Legislator Case Law & Legislation
800/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against insurance company's appeal, remands case for second instance appeal.

Case Number 800/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision, rejecting the appeal regarding the second defendant while accepting it against the first defendant. The court found the first defendant's appeal admissible but noted the second defendant's appeal was time-barred, rendering that portion of the appeal inadmissible. Consequently, the case was remanded for the second instance court to adjudicate the first defendant's appeal, while costs were assigned to the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 580, 583, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for further adjudication when an appeal is admissible but the opposing party's appeal is time-barred, allowing the court to proceed with the merits of the admissible appeal while dismissing the time-barred portion.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility time-barred appeal remand for adjudication costs allocation second instance court insurance company appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 152 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 110 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 section 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 section 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 800 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 800/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Α. του Χ., 2) Β. Μ. του Γ., 3) Ε. συζ. Β. Κ., θυγ. Β. Μ., 4) Σ. συζ. Γ. Κ., θυγ. Β. Μ., κατοίκων ..., 5) Γ. Γ. χας Γ. Μ., ενεργούσας ατομικά και ως μόνης ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της Μ. - Ι. Μ. και 6) Ά. - Σ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 5η παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Πετρίτση και οι 1ος, 2ος, 3η, 4η και 6η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Πετρίτση, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Χ. του Ν., κατοίκου ... και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο και το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Αθανασόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2012 αγωγή της 5ης των ήδη αναιρεσειόντων, ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Μ. - Ι. Μ. του Γ. και Ά. - Σ. Μ. του Γ. (ήδη ενηλικιωθείς), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 20-9-2012 αγωγή των 2ου, 3ης και 4ης των αναιρεσειόντων, την από 21-9-2012 αγωγή του 1ου αναιρεσείοντος, τις από 18-1-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 444/2013, 446/2013 και 447/2013) παρεμπίπτουσες αγωγές - αναγωγές της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλεθει το 2ο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με παρεμπίπτουσες αγωγές - αναγωγές και ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις άλλων εταιριών, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3989/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2216/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20.6.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2216/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Οι αναιρεσείοντες με τις με αριθμ.

καταθ. Α) 152327/ 5926/24.9.2012, Β) 152343/5927/24.9.2012. και Γ) 82404/2925/ 30.4.2012 αγωγές που άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθεσαν, ότι σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 27.3.2010 από αποκλειστική υπαιτιότητα της σε όλες τις αγωγές πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης των αναιρεσίβλητων, υπέστη σωματικές βλάβες ο ενάγων της ως άνω υπο στοιχ.

Α των αγωγών και ήδη πρώτος αναιρεσείων και τραυματίστηκε θανάσιμα ο στενός συγγενής των 2ου, 3ης, 4ης των ήδη αναιρεσειόντων - εναγόντων στην υπό στοιχ. Β αγωγή, σύζυγος της 5ης και πατέρας του εκπροσωπουμένου απ' αυτήν ανηλίκου τέκνου Μ. - Ι. Μ., αλλά και του 6ου ενάγοντος Α. - Σ. Μ., ήδη ενηλικιωθέντος τέκνου, απάντων εναγόντων στην ως άνω υπό στοιχ.

Γ αγωγή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεκδίκασε τις αγωγές αυτές και με την 3989/2014 απόφασή του τις έκανε εν μέρει δεκτές ως προς τους παραπάνω ενάγοντες αναιρεσείοντες. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με τη με αριθμό καταθ. 5816/7.10.2015 εκπρόθεσμη μετά την παρέλευση της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ., έφεση, (δοθέντος ότι η πρωτόδικη απόφαση είχε επιδοθεί στους εναγομένους την 14.5.2015 από τους ενάγοντες συγγενείς του θανόντος και την 26-5-2015 από τον τραυματισθέντα συνεπιβαίνοντα ενάγοντα Π.

Α.), η πρώτη εναγόμενη υπαίτια οδηγός και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως προς όλα τα κεφάλαιά της, αλλά και το υπεισελθόν στη δικονομική θέση της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΑΕ" λόγω ανακλήσεως της αδείας της, ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ΝΠΙΔ με την (χάριν συντομίας) επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, με την με αριθμό καταθ. 3682/16.5.2016 εμπρόθεσμη έφεσή του ως προς τα κεφάλαιο της αποζημίωσης και των, λόγω ψυχικής οδύνης, επιδικασθέντων σ' αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση ποσών.

Η πρώτη εκκαλούσα με τις από 8.1.2017 προκατατεθείσες, ενώπιον του Εφετείου, προτάσεις της, υπέβαλλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επικαλούμενη ότι δεν μπόρεσε να τηρήσει την τριακονθήμερη από της επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης προθεσμία προς άσκηση της έφεσης, εξ αιτίας ανωτέρας βίας και συγκεκριμένα διότι δεν έλαβε γνώση της εκδοθείσας απόφασης λόγω του ότι είχε μετοικήσει σε άλλη διεύθυνση απ' αυτήν στην οποία με θυροκόλληση με επιμέλεια των τότε εναγόντων και νυν αναιρεσειόντων έγινε η επίδοσή της.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δέχτηκε την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προχώρησε στην κατά τους τύπους και ουσία παραδοχή της ως άνω έφεσης, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη με αριθμό 3989/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την συγκεκριμένη εκκαλούσα, κράτησε και δίκασε τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες ακολούθως, σε αντίθεση με το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε στο σύνολό τους ως αβάσιμες στην ουσία, αποφαινόμενο παράλληλα για την εκ του νόμου επέκταση του ευνοϊκού αυτού αποτελέσματος και στην έφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου.

Από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το έγγραφο της αναιρέσεως, εκτός από τα άλλα στοιχεία που αναφέρονται σ' αυτό, πρέπει να περιέχει και τους λόγους της αναιρέσεως και της διατάξεως του άρθρου 577 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία, αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή η αναίρεση, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση η οποία δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως, αν δε η αναίρεση στρέφεται κατά περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, είναι απαράδεκτη ως προς εκείνους ως προς τους οποίους δεν περιέχει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 243/2013).

Στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως διαλαμβάνονται οι πιο κάτω εξεταζόμενοι λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι πλήττουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ως προς τα ζητήματα του παραδεκτού της εκπροθέσμως ασκηθείσας έφεσης της εκκαλούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης και έλλειψης υπαιτιότητας στο επισυμβάν ως άνω τροχαίο ατύχημα.

Ουδείς λόγος ωστόσο διαλαμβάνεται στην ένδικη αίτηση που να αρμόζει στο δεύτερο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ Επικουρικό Κεφάλαιο, αφού ουδεμία αιτίαση αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που με το επεκτατικό αποτέλεσμα, ρητά προσέδωσε στο ευνοϊκό αποτέλεσμα της έφεσης που είχε ασκήσει η πρώτη αναιρεσίβλητη, στη με αριθμό καταθ. 3682/2015 έφεση που το ως άνω ΝΠΙΔ είχε ασκήσει.

Επομένως η ένδικη αναίρεση είναι ως προς αυτό απαράδεκτη και πρέπει ν' απορριφθεί. Από τις διατάξεις των άρθρων 681Α, 670 - 675 ΚΠολΔ όπως, ως εκ της ασκήσεως της εφέσεως την 7.1.2015 ίσχυαν πριν την κατάργησή τους από το Ν. 4335/2015, σε συνδυασμό με τις διατάξεις 518, 532, 591 παρ. 1 και 2, 152 παρ. 1, 153, 155 παρ. 1, 156 και 158 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο διάδικος, ο οποίος διαμένει στην ημεδαπή και δεν άσκησε έφεση κατά απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος του μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί, αν η απώλεια της προθεσμίας οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, έτσι ώστε, με απόφαση του δικαστηρίου, να προσδοθεί στην εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση η έννομη ενέργεια που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Η αίτηση υποβάλλεται με το ίδιο το δικόγραφο της έφεσης, ή με τις προτάσεις, ή με χωριστό δικόγραφο και πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία, το χρόνο της άρσης του εμποδίου που θα συνιστούσε την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου και τα προς απόδειξη αυτών αποδεικτικά στοιχεία.

Ως ανώτερη βία, κατά την έννοια του άρθρου 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, θεωρείται κάθε γεγονός, το οποίο αντικειμενικώς καθιστά αδύνατη την τήρηση κάποιας δικονομικής προθεσμίας και, σε συγκεκριμένη περίπτωση, είναι απρόβλεπτο και μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμη και με τη λήψη μέτρων άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 119 §§ 1, 3, όπως ίσχυε κατά τα χρόνο άσκησης της ως άνω έφεσης, (πριν την τροποποίηση τους από το άρθρο 1 του Ν. 4335/2015) και 120 ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι οι διάδικοι οφείλουν να αναγράφουν στα δικόγραφά τους την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας τους, (οδός και αριθμός), κάθε δε μεταβολή της διεύθυνσης πρέπει να γνωστοποιείται με τα δικόγραφα που κοινοποιούνται εκατέρωθεν ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, επισυνάπτεται στη δικογραφία και κοινοποιείται στον αντίδικο, η επίδοση εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη, συμπεριλαμβανομένης και της οριστικής απόφασης είναι έγκυρη, όταν γίνει στην κατά το άρθρο 119 ΚΠολΔ αναφερόμενη διεύθυνση, ακόμα και αν ο αποδέκτης της επίδοσης δεν είχε πια εκεί την κατοικία του, εφόσον αυτός δεν είχε δηλώσει (γνωστοποιήσει) κατά έναν από τους περιοριστικώς ως άνω οριζόμενους τρόπους μεταβολή της κατοικίας του, σαφώς προκύπτει, ότι με αυτές (ως άνω διατάξεις), διαγράφεται η υποχρέωση εκείνου που ενεργεί την διαδικαστική πράξη για αναγραφή της διευθύνσεως της κατοικίας ή του καταστήματος του προς προσδιορισμού του τόπου νομίμου επιδόσεως και όχι του αντιδίκου του.

Από τις ίδιες δε αυτές διατάξεις και, ιδίως, εκείνη του άρθρου 120 του ΚΠολΔ, εκτός άλλων, συνάγεται και ότι ο όρος "εκκρεμής δίκη" που χρησιμοποιείται από αυτό, νοείται ως το διαδικαστικό στάδιο από της καταθέσεως ενός δικογράφου, από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 119 ΚΠολΔ, και μέχρις ότου το δικαστήριο απεκδυθεί της εξουσίας του επ' αυτού, είτε διά της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως, είτε με την κατ' άλλο τρόπο περάτωση της δίκης, ως και ότι η παράλειψη της με αυτές καθιερουμένης υποχρεώσεως κάθε διαδίκου να γνωστοποιεί την μεταβολή της κατοικίας, γραφείου του κ.λπ., παρέχει στον αντίδικό του το δικαίωμα να την θεωρήσει αμετάβλητη (ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 587/2003).

Συνάγεται ακόμη από τις διατάξεις αυτές, ότι εκείνος προς τον οποίον έγινε η επίδοση της οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να υποστηρίξει τον περί εκπροθέσμου ασκήσεως της εφέσεως ισχυρισμό του, πρέπει να ισχυρίζεται και να αποδεικνύει, ότι ο επισπεύδων την επίδοση γνώριζε την πραγματική κατοικία του ή ότι ο ίδιος, πριν την επίδοση, είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο την μεταβολή της (Ολ.ΑΠ 3/2007, ΑΠ 724/2013, ΑΠ 1750/2009).

Τέλος η έννοια της ανώτερης βίας, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανώτερη βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κύρωσης που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανώτερη βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.

Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου η ανώτερη βία συνιστά κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξιδιασμένης) προσοχής και επιμέλειας, μ' αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.

Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως η συνδρομή αυτής καθαυτής της ανώτερης βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ 219/2016, ΑΠ 490/2009).

Συνεπώς με τους λόγους αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που λαμβάνονται συνδυαστικά, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη αρχικά ανώτερης βίας και ακολούθως ως προς την κήρυξη ή μη κήρυξη -εξαιτίας αυτής- ακυρότητας ή απαραδέκτου. Έτσι η παραδοχή της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, μολονότι δεν συνέτρεχαν οι προς τούτο εκ του άρθρου 152 επ.

ΚΠολΔ, τασσόμενες προϋποθέσεις, με περαιτέρω αποτέλεσμα να θεωρηθεί το ένδικο μέσο ότι ασκήθηκε εμπρόθεσμα, συνιστά μεν σφάλμα υπό την έννοια της παράλειψης του δικαστηρίου να το απορρίψει ως απαράδεκτο και συνεπώς θεμελιώνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ωστόσο η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη λόγου ανώτερης βίας, εφόσον σ' αυτή στηρίζεται η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ελέγχεται προηγουμένως αναιρετικά με το λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου ή ενδεχομένως από τον αριθμό 19 αυτού (ΑΠ 1119/2017, ΑΠ 741/2016).

Επιπροσθέτως, η διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει το δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως του διαδίκου (Ολ.ΑΠ 12/2000), στο οποίο περιλαμβάνεται και εκείνο της ακροάσεως αυτού κατά την δίκη, είναι δικονομικού δικαίου κανόνας, η παραβίαση του οποίου δεν ιδρύει μεν τους από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, αλλά ελέγχεται από τους με αριθμούς 2-18 και 20 του ίδιου άρθρου λόγους (ΑΠ 608/2008) και εν προκειμένω, με τον διαγραφόμενο στον αριθμό 14 λόγο (ΑΠ 1277/2017 οπ.π).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον σχετικά με την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ζήτημα λόγω εκπρόθεσμης από μέρους της πρώτης των αναιρεσιβλήτων άσκησης έφεσης κατά της ως άνω απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διέλαβε στο σκεπτικό του τις εξής αιτιολογίες: "Όσον αφορά την υπό στοιχείο [1] έφεση, όπως αποδεικνύεται από την ...70/14.05.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ.

Π. που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι Β. Μ., Ε. Κ. και Σ. Κ., η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους με θυροκόλληση και σύμφωνα με τις διατάζεις των §§1, 4 εδαφ. α, β, γ ΚΠολΔ στην εκκαλούσα αυτής Γ. Χ., την 14-5-2015 και εκείνη άσκησε την έφεσή της την 7-10-2015, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοσή της.

Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι ο λόγος που άσκησε εκπρόθεσμα την έφεσή της οφείλεται στο γεγονός ότι είχε ήδη από το έτος 2013 μετοικήσει από την διεύθυνση της οδού ..., στην οποία έγινε η θυροκόλληση, στην διεύθυνση ... και ζητεί με τις προτάσεις της ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και κατά τις διατάξεις των άρθρων 152 - 158 ΚΠολΔ την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με την έννοια της προσδόσεως με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσής της, της έννομης ενέργειας, που θα είχε σε περίπτωση εμπρόθεσμης άσκησής της.

Η εκκαλούσα για να υποστηρίξει την αίτησή της αυτή επικαλείται και προσκομίζει 1] το Δ2013/3404 από 27-11-2015 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ενώπιον του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο αναφέρει ως τόπο κατοικίας της την οδό ... και την οδό ... το οποίο και θυροκολλήθηκε την 16-12-2015, 2] την από 22-12-2016 Κλήση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο αναφέρει ως τόπο κατοικίας της την οδό ...

ή την οδό ..., 3] την από 6-11-2015 γνωστοποίηση προς αυτή εκ μέρους των Β. Μ., Ε. Κ. και Σ. Κ. και Γ. Γ. του καταλόγου μαρτύρων τους οποίους επρόκειτο να εξετάσουν ενώπιον του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της έφεσής της κατά της 158/2014 απόφασης του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιώς, η οποία επιδόθηκε σ' αυτήν στη διεύθυνση της οδού ...

με θυροκόλληση. Η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην Γ. Χ. και την 26-5-2015 με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αντιδίκου της Πέτρου Αλεξανδρή με θυροκόλληση. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα έλαβε γνώση της επίδοσης έστω κι αν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις των άρθρων του ΚΠολΔ που αφορούν την επίδοση με θυροκόλληση αφού όντως αυτή είχε ήδη μετοικήσει στη νέα της διεύθυνση στην οδό ...

από τον Οκτώβριο 2014. Το γεγονός ότι αυτή δεν είχε γνωστοποιήσει σύμφωνα με το άρθρο 119 § 3 ΚΠολΔ την επελθούσα μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας δεν καθιστά άκυρη την επίδοση της απόφασης στην αρχική διεύθυνση, ούτε βεβαίως οι αντίδικοί της ενήργησαν δολίως ώστε να μη λάβει αυτή γνώση της επίδοσης και της έναρξης της προθεσμίας άσκησης του ενδίκου μέσου.

Ομως ο επιδιωκόμενος με τη θυροκόλληση σκοπός που συνίσταται στο να λάβει γνώση ο διάδικος της επιδόσεως και άρα της ενάρξεως της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου δεν εκπληρώθηκε αφού η εκκαλούσα είχε ήδη μετοικήσει στη νέα της διεύθυνση και δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε εν τοις πράγμασι γνώση αυτής.

Θα πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να θεωρηθεί ότι η έφεσή της ασκήθηκε εμπρόθεσμα γιατί έτσι ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής της δικαιοσύνης και παρέχεται έτσι το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ακρόασης των διαδίκων που δεν πρέπει να τίθεται υπό περιορισμούς, που αναιρούν τελικά την ίδια την ουσία του".

Έτσι που έκρινε Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι τα περιστατικά, που η αιτούσα επικαλέσθηκε και τα εξ αυτής ζητήματα προς θεμελίωση του σχετικού αιτήματος, συνιστούν την έννοια της ανωτέρας βίας, παραβίασε ευθέως την περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, (ΚΠολΔ 152), και, προερχόμενη από το ουσιαστικό δίκαιο παραπάνω νομική έννοια της ανωτέρας βίας, εξαιτίας της οποίας (παραβίασης) θεωρήθηκε ως εμπρόθεσμη και παραδεκτή η εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη της άσκησης της έφεσης.

Παραλλήλως, με τις παραδοχές α) ότι, αν και η εκκαλούσα δεν γνωστοποίησε, στους αντιδίκους της αναιρεσείοντες, κατά τον τρόπο που επιτάσσει το άρθρο 119 παρ. 3 ΚΠολΔ τη νέα διεύθυνση της κατοικίας της στην οδό ... στην οποία, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας μετοίκησε το έτος 2013, από την οδό ... την οποία, όπως από την κατ' αρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει, ανέγραφε ως διεύθυνση της κατοικίας της και β) ότι οι αναιρεσείοντες, εφεσίβλητοι - ενάγοντες προέβησαν στην κατ' άρθρο 128 ΚΠολΔ διά θυροκολλήσεως επίδοση της εκκαλουμένης στην φερομένη στα δικόγραφα επί της οδού ...

κατοικία της, δεν ενήργησαν δολίως ώστε να μη λάβει αυτή γνώση της επίδοσης και της έναρξης της προθεσμίας άσκησης του ενδίκου μέσου, διέλαβε ανεπαρκείς αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως ανωτέρας βίας, ως "αναπόφευκτου", ακόμη και με την καταβολή "εξειδιασμένης" προς τούτο επιμέλειας, γεγονότος, εξαιτίας του οποίου δεν τηρήθηκε η παραπάνω κατ' άρθρο 518 § 2 ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία για την εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης από την αναιρεσίβλητη κατά της προσβαλλόμενης.

Συνεπώς στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην έννοια της "ανωτέρας βίας", ως αναγκαίας για την εφαρμογή του άρθρου 152 § 3 ΚΠολΔ προϋπόθεσης. Εξάλλου η ειδικότερη παραδοχή της προσβαλλομένης ότι ο σκοπός της διά θυροκολλήσεως κατ' άρθρο 128 ΚΠολΔ επίδοση της εφεσιβαλλομένης απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στην ως άνω, δηλωθείσα εξ αρχής από την εναγομένη - εκκαλούσα, κατοικία, στην οποία εκείνη δεν κατοικούσε κατά το χρόνο της θυροκόλλησης, πληρούται μόνο αν εκείνη έλαβε "εν τοις πράγμασι" γνώση της επίδοσης, άλλως το δικαίωμα των αντιδίκων της και εν προκειμένω των αναιρεσειόντων, ακόμη και στην περίπτωση που εκείνη παρέλειψε να γνωστοποιήσει σ' αυτούς τη νέα της διεύθυνση, να ενεργήσουν ανυπαιτίως επίδοση στην αναγραφομένη στην αγωγή διεύθυνση, προσκρούει στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ, αρχή της "εκατέρωθεν ακρόασης των διαδίκων" ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, της παρά το νόμο μη κήρυξης από το Εφετείο απαραδέκτου, το οποίο δέχθηκε τυπικά έφεση που ασκήθηκε εκπρόθεσμα.

Και τούτο διότι σκοπός των διατάξεων αυτών, κατά τις οποίες είναι έγκυρη η επίδοση στη διεύθυνση κατοικίας του παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, την οποία αυτός δήλωσε είτε αρχικώς, είτε μετά νόμιμη, ως άνω, γνωστοποίηση μεταβολής της κατοικίας του, ακόμη και αν πράγματι δεν κατοικεί εκεί, ούτε έχει κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο (πλασματική κατοικία), είναι η πάταξη της στρεψοδικίας με την επίκληση ακυροτήτων της επιδόσεως από τον παραλήπτη του επιδιδόμενου εγγράφου, ώστε να διασφαλίζονται τα έννομα συμφέροντα του αντιδίκου του για την ομαλή και κατά το δυνατό χωρίς προσκόμματα διεξαγωγή και ολοκλήρωση της δίκης με την έκδοση δικαστικής αποφάσεως, επί της αιτουμένης παροχής εννόμου προστασίας (ΑΠ 724/2013, ΑΠ 1553/2008).

Επισημαίνεται εξάλλου, ότι η εκκαλουμένη, με αριθμό 3989/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του Αρείου Πάγου των εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία, προκύπτει, επιδόθηκε την 14.5.2015 ( αριθμ. ...7Γ'/14 Μαίου 2015 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π.

I. Κ.), στην ίδια εκκαλούσα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων Γ. Χ. και από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους ήδη πέμπτη (5η) των αναιρεσειόντων Γ. Γ. χα Γ. Μ. ενεργούσα ατομικώς και ως εκπρόσωπος των ανηλίκων τότε τέκνων της Μ. - Ι. και Ά. - Σ. Μ., εκ των οποίων ο τελευταίος είναι ο ενηλικιωθείς ήδη έκτος (6ος) αναιρεσίβλητος.

Άλλωστε και οι αναιρεσείοντες στο δικόγραφο της αναίρεσης επικαλούνται ότι η ως άνω εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, επιδόθηκε στην 1η αναιρεσίβλητη στις 14.5.2015. Επομένως ανεξαρτήτως, του ότι η ως άνω έκθεση επιδόσεως δεν μνημονεύεται ειδικώς στην προσβαλλομένη απόφαση, η τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 518 ΚΠολΔ για την άσκηση έφεσης από την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και τότε εκκαλούσα είχε επίσης παρέλθει και για τους παραπάνω ενάγοντες - εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσείοντες.

Η έφεση συνεπώς, της εκ των εκκαλούντων Γ. Χ., είναι εκπρόθεσμη και κατά το μέρος που αφορά τους ως άνω αναιρεσείοντες. Συνακολούθως των παραπάνω, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο συνδυαστικά οι αναιρεσείοντες, κατά το μέρος που αφορά το παραδεκτό της έφεσης που άσκησε η πρώτη αναιρεσίβλητη, αποδίδουν α) ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαγωγής των περιστατικών της αίτησης επαναφοράς στην "ανωτέρα βία", υπό την έννοια του άρθρου 152 § 3 ΚΠολΔ τις από τους αριθμούς 1 και 19 πλημμέλειες και β) ως προς τη μη κήρυξη, απαραδέκτου της ένδικης έφεσης που ασκήθηκε μετά την παρέλευση της τριακονθήμερης, από την επίδοση της εκκαλουμένης, προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπό την επίκληση το μεν της εφαρμογής του ως άνω δικονομικού κανόνα του άρθρου 152 παρ. 2 ΚΠολΔ, το δε της παραβίασης της δικονομικής επίσης, διάταξης του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη στο σύνολό της, ενώ, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου.

Επειδή, περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Εν προκειμένω, εφ' όσον κρίθηκε ότι η με αριθμό εκθ. καταθ. 5816/7.10.2015 ασκηθείσα από την πρώτη αναιρεσίβλητη έφεση είναι απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης, ως προς το αναιρούμενο ως άνω μέρος. Κατά συνέπεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να απορριφθεί η ως άνω έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 3989/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η πρώτη αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά τους έξοδα (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), τόσο του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, όσο και της παρούσας δίκης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, οι αναιρεσείοντες, λόγω της κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας, ήττας τους ως προς την απόρριψη της αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ΝΠΙΔ "Επικουρικό Κεφάλαιο", που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το νόμιμο αίτημά του, να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του τελευταίου, (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.6.2018 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2216/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του ως άνω αναιρεσιβλήτου τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ.

Δέχεται την πιο πάνω αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Αναιρεί, ως προς αυτήν, τη με αριθμό 2216/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το ως άνω κεφάλαιο.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της με αριθμ καταθ. 5816/7.10.2015 έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 3989/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 7.10.2015 έφεση.

Καταδικάζει την εκκαλούσα ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των εφεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ