευταίου, δέχθηκε τυπικά την με αρ. κατάθ. 8279/437/2017 έφεση των εναγόντων κατά το μέρος που ασκήθηκε από τους λοιπούς εκκαλούντες – ενάγοντες, δέχθηκε τυπικά την με αρ. κατάθ. 8212/431/2017 έφεσή των εναγομένων και στη συνέχεια, απέρριψε κατ’ ουσίαν την με αρ. κατάθ. 8279/437/2017 έφεση των λοιπών (εκτός του 1ου) εναγόντων – εκκαλούντων, δέχθηκε ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν την με αρ. κατάθ. 8212/431/2017 έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και στην συνέχεια δικάζοντας επί της από 15.07.2015 και με αρ. κατ. 8241/4518/21-7-2015 αγωγής, απέρριψε αυτήν (ως άνω αγωγή) ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, στο σύνολό της σύμφωνα με τα στην απόφαση αυτή αναλυτικά οριζόμενα.

[3] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 88/2019 ).

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 88/2019).

Αμέλεια, κατ’ άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).

Οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος (ΑΠ 270/2018).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 270/2018).

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 270/2018).

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αφ’ ενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφ’ ετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 403/2015, ΑΠ 1305/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018 ).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Η κρίση περί του εάν τα ανελέγκτως και κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν ή μη το συμπέρασμα ότι η πράξη ή η παράλειψη δύναται να θεωρηθεί αντικειμενικώς πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ως κρίση νομική αναγομένη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ενώ η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη απετέλεσε ή δεν απετέλεσε την αιτία της ζημίας ή της ηθικής βλάβης ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 75/2020 – ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενοι τον αριθμό 1 περ. α’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, oι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις που συνίστανται στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί έλλειψης υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος αν και με αυτά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και συγκεκριμένα την απότομη τροχοπέδηση, που προφανώς υπήρξε η αιτία της πτώσης και του θανάσιμου τραυματισμού της επιβαίνουσας στο τρόλλεϋ Π.

Σ. , θεμελιώνεται οπωσδήποτε υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του τρόλλεϋ, άλλως θεμελιώνεται τουλάχιστον συνυπαιτιότητα και η αγωγή έπρεπε να έχει γίνει δεκτή εν μέρει, διότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) ως επαγγελματίας και μάλιστα οδηγός μέσου μαζικής μεταφοράς, στο οποίο επιβαίνει κοινό, μεταξύ των οποίων και άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, με μειωμένες δυνάμεις και προβλήματα υγείας, έχει και φέρει αυξημένη και ειδική ευθύνη, βάσει της οποίας οφείλει να έχει ιδιαίτερα τεταμένη την προσοχή του κατά την οδήγηση, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες που απαιτούσαν έτι περαιτέρω προσοχή, ο δε πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) δέχθηκε ότι είχε αντιληφθεί στα δεξιά της οδού ένα δίκυκλο, πλην όμως δεν επιφυλάχθηκε να διατηρήσει ανάλογη και κατάλληλη την ταχύτητά του, ώστε να μην αναγκασθεί να τροχοπεδήσει απότομα, γεγονός που υπήρξε το αίτιο της πτώσης της επιβαίνουσας στο τρόλλευ Π.

Σ. .

Στην ερευνώμενη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν (σε σχέση με την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω υπαιτιότητα της θανούσης και την έλλειψη υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου για το ένδικο τροχαίο ατύχημα) και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αυτολεξεί στην συνέχεια παρατιθέμενα:

«| Στις 24 Οκτωβρίου 2014 και περί ώρα 12.00 ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εκκαλών – πρώτος εφεσίβλητος Α. Κ. οδηγώντας το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας … ηλεκτροκίνητο όχημα (τρόλεϋ), κυριότητας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκτελώντας τη γραμμή 17 από τον Πειραιά προς το Κερατσίνι εκινείτο στην οδό Φιλελλήνων, η οποία είναι δρόμος μονής κατεύθυνσης.

Στο εν λόγω όχημα επέβαινε η Π. Σ. , συγγενής των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων – εφεσιβλήτων (σύζυγος του πρώτου, μητέρα των δευτέρου και τρίτης, γιαγιά του τετάρτου και πέμπτου και πεθερά των λοιπών). Πλησιάζοντας το ανωτέρω όχημα στη συμβολή των οδών Φιλελλήνων και Κωνσταντινουπόλεως, η οποία είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα αυτής, ο πρώτος εναγόμενος μείωσε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματος, που οδηγούσε, διέκοψε την πορεία αυτού και τελικά το ακινητοποίησε πριν την είσοδό του στην διασταύρωση, όπως ήταν υποχρεωμένος λόγω της υπάρχουσας πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP) στην οδό Φιλελλήνων πριν τη διασταύρωση με την οδό Κωνσταντινουπόλεως ώστε να ελέγξει την κίνηση επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα τελευταία.

Αφού ο πρώτος εναγόμενος ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως τόσο από αριστερά όσο και από δεξιά και διαπίστωσε ότι δεν εκινείτο κάποιο όχημα επί της ανωτέρω οδού, ξεκίνησε σιγά σιγά την πορεία του επί της οδού Φιλελλήνων, διέσχισε την διασταύρωση της οδού Φιλελλήνων με την οδό Κωνσταντινουπόλεως και εισήλθε στη συνέχεια της οδού Φιλελλήνων προκειμένου να σταματήσει λίγα μέτρα πιο πέρα, όπου βρίσκεται η στάση «Άγιος Παντελεήμων».

Στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 54 της οδού Φιλελλήνων και λίγο πριν την ανωτέρω στάση ο πρώτος εναγόμενος αναγκάστηκε να τροχοπεδήσει το όχημα, που οδηγούσε, προκειμένου να αποφύγει σύγκρουση με δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία ήταν σταθμευμένη στο άκρο του οδοστρώματος σε εσοχή αυτού και δεξιά σε σχέση με το όχημα, που αυτός (δηλ.

ο πρώτος εναγόμενος) οδηγούσε και κινήθηκε απότομα προς τα αριστερά προσπαθώντας να εισέλθει στην κυκλοφορία της οδού Φιλελλήνων και να προηγηθεί του ανωτέρω οχήματος. Τη στιγμή της τροχοπέδησης του οχήματος, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος η ως άνω συγγενής των εναγόντων Π. Σ. ήταν όρθια γιατί ετοιμαζόταν να αποβιβαστεί στη στάση «Άγιος Παντελεήμων» με αποτέλεσμα να απωλέσει την ισορροπία της, να πέσει και να χτυπήσει το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κόγχη του θόλου του εμπροσθίου δεξιού τροχού του οχήματος . [...].

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η πτώση της συγγενούς του εντός του ως άνω μέσου μαζικής μεταφοράς οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού, ο οποίος ανέπτυξε υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία σε συνδυασμό με την απότομη τροχοπέδηση συνέβαλε αιτιωδώς στον τραυματισμό της.

Ο ισχυρισμός ωστόσο αυτός στερείται βασιμότητας καθώς δεν βεβαιώνεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, ο δε μάρτυρας Σ. Β. , ο οποίος εξετάστηκε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επιμέλεια των εναγόντων, που φέρουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, είναι νευροχειρουργός και θεράπων ιατρός της θανούσας, ουδέν γνωρίζει περί των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τραυματισμός της τελευταίας.

Ομοίως οι Μ. Κ. και V. R. , οι οποίοι χορήγησαν τις ως άνω αναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Αριστείδη Κατωπόδη, δεν έχουν ιδία αντίληψη περί του ατυχήματος. Σημειώνεται ότι για το επίδικο ατύχημα δεν συντάχθηκε έκθεση αυτοψίας από την Τροχαία αφού αυτή δεν κλήθηκε λόγω της καλής κατάστασης, στην οποία βρισκόταν η συγγενής των εναγόντων αμέσως μετά την πτώση της.

Επί πλέον δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το τρόλεϋ, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, μόλις είχε διέλθει διασταύρωση, στην οποία υπήρχε, όπως ήδη αναφέρθηκε, πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός δεν συμμορφώθηκε με αυτή και επομένως εκ των πραγμάτων η ταχύτητα του ηλεκτροκίνητου οχήματος δεν μπορούσε να είναι μεγάλη, πολύ δε περισσότερο υπερβολική για τις περιστάσεις λαμβανομένων μάλιστα υπ’ όψιν ότι: (α) το τρόλεϋ είχε διασχίσει λίγα μόνο μέτρα μετά τη διασταύρωση ενώ σε μικρή απόσταση υπήρχε στάση, (β) δεν αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε άλλος τραυματισμός επιβάτη του τρόλει καθώς σε αυτό επέβαιναν και άλλα άτομα, τα οποία είτε κάθονταν είτε ήταν όρθια.

Μόνη δε η σοβαρότητα του τραυματισμού της συγγενούς των εναγόντων δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος ήταν υπερβολική, επιπλέον δε δεν αποδείχτηκε ότι η τελευταία έκανε χρήση των χειρολαβών ή ότι στηριζόταν από κάποιο σταθερό σημείο καθώς κουβαλώντας σακούλες ανέμενε να αποβιβαστεί στην επόμενη στάση «Άγιος Παντελεήμων».

Η μη χρήση χειρολαβών από τη θανούσα και η μη στήριξή της από σταθερό σημείο καταδεικνύεται από το γεγονός της πτώσης της αφού, αν πράγματι έκανε χρήση αυτών ή στηριζόταν από σταθερό σημείο, όταν ανέμενε την ακινητοποίηση του τρόλει και την αποβίβασή της στην ως άνω στάση, δεν θα συνέβαινε η πτώση της εντός του τρόλεϋ.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί έλλειψης υπαιτιότητας του εναγομένου – εκκαλούντος – εφεσιβλήτου Α. Κ. ως προς την επέλευση του ατυχήματος και τον τραυματισμό της συγγενούς των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων Π. Σ. ενισχύεται από το γεγονός ότι η τροχοπέδηση, που πραγματοποίησε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ηλεκτροκίνητου οχήματος ήταν απότομη και όχι σταδιακή λόγω της αιφνίδιας κίνησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας και προς αποφυγή σύγκρουσης με αυτή και όχι διότι ο ίδιος δεν είχε τεταμένη την προσοχή του και τον πλήρη έλεγχο του οχήματος, που οδηγούσε.

Αντιθέτως το γεγονός ότι έκανε χρήση του συστήματος πέδησης καταδεικνύει ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε με τη δέουσα προσοχή, διαφορετικά θα επερχόταν σύγκρουση του οχήματος που οδηγούσε, με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα. Με βάση όλα τα παραπάνω το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο,το οποίο απεφάνθη ότι αποκλειστικά υπαίτιος της πτώσης της συγγενούς των εναγόντων και του θανάτους της ήταν ο πρώτος εναγόμενος οδηγός και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ’ ουσία βάσιμη αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν σε καθένα από τους δεύτερο, τρίτη, τέταρτο, πέμπτο, έκτη και έβδομο των εναγόντων τα αναφερόμενα στο διατακτικό αυτής ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, κατά την παραδοχή ως κατ’ ουσία βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων – εφεσιβλήτων […]|».

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την από 24.07.2017 και με αρ. κατάθ. 8279/437/2017 έφεση ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες – ενάγοντες, δέχθηκε ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν την από 21.07.2017 και με αρ. κατάθ. 8212/431/2017 έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και στην συνέχεια δικάζοντας επί της από 15.07.2015 και με αρ. κατ. 8241/4518/21-7-2015 αγωγής, απέρριψε την ως άνω αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του ΑΚ καθόσον, με αυτά που ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα, δεν συγκροτείται η έννοια του πταίσματος του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ) Α. Κ. , οδηγού του ηλεκτροκίνητου οχήματος που ανήκε στην δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ) ασφαλιστική εταιρεία, ως προς την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και τον τραυματισμό της συγγενούς των εναγόντων – εκκαλούντων - εφεσιβλήτων Π. Σ. .

Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένο ότι ο ως άνω οδηγός του ηλεκτροκίνητου οχήματος (τρόλεϋ) Α. Κ. είχε τεταμένη την προσοχή του περί την οδήγηση και ότι είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος, που οδηγούσε.

Ότι ο ως άνω οδηγός του ηλεκτροκίνητου οχήματος (τρόλεϊ) Α. Κ. πλησιάζοντας το ανωτέρω όχημα στη συμβολή των οδών Φιλελλήνων και Κωνσταντινουπόλεως μείωσε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματος, που οδηγούσε, διέκοψε την πορεία αυτού και τελικά το ακινητοποίησε πριν την είσοδό του στην διασταύρωση, όπως ήταν υποχρεωμένος λόγω της υπάρχουσας πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP) στην οδό Φιλελλήνων πριν τη διασταύρωση με την οδό Κωνσταντινουπόλεως ώστε να ελέγξει την κίνηση επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα τελευταία, ότι αφού ήλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως τόσο από αριστερά όσο και από δεξιά και διαπίστωσε ότι δεν κινείτο κάποιο όχημα επί της ανωτέρω οδού, ξεκίνησε σιγά σιγά την πορεία του επί της οδού Φιλελλήνων, διέσχισε την διασταύρωση της οδού Φιλελλήνων με την οδό Κωνσταντινουπόλεως και εισήλθε στη συνέχεια της οδού Φιλελλήνων με σκοπό να σταματήσει λίγα μέτρα πιο πέρα, όπου βρίσκεται η στάση «Άγιος Παντελεήμων», ότι στο ύψος του οικοδομικού αριθμού 54 της οδού Φιλελλήνων και λίγο πριν την ανωτέρω στάση αναγκάστηκε να τροχοπεδήσει το όχημά του (τρόλεϋ) προκειμένου να αποφύγει σύγκρουση με δίκυκλη μοτοσικλέτα, η οποία ήταν σταθμευμένη στο άκρο του οδοστρώματος σε εσοχή αυτού και δεξιά σε σχέση με το τρόλεϋ, ότι τη στιγμή της τροχοπέδησης του οχήματος, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος η ως άνω συγγενής των εναγόντων Π.

Σ. ήταν όρθια γιατί ετοιμαζόταν να αποβιβαστεί στη στάση «Άγιος Παντελεήμων» με αποτέλεσμα να απωλέσει την ισορροπία της, να πέσει και να χτυπήσει το πίσω μέρος του κεφαλιού της στην κόγχη του θόλου του εμπροσθίου δεξιού τροχού του οχήματος.

Ότι στερείται ουσιαστικής βασιμότητας ο ισχυρισμός των εναγόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ως άνω οδηγού του τρόλεϋ για την πτώση και τον τραυματισμό της συγγενούς των Π. Σ. λόγω φερόμενης υπερβολικής για τις περιστάσεις ταχύτητας, σε συνδυασμό με την απότομη τροχοπέδηση.

Ότι ο εν λόγω ισχυρισμός των εναγόντων δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι ο μάρτυρας των εναγόντων Σ. Β. ουδέν γνωρίζει περί των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τραυματισμός της συγγενούς των εναγόντων Π. Σ. , ότι ομοίως οι ενόρκως βεβαιούντες Μ. Κ. και V. R. δεν έχουν ιδία αντίληψη περί του ατυχήματος.

Ότι η συγγενής των εναγόντων αμέσως μετά την πτώση της βρισκόταν σε καλή κατάσταση, γι’ αυτό δεν κλήθηκε η Τροχαία και δεν συντάχθηκε έκθεση αυτοψίας.

Ότι το τρόλεϋ, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, μόλις είχε διέλθει διασταύρωση, στην οποία υπήρχε, όπως ήδη αναφέρθηκε, πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (STOP), ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός δεν συμμορφώθηκε με αυτή και επομένως εκ των πραγμάτων η ταχύτητα του ηλεκτροκίνητου οχήματος δεν μπορούσε να είναι μεγάλη, πολύ δε περισσότερο υπερβολική για τις περιστάσεις λαμβανομένων μάλιστα υπ’ όψη ότι (α) το τρόλεϋ είχε διασχίσει λίγα μόνο μέτρα μετά τη διασταύρωση ενώ σε μικρή απόσταση υπήρχε στάση, (β) δεν αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε άλλος τραυματισμός επιβάτη του τρόλεϋ καθώς σε αυτό επέβαιναν και άλλα άτομα, τα οποίο είτε κάθονταν είτε ήταν όρθια.

Ότι μόνη η σοβαρότητα του τραυματισμού της συγγενούς των εναγόντων δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος ήταν υπερβολική.

Ότι επιπλέον δεν αποδείχτηκε ότι η συγγενής των εναγόντων Π. Σ. , έκανε χρήση των χειρολαβών ή ότι στηριζόταν από κάποιο σταθερό σημείο καθώς κουβαλώντας σακούλες ανέμενε να αποβιβαστεί στην επόμενη στάση «Άγιος Παντελεήμων».

Ότι η μη χρήση χειρολαβών από τη θανούσα και η μη στήριξή της από σταθερό σημείο καταδεικνύεται από το γεγονός της πτώσης της αφού, αν πράγματι έκανε χρήση αυτών ή στηριζόταν από σταθερό σημείο, όταν ανέμενε την ακινητοποίηση του τρόλεϊ και την αποβίβασή της στην ως άνω στάση, δεν θα συνέβαινε η πτώση της εντός του τρόλεϋ.

Ότι η κρίση του Δικαστηρίου περί έλλειψης υπαιτιότητας του εναγομένου Α. Κ. ως προς την επέλευση του ατυχήματος και τον τραυματισμό της συγγενούς των εναγόντων Π. Σ. ενισχύεται από το γεγονός ότι η τροχοπέδηση, που πραγματοποίησε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ηλεκτροκίνητου οχήματος ήταν απότομη και όχι σταδιακή λόγω της αιφνίδιας κίνησης της δίκυκλης μοτοσικλέτας και προς αποφυγή σύγκρουσης με αυτή και όχι διότι ο ίδιος δεν είχε τεταμένη την προσοχή του και τον πλήρη έλεγχο του οχήματος, που οδηγούσε.

Ότι αντιθέτως το γεγονός ότι έκανε χρήση του συστήματος πέδησης καταδεικνύει ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε με τη δέουσα προσοχή, διαφορετικά θα επερχόταν σύγκρουση του οχήματος που οδηγούσε, με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα.

Με αυτά που ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα και παρατέθηκαν ανωτέρω, δεν συγκροτείται η έννοια του πταίσματος (αμέλειας περί την οδήγηση) του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ) Α. Κ. , οδηγού του ηλεκτροκίνητου οχήματος που ανήκε στην δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) και ήταν ασφαλισμένο στην τρίτη εναγομένη (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη ) ασφαλιστική εταιρεία, ως προς τον τραυματισμό κατά το ένδικο ατύχημα της συγγενούς των εναγόντων – εκκαλούντων – εφεσιβλήτων Π. Σ. , δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ο τραυματισμός της συγγενούς των εναγόντων Π. Σ. θα είχε αποφευχθεί, αν η ανωτέρω, έκανε χρήση των χειρολαβών ή ότι στηριζόταν από κάποιο σταθερό σημείο καθώς κουβαλώντας σακούλες ανέμενε να αποβιβαστεί στην επόμενη στάση «Άγιος Παντελεήμων», λαμβανομένου υπ’ όψη και του γεγονότος ότι δεν αποδείχθηκε πως προκλήθηκε οιοασδήποτε άλλος τραυματισμός επιβάτη του τρόλεϋ καθώς σε αυτό επέβαιναν και άλλα άτομα, τα οποίο είτε κάθονταν είτε ήταν όρθια.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με το οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1α του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

[4] Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 12/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 147/2018, ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 969/2011).

Ήδη με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τα παρακάτω διδάγματα της κοινής πείρας, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή αυτών, στους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 914 σε συνδ. 297, 298, 330 ΑΚ καθόσον δέχθηκε:

(α) ότι δεν έχει ευθύνη ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του τρόλεϋ λόγω του ότι δεν είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, παραβλέποντας ότι μπορεί να υπάρξει απότομη τροχοπέδηση ακόμη και με πολύ μικρή ταχύτητα, ότι επομένως εδώ το παραγωγικό αίτιο του ατυχήματος ήταν το απότομο φρενάρισμα και όχι το ποια ακριβώς ήταν η ταχύτητα του οχήματος, ώστε να συνδέεται αυτή με αμέλεια ή υπαιτιότητα•

(β) ότι ο τρόπος που έπεσε το θύμα και κτύπησε ήταν ανάσκελα και ότι αυτό υποδεικνύει, βάσει της λογικής, ότι κρατιόταν από την κάθετη σιδερένια χειρολαβή με πρόσωπο προς την πόρτα εισόδου, με το αριστερό χέρι, περιστράφηκε με το φρενάρισμα κατά 45 μοίρες αριστερά προς το εμπρός μέρος του οχήματος και ότι αφήνοντας λόγω του φρεναρίσματος την κολώνα, έπεσε ανάσκελα. Ότι εάν η παθούσα δεν κρατιόταν (όπως δέχεται η εφετειακή ) τότε η παθούσα δεν θα έπεφτε ανάσκελα, αλλά θα έπεφτε με άλλο σημείο του σώματός της. Ότι η άποψη της εφετειακής ότι το θύμα δεν θα έπεφτε εάν είχε κάνει χρήση της χειρολαβής αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας•

(γ) ότι το εφετείο ενώ αναφέρει ότι ο οδηγός είχε αντιληφθεί την μοτοσικλέτα, εν τούτοις εσφαλμένα δεν δέχεται ευθύνη του εκ της ελλείψεως προσοχής, αλλά τον δικαιολογεί εξ αιτίας του αιφνιδιασμού του για τον οποίο ο ίδιος είχε ευθύνη, καθόσον θα έπρεπε να θεωρήσει αναμενόμενες τις κινήσεις της μοτοσικλέτας και να λάβει προφυλάξεις, πράγμα που παρέλειψε•

(δ) ότι ο μη τραυματισμός ετέρου επιβάτη αποτελεί μη πρόσφορη διαπίστωση εκ της οποίας λανθασμένα εξάγονται συμπεράσματα.

Εν όψει του προαναφερόμενου περιεχομένου του ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου, ή την υπαγωγή σ’ αυτές αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών, με την κατ’ επίφαση δε επίκληση της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ 1ΚΠολΔ).

[5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ όπως ισχύει, από 01.01.2002, κατ’ άρθρο 15 του ν. 2943/2001, μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. του 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα «πράγματα» που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για «πράγματα» που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος «πράγματα», στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 23/2020 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 23/2020 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1530/ 2008).

Επίσης, δεν αποτελούν «πράγματα» και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 23/2020 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1455/2009). Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 23/2020 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 677/2015).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποία ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 23/2020 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 677/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ’ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 23/2020 – ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 677/2015).

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα «πράγματα», κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 23/2020, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 677/2015).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί.

Ότι ειδικότερα δέχθηκε «αποκλειστική υπαιτιότητα της παθούσας διότι δεν κρατιόταν από πουθενά, ενώ το γεγονός τούτο δεν προκύπτει ούτε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ούτε από λογική θεώρηση, ούτε από τα διδάγματα της κοινής πείρας». Ισχυρίζονται επίσης με τον ίδιο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ότι η παθούσα κρατιόταν από τη κάθετη σιδερένια κολώνα της μεσαίας πόρτας, ότι κατά την κοινή λογική το ίδιο θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος ηλικιωμένος, ότι είναι παράλογο και αντιβαίνει στα διδάγματα της κοινής πείρας να δεχθούμε ότι ένας άνθρωπος στην ηλικία του θύματος είναι όρθιος στο λεωφορείο και δεν κρατιέται από κάπου, ότι ενώ το ένδικο ατύχημα συνέβη όπως εξιστορούν αυτοί (αναιρεσείοντες – ενάγοντες – συγγενείς της θανούσης ), εντούτοις η προσβαλλόμενη κατέληξε σε ευθύνη του θύματος για τον τραυματισμό του χωρίς απόδειξη και εναντίον των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Ότι επίσης εσφαλμένα δέχθηκε έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του τρόλεϋ για τον τραυματισμό της επιβαίνουσας σε αυτό θανούσας, ενώ αυτός επέδειξε αμέλεια στην οδήγηση, συνιστάμενη «στο ότι είδε την μοτοσυκλέτα από απόσταση σε κατάσταση επιχείρησης ελιγμού, και, ενώ όφειλε να μειώσει ταχύτητα, έτσι ώστε να αποφύγει το ενδεχόμενο της αποτόμου πεδήσεως, εκείνος την αύξησε φθάνοντας στο ανεπιθύμητο και εν τέλει μοιραίο γεγονός της αιφνίδιας και απότομης τροχοπέδησης [...]».

Σε σχέση με το ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά τις επικαλούμενες πλημμέλειες του Εφετείου σχετικά με το αποδεικτικό του πόρισμα για αποκλειστική υπαιτιότητα της θανούσας για τον ένδικο τραυματισμό της και για την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου – πρώτου αναιρεσίβλητου, οδηγού του ηλεκτροκίνητου οχήματος (τρόλεϋ)) σε σχέση με τον ίδιο τραυματισμό της θανούσας επιβάτιδος του τρόλεϊ, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας, σε σχέση με τα ανωτέρω, παρατέθηκε αυτολεξεί παραπάνω, στα σχετικά με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα «[…] την ένορκη κατάθεση του νομίμως εξετασθέντος με επιμέλεια των εναγόντων μάρτυρα και την ανωμοτί εξέταση του πρώτου εναγομένου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις υπ’ αριθμ. ... /13-10-2016 και ... /13-10-2016 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες λήφθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά Αριστείδη Κατωπόδη με επιμέλεια των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων – εφεσιβλήτων μετά από νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων (βλ.

προσκ. τις υπ’ αριθμ. ... /10-10-2016, ... /10-10-2016 και ... /10-10-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Μαρκατζάνου ) και όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης […]».

Επομένως, ο υπόψη λόγος τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προσάπτει στην προσβαλλόμενη πλημμέλειες από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Κατά τα λοιπά και δη κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο αναίρεσης πλήττονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης ως εσφαλμένες και αντίθετες στα διδάγματα της κοινής πείρας ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω αιτιάσεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται.

[6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 26/2020, ΝΟΜΟΣ).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση (ΑΠ 26/2020 – ΝΟΜΟΣ). Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008 ΑΠ 26/2020 – ΝΟΜΟΣ) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 26/2020 – ΝΟΜΟΣ ).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 518/2018 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ. γ’ ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπ’ όψη τα υπό των αναιρεσειόντων προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, με τον ειδικότερο ισχυρισμό ότι το Εφετείο δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη ότι έλαβε υπ'όψη όσα αναφέρθηκαν στις προτάσεις των τώρα αναιρεσειόντων (τόσον πρωτοδίκως όσον και κατ’ έφεση), σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικά όσα περιγράφουν οι τώρα αναιρεσείοντες (εκκαλούντες – ενάγοντες) ότι τους εξιστόρησε με λεπτομέρειες προφορικά η ίδια η αποβιώσασα συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος [σύζυγος, μητέρα και γιαγιά (αντιστοίχως) των εναγόντων] σχετικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος, και με τις δικές της ενέργειες κατ’ αυτό, αλλά ότι, αντιθέτως, το Εφετείο κάνει μόνο γενική αναφορά στα έγγραφα και παραβλέπει όσα εξιστορήθηκαν στις προτάσεις των τώρα αναιρεσειόντων, πηγή των οποίων ήταν το ίδιο το θύμα.

Εν όψει του προαναφερθέντος περιεχομένου του ο ως άνω τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 του άνω κώδικα, με την διασαφήνιση ότι τα υπό των αναιρεσειόντων προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπ’ όψη από το Εφετείο ήταν οι ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις των τώρα αναιρεσειόντων, και ειδικότερα η περιεχόμενη στις προτάσεις τους περιγραφή των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος, που φέρεται ότι βασίστηκε στην προφορική εξιστόρηση της αποβιώσασας συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος συζύγου, μητέρας και γιαγιάς των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι προτάσεις των διαδίκων και οι εντός αυτών ισχυρισμοί των διαδίκων δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα (βλ.

και ΑΠ 1418/1997 – ΝΟΜΟΣ). Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης αβασίμως προβάλλεται, καθόσον από το αυτολεξεί παρατεθέν ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερθέν αποδεικτικό πόρισμά του (έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του ηλεκτροκίνητου οχήματος για τον τραυματισμό της επιβαίνουσας σε αυτό συγγενούς των εναγόντων), έλαβε υπ’ όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, γίνεται μάλιστα ιδιαίτερη αναφορά στην προσβαλλόμενη τόσο στον μάρτυρα των εναγόντων Σ.

Β. , νευροχειρουργό και θεράποντα ιατρό της θανούσας, για τον οποίο αναγράφεται στην προσβαλλόμενη σε σχέση με τον επίδικο τραυματισμό ότι «ουδέν γνωρίζει περί των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα ο τραυματισμός της τελευταίας», όσο και στους ενόρκως βεβαιούντες Μ. Κ. και V. R. , οι οποίοι χορήγησαν τις ως άνω αναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Αριστείδη Κατωπόδη, για τους οποίους αναγράφεται στην προσβαλλόμενη σε σχέση με τον επίδικο τραυματισμό ότι «δεν έχουν ιδία αντίληψη περί του ατυχήματος».

[7] Από τις ταυτόσημες διατάξεις των άρθρων 513 παρ. 1β και 553 παρ. 1β ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως συγχωρούνται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται έφεση ή αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 218 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι σε περίπτωση αντικειμενικής σωρεύσεως αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου σε ένα δικόγραφο, η απόφαση που περατώνει την δίκη ως προς μία αίτηση, χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη, δεν υπόκειται σε προσβολή με τα ως άνω ένδικα μέσα ιδίως όταν οι υποβληθείσες αξιώσεις τελούν μεταξύ τους σε σχέση εξαρτήσεως, δηλαδή η μία είναι παρεπομένη της άλλης και η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση της άλλης (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 876/2015).

Ο κανόνας, όμως, αυτός κάμπτεται στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει απλή ομοδικία και η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς ένα ή μερικούς ομοδίκους, μη οριστική δε ως προς τους λοιπούς, διότι από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2, 76 και 517 εδ. β’ ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση αυτή η έναντι κάθε ομοδίκου οριστική διάγνωση έχει αυτοτέλεια και η ως προς αυτόν κρίση περατώνει έναντι αυτών τη δίκη.

Έκτοτε, συνεπώς, η απόφαση ως προς αυτόν είναι εκκλητή και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση έναντι των λοιπών ομοδίκων (ΑΠ 747/2014, ΑΠ 365/2010, ΑΠ 22/2009, ΑΠ 55/2008).

Περίπτωση απλής ομοδικίας (υποκειμενικής σώρευσης αγωγών) υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι ή υπόχρεοι για αποζημίωση εξ αδικοπραξίας ή εκ του νόμου, ενώνονται δε σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση καθενός από αυτούς έναντι των λοιπών, η δε εκδιδόμενη απόφαση, που είναι οριστική ως προς ορισμένους ομοδίκους, περατώνει τη δίκη ως προς αυτούς, καθίσταται δε οριστική αυτοτελώς και συνεπώς είναι κατά το μέρος αυτό προσβλητή με έφεση και πριν εκδοθεί απόφαση οριστική για τους λοιπούς διαδίκους. Τέτοια είναι και η περίπτωση των συγγενών θανόντος εξ αυτοκινητικού ατυχήματος, των οποίων σωρεύονται στην ίδια αγωγή αξιώσεις αποζημιώσεως λόγω στερήσεως διατροφής καθώς και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Και τούτο διότι εκάστη αξίωση εκάστου δικαιούχου είναι αυτοτελής και προσωποπαγής (ΑΠ 747/2014 – ΝΟΜΟΣ).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης. Αναφέρεται, αποκλειστικά, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικά, δίκαιο (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 1/1999). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 518/2018 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη ως προς τον πρώτο εκκαλούντα – πρώτο ενάγοντα (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) Α.

Σ. την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8279/437/2019 έφεση που αυτός (από κοινού με τους λοιπούς ομοδίκους του –λοιπούς ενάγοντες) είχε ασκήσει κατά της εκκαλουμένης υπ’ αριθμ. 1387/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το αιτιολογικό ότι ο ανωτέρω δεν είχε δικαίωμα τυπικά να ασκήσει έφεση κατά της προαναφερθείσας υπ` αριθμ. 1387/2017 απόφασης, η οποία ως προς αυτόν ήταν μη οριστική, ισχυριζόμενος (ο ως άνω πρώτος αναιρεσείων) ότι με την ως άνω έφεσή του ο ως άνω πρώτος εκκαλών (ήδη πρώτος αναιρεσείων) Α.

Σ. προσέβαλε κονδύλιο επί του οποίου (και ως προς αυτόν) η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1387/2017 απόφαση είχε αποφανθεί οριστικώς. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή κατ’ άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι όπως και ανωτέρω αναλυτικά εξετέθη, οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσείοντες άσκησαν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από 15.07.2015 και με αρ.

κατ. 8241/4518/21-7-2015 αγωγή τους, ισχυριζόμενοι ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη 1ος αναιρεσίβλητος) ως οδηγός του αναφερόμενου στην αγωγή ηλεκτροκίνητου οχήματος (τρόλεϋ), κυριότητας της δεύτερης των εναγομένων (ήδη 2ης αναιρεσίβλητης), που ήταν ασφαλισμένο για την αστική κάλυψη των έναντι τρίτων ζημιών στην τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρεία (ήδη 3ης αναιρεσίβλητης), προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητά του, υπό τις συνθήκες που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατος της επιβαίνουσας στο ανωτέρω όχημα Π.

συζ. Α. Σ. , το γένος Δ. Κ. , συζύγου του 1ου των εναγόντων, μητέρας του 2ου και της 3ης τούτων, γιαγιάς του 4ου και 5ου εξ αυτών και πεθεράς της 6ης και του 7ου τούτων, ζητούσαν δε (αφού μετέτρεψαν παραδεκτά σε αναγνωριστικά τα καταψηφιστικά αιτήματά τους) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή ιδιότητές τους, νομιμοτόκως (1) στον μεν πρώτο ενάγοντα τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, μεταξύ των οποίων (Α) τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για αποζημίωσή του α) από την αγορά ειδικού στρώματος, β) νοσήλια σε κέντρο αποκατάστασης, γ) μεταφορά από το κέντρο αποκατάστασης σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, δ) δαπάνη για παραμονή σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, ε) αγορά φαρμάκων, που αφορούσαν όλα την νοσηλεία της ως άνω αποβιωσάσης συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος συζύγου του, καθώς και στ) έξοδα κηδείας της ως άνω αποβιωσάσης συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος συζύγου του, (Β) χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής του οδύνης, (2) στους δε λοιπούς 6 ενάγοντες τα αναλυτικά αναγραφόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης, λόγω του επελθόντος συνεπεία του ως άνω τροχαίου ατυχήματος και υπό τις αναλυτικά περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, θανάτου της προαναφερθείσας συγγενούς τους Π.

συζ. Α. Σ. . Με το περιεχόμενο αυτό και τα αντίστοιχα αιτήματά της η ως άνω αγωγή, περιέχει αφ’ ενός αντικειμενική σώρευση της αγωγής του 1ου ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης του με αγωγή του ίδιου 1ου ενάγοντος για αποζημίωση της ζημίας του από αδικοπραξία συνεπεία του ίδιου ενδίκου ατυχήματος, αφ’ ετέρου υποκειμενική σώρευση αγωγών, περισσοτέρων του ενός εναγόντων, ως εις ολόκληρον δικαιούχων (απάντων) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία, συνεπεία του ίδιου ενδίκου ατυχήματος, συνδεομένων μεταξύ τους με τη σχέση της απλής ομοδικίας και συνεπώς η ασκούμενη με την αγωγή αξίωση καθενός απ` αυτούς είναι αυτοτελής και προσωποπαγής.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την εκδοθείσα επί της ως άνω αγωγής υπ` αριθμ. 1386/2017 απόφασή του (Α) ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης αποκλειστικά και μόνο ως προς τον πρώτο ενάγοντα Α. Σ. (ήδη 1ο αναιρεσείοντα) και ως προς το κεφάλαιο και αίτημα της αγωγής για αποζημίωσή του λόγω α) αγοράς ειδικού στρώματος, β) νοσηλίων σε κέντρο αποκατάστασης, γ) μεταφοράς από το κέντρο αποκατάστασης σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, δ) δαπάνης για παραμονή σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, ε) αγοράς φαρμάκων, που αφορούσαν όλα την νοσηλεία της ως άνω αποβιωσάσης συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος συζύγου του, καθώς και στ) εξόδων κηδείας της ως άνω αποβιωσάσης συνεπεία του ενδίκου ατυχήματος συζύγου του, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης αποκλειστικά και μόνο ως προς τον ως άνω πρώτο ενάγοντα Α.

Σ. (ήδη 1ο αναιρεσείοντα ) προκειμένου να προσκομιστεί με επιμέλεια του ιδίου ή του επιμελέστερου διαδίκου βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ασφαλιστικού φορέα της θανούσας Π. συζ. Α. Σ. , περί του αν αυτή ή ο πρώτος ενάγων δικαιούται να απαιτήσει λόγω του ενδίκου ατυχήματος από τον ασφαλιστικό φορέα, στον οποίο η ανωτέρω υπαγόταν,χρηματικά ποσά για την αγορά ειδικού στρώματος, νοσήλια σε κέντρο αποκατάστασης, μεταφορά από το κέντρο αποκατάστασης σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, δαπάνη για παραμονή σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων,αγορά φαρμάκων και έξοδα κηδείας, (Β) στην συνέχεια αποφάνθηκε οριστικώς για τα λοιπά αγωγικά αιτήματα τόσον του ως άνω 1ου ενάγοντος (ήδη 1ου αναιρεσείοντα ) όσον και των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, αναγνωρίζοντας, την υποχρέωση των εναγομένων, να καταβάλουν σε έκαστο από τους ενάγοντες (αντιστοίχως ), καθένας εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα στην ως άνω απόφαση ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης νομιμοτόκως.

Κατά της υπ` αριθμ. 1386/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ασκήθηκε:

(Ι) εκ μέρους όλων των ως άνω εναγόντων η με αρ. κατάθ. 8279/437/2017 έφεσή τους κατά των εναγομένων,

(ΙΙ) εκ μέρους των εναγομένων η με αρ. κατάθ. 8212/431/2017 έφεσή τους, κατά των ως άνω εναγόντων.

Το Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 518/2018 απόφασή του που εκδόθηκε επί των ως άνω εφέσεων, συνεκδίκασε τις εφέσεις αυτές κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, δέχτηκε δε, σχετικά με το ζήτημα που ενδιαφέρει τον ως άνω πέμπτο λόγο αναίρεσης τα εξής:

«| Εν προκειμένω, με την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1386/2017 απόφαση κατά τις παραδοχές των διαδίκων, αλλά και όπως από αυτή προκύπτει, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης της αγωγής ως προς τον πρώτο ενάγοντα – πρώτο εκκαλούντα Α. Σ. προκειμένου να προσκομιστεί με επιμέλεια του πιο επιμελούς διαδίκου βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ασφαλιστικού φορέα της θανούσας Π. συζ. Α. Σ. , περί του αν αυτή ή ο πρώτος ενάγων δικαιούται να απαιτήσει λόγω του ενδίκου ατυχήματος από τον ασφαλιστικό φορέα, στον οποίο η ανωτέρω υπαγόταν,χρηματικά ποσά για την αγορά ειδικού στρώματος, νοσηλεία σε κέντρο αποκατάστασης, μεταφορά από το κέντρο αποκατάστασης σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, δαπάνη για παραμονή σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, αγορά φαρμάκων και έξοδα κηδείας, όπως ρητώς στο σκεπτικότης διαλαμβάνεται, χωρίς αντίθετη διάταξη στο διατακτικό της (ΕφΑθ 11336/1990 ΕλλΔνη 32.1083), ενώ κρίθηκαν οριστικά τα λοιπά αιτήματα της. Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται σαφές ότι η εκκαλουμένη απόφαση, ως εν μέρει, κατά την παραπάνω έννοια, οριστι¬κή ως προς τον πρώτο ενάγοντα, δεν υπόκειται σε έφεση, ούτε κατά τις ανωτέρω οριστικές διατάξεις της.

Συνεπώς η ως άνω έφεση, κατά το μέρος που ασκείται από τον πρώτο εκκαλούντα και αφορά την αγωγή του τελευταίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 532 ΚΠολΔ) [...]|» .

Στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως την ως άνω με αρ. κατάθ. 8279/437/2017 έφεση, κατά το μέρος που αυτή ασκήθηκε από τον πρώτο εκκαλούντα – πρώτο ενάγοντα, έκρινε όμως ότι ως προς τους λοιπούς ομοδίκους του 1ου εκκαλούντος (λοιπούς 6 εκκαλούντες – ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες ) η ως άνω έφεση ασκήθηκε παραδεκτά, στην συνέχεια απέρριψε δε ως προς αυτούς την ίδια ως άνω με αρ.

κατάθ. 8279/437/2017 έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 532 ΚΠολΔ) την με αρ. κατάθ. 8279/437/2017 έφεση κατά το μέρος (και μόνο ) που αυτή ασκήθηκε από τον πρώτο ενάγοντα – πρώτο εκκαλούντα ήδη πρώτο αναιρεσείοντα κατά των εναγομένων, το Εφετείο ορθά έκρινε, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το Νόμο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, σύμφωνα και με τα ανωτέρω, στην μείζονα σκέψη της παρούσης αναφερθέντα.

Συγκεκριμένα, αφού η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1386/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ήταν, ειδικά και μόνο ως προς τον πρώτο ενάγοντα – πρώτο εκκαλούντα, κατά ένα μέρος οριστική, λαμβανομένου δε υπ’ όψη ότι, στο δικόγραφο της ως άνω αγωγής σωρεύτηκαν αντικειμενικά δύο αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας του ως άνω 1ου ενάγοντος κατά των ιδίων εναγομένων (ήτοι αφενός αξίωση αποζημίωσης, αφετέρου αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης,που απέρρεαν εκ του ιδίου τροχαίου ατυχήματος), συνακόλουθα, σύμφωνα και με τα ανωτέρω αναλυτικά στην μείζονα σκέψη της παρούσης εκτεθέντα, η εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1386/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που περάτωσε την δίκη ως προς την μία αίτηση του ως άνω 1ου ενάγοντος (ως προς την αξίωση χρηματική ικανοποίησή του λόγω ψυχικής οδύνης), χωρίς να αποφαίνεται οριστικώς ως προς την άλλη (δηλαδή ως προς την αξίωση αποζημίωσής του, για την οποία ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά ), δεν υπέκειται παραδεκτά σε προσβολή με έφεση από τον ως άνω 1ο ενάγοντα, ως προς τον οποίο η απόφαση ήταν κατά ένα μέρος μόνο οριστική.

Επομένως με βάση τα προεκτεθέντα ο ως άνω πέμπτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[8] Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων , που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Νοεμβρίου 2018 και με ΓΑΚ1229/ΕΑΚ131/2-11-2018 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Α. Σ. , 2) Ε. Σ. , 3) Ε. Σ. , 4) Ε. Σ. και Μ. Μ. ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Κ. Σ. , 5) Α. Σ. , 6) Μ. Μ. συζ. Ε. Σ. και 7) Ε. Α. για αναίρεση της 518/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Α ΚΠολΔ.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο.Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1Η Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ