Appeal dismissed; European arrest warrant execution upheld despite Greek statute of limitations defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the fugitive's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to execute a German European arrest warrant. The defendant argued that the statute of limitations had expired under Greek law, but the court ruled this defense inapplicable because the specific crimes fell under Article 10(2) of Law 3251/2004, which permits execution without checking the dual criminality or local statute of limitations. Consequently, the appeal was dismissed as baseless, and the defendant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 22(1) Law 3251/2004; Art. 10(2) Law 3251/2004: An appeal against the execution of a European arrest warrant is inadmissible if the underlying offenses fall under the exception allowing execution without verifying the statute of limitations or dual criminality under Greek law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 800 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 800/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ'αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη - Εισηγητή, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η και 8η Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου Α. Δ. του Γ. και Α., γεν. στη Θεσσαλονίκη στις 5.5.1986 και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζηϊωάννου, κατά της υπ'αριθμ. 943/17.12.2015 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Το Συμβούλιο Εφετών Θεεσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Γερμανίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 9/17 Δεκεμβρίου 2015 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κων/νου Τσαγκαρλή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 27/2016. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η από 17 Δεκεμβρίου 2015 και με αριθμό 9 έφεση του ανωτέρω, κατά της υπ'αριθμ. 943/17-12-2015 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3251/2004 "Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών".
Συνεπώς, η από 17 Δεκεμβρίου 2015 υπό κρίση έφεση, με αριθμό εκθέσεως 9/2015, του εκζητουμένου Α. Δ. του Γ. κατά της υπ'αρ. 943/17.12.2015 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του κατ' αυτού εκδοθέντος από την Εισαγγελία του Αννόβερο Γερμανίας υπό στοιχεία αναφοράς φακέλου 5592 AR 405/15 από 5.10.2015 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις του άνω άρθρου ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσία.
Από τις διατάξεις του όρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν.3251/2004 προκύπτει ότι, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κρότους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καταζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, είτε για να ασκηθεί εις βάρος του ποινική δίωξη για πράξη που του αποδίδεται είτε για να εκτελεστεί στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας και με την επιφύλαξη της μη προσβολής με την έκδοση του των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που απορρέουν από το ισχύον Σύνταγμα και το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από τις διατάξεις δε του άρθρου 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, για το τυπικό κύρος του, πρέπει να περιέχει α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) τη φύση και το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου, στ) την επιβληθείσα ποινή αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κρότους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της.
Προϋπόθεση για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, κατά το άρθρο 5 του άνω νόμου είναι οι πράξεις για τις οποίες πρόκειται να ασκηθεί η ποινική δίωξη να τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, και αν πρόκειται για εκτέλεση στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, που έχουν δηλαδή ήδη επιβληθεί, να είναι διαρκείας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.
Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του νόμου αυτού, προϋπόθεση της εκτέλεσης του εντάλματος, είναι, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση δίωξης, η αξιόποινη πράξη για την οποία αυτό εκδόθηκε, να συνιστά έγκλημα και κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και να τιμωρείται κατά το δίκαιο του κράτους έκδοσής του με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών, ενώ κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου, για τις αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.
Περαιτέρω, στο άρθρο 11 του ν.3251/2004 ορίζεται ότι η δικαστική αρχή που αποφασίζει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως αρνείται την εκτέλεση αυτού, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν, ζ) το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη η οποία θεωρείται κατά το ελληνικό ποινικό νόμο, ότι τελέσθηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο.
Εξάλλου, κατά το όρθρο 16 ΠΚ, τόπος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη, καθώς και ο τόπος όπου επήλθε ή, σε περίπτωση απόπειρας, έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, και όσα εξέθεσε προφορικά στο ακροατήριο και με το από 1.4.2016 υπόμνημά του ο παραστάς συνήγορος του εκκαλούντος και ο ίδιος ο εκκαλών αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχεία αναφοράς φακέλου 5592 AR 405/15 από 5.10.2015 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε κατά του εκκαλούντος 'Ελληνα υπηκόου Α.
Δ. από την Εισαγγελία του Αννόβερο Γερμανίας, δυνάμει του με αρ. φακέλου 272 GS 85/15 εθνικού εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου Αννόβερο, προκειμένου να δικασθεί ο εκζητούμενος για απάτη κατ'επάγγελμα και εκβιασμό κατ'επάγγελμα και κατά συρροή, υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος, ώστε να εκτίσει σ'αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, που τυχόν θα απαγγελθεί εναντίον του, στο κράτος της έκδοσης του εντάλματος.
Ειδικότερα στον εκζητούμενο αποδίδεται ότι: Στο …και στο χρονικό διάστημα από 20.2.2011 έως 31.3.2011 αυτός απέστειλε σε άγνωστο αριθμό ζημιωθέντων έγγραφα με ημερομηνία 20.2.2011 που έφεραν την επικεφαλίδα μιας πλασματικής εταιρείας με την επωνυμία ... (....). Με τα παραπάνω έγγραφα ζήτησε από τους παραλήπτες να εμβάσουν στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, τον οποίο είχε ανοίξει για τον σκοπό αυτό, το ποσό των 116,45 ευρώ.
Στο έγγραφό του δήλωσε αναληθώς ότι πρόκειται για ανοικτή απαίτηση της εταιρείας ... (....) και ότι στην εταιρεία ... με την ιδιότητα του γραφείου εισπράξεων είχε ανατεθεί η είσπραξη της απαίτησης. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπήρχε καμία τέτοια απαίτηση. Περαιτέρω δήλωσε στον εν λόγω έγγραφό του, ότι σε περίπτωση μη πληρωμής θα ληφθούν διάφορα μέτρα εκτέλεσης.
Με τον τρόπο αυτό ήθελε να εκφοβίσει τους παραλήπτες και να τους παρακινήσει να προβούν στην πληρωμή του ποσού της απαίτησης. Κατά το χρονικό διάστημα τέλεσης της αξιόποινης πράξης, 126 ζημιωθέντες κατέθεσαν ανά 116,45 ευρώ στον τραπεζικό λογαριασμό του εκζητουμένου. Οι ανωτέρω πράξεις στις οποίες αφορά το προς εκτέλεση ένταλμα προβλέπονται από τις νομικές διατάξεις § § 253 εδ. 1, εδ. 2, εδ. 4, 263 εδ. 1, εδ. 3 στοιχ. 1α και στοιχ.2 περ.2, 52 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, τιμωρούμενες με στερητική της ελευθερίας ποινή με ανώτατο όριο τα δέκα πέντε (15) έτη, εμπίπτουν δε σε εκείνες τις πράξεις για τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 περ.
κ' και κα'του ν. 3251/2014, επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρούνται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών (3) ετών ως προς το ανώτατο όριό τους, προϋπόθεση η οποία, κατά τα παραπάνω, συντρέχει εν προκειμένω.
Ανεξαρτήτως τούτου, οι εν λόγω πράξεις προβλέπονται και από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 386 παρ. 1α, 385 παρ. 1γ του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα τιμωρούμενες, ως πλημμελήματα, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών (και έως πέντε ετών κατ'άρθρο 53 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα). Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης εφέσεως προβάλλεται ότι το επίμαχο ένταλμα δεν πληροί τους όρους της τυπικής νομιμότητας για την εκτέλεση αυτού, διότι δεν περιέχει ακριβή περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως των εγκλημάτων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, ούτε αναφέρονται σ'αυτό τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητας του εκζητουμένου, επί πλέον δε σε συνοδευτικό του εντάλματος έγγραφο αναφέρεται ως ημερομηνία εκδόσεως του εντάλματος άλλη εκείνης που αναφέρεται σ'αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον α) στο ανωτέρω ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης των Γερμανικών Αρχών είναι αρκούντως σαφής η περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως των εγκλημάτων που αποδίδονται στον εκζητούμενο και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις αξιόποινες αυτές πράξεις (αυτουργός) και δεν είναι αναγκαία άλλα στοιχεία, η περαιτέρω λεπτομερειακή εξειδίκευση των οποίων μπορεί να γίνει από την αιτούσα δικαστική αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως, β) ως προς την ταυτότητα του εκζητουμένου, αναφέρονται πέραν του ονοματεπωνύμου του και άλλα στοιχεία, όπως η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης αυτού, εις τρόπον ώστε να προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολίες η ταυτότητα του προς σύλληψη προσώπου, ενώ γ) το ένταλμα φέρει ως ημερομηνία εκδόσεώς του την 5-10-2015, η οποία και μόνον ενδιαφέρει και δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εκτέλεση του εντάλματος τυχόν λανθασμένη αναγραφή της ημερομηνίας εκδόσεως του εντάλματος σε άλλο έγγραφο.
Περαιτέρω, οι παραπάνω πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοση έχουν τελεσθεί κατά το ένταλμα αποκλειστικά στο Αννόβερο της Γερμανίας από 20.2.2011 μέχρι 31.3.2011 σε βάρος 126 πολιτών, όταν ο εκζητούμενος τους έπεισε ότι εκπροσωπεί εισπρακτική εταιρεία και με την απειλή να κινηθεί αναγκαστικά εναντίον τους έπεισε και ταυτόχρονα εξανάγκασε αυτούς να του καταβάλουν ο καθένας 116,45 ευρώ, τα οποία παράνομα εισέπραξε.
Αλλά και ο τόπος όπου επήλθε η βλάβη στους παθόντες είναι, κατά το ένταλμα, επίσης το Αννόβερο.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος δεν παρεβίασε την υποχρεωτική απαγόρευση εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που ορίζει το άρθρο 11 περ.ζ' του ν. 3251/2004 και είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η εκτέλεση του άνω εντάλματος εμποδίζεται από το γεγονός ότι τόπος τελέσεως των εγκλημάτων για τα οποία ζητείται η έκδοση (απάτη και εκβίαση) είναι η Ελλάδα, καθώς και ο δεύτερος λόγος της εφέσεως με τον οποίο παραπονείται ο εκκαλών εκζητούμενος ότι εσφαλμένως το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε το επικουρικώς υποβληθέν αίτημά του για αναβολή της εκδικάσεως της υποθέσεως κατ'άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 3251/2004 για να ζητηθεί να προσκομισθούν διευκρινιστικά στοιχεία ως προς τον τόπο τελέσεως των εγκλημάτων περί των οποίων πρόκειται. Ενόψει των ανωτέρω, το εκ νέου υποβαλλόμενο ως άνω αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης κατ'άρθρο 19 παρ. 2 του ν. 3251/2004 δεν είναι βάσιμο και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3251/2004, "η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που διατυπώνονται στο ισχύον Σύνταγμα και στο άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν απομακρύνεται, ούτε απελαύνεται, ούτε εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση".
Στην προκειμένη περίπτωση, από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι η εκτέλεση του επιμάχου ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης προσκρούει σε οποιαδήποτε διάταξη του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ενωση και για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης και μάλιστα δεν αποδεικνύεται ότι θα κινδύνευε η ζωή του εκζητουμένου στο εκζητούν κράτος και θα υποβαλλόταν αυτός σε βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση για μόνο τον λόγο ότι η σύζυγός του είναι Ρομά και έχει αποκτήσει παιδιά με αυτή, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος κατά το πρώτος μέρος του λόγος της εφέσεως είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο εκκαλών εκζητούμενος με το δεύτερο μέρος του τετάρτου λόγου της εφέσεώς του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος και η παράδοσή του στις Γερμανικές δικαστικές αρχές προσβάλλει "το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής (το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στα άρθρα 5 και 21 του Ελληνικού Συντάγματος) ...
διότι έχει στενότατους δεσμούς με την Ελλάδα ...". Και κατά το μέρος του αυτό ο τέταρτος λόγος της εφέσεως είναι αβάσιμος, διότι οι επικαλούμενες από τον εκζητούμενο ευθύς ως άνω διατάξεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεσπίζουν απαγόρευση της εκδόσεως 'Ελληνα υπηκόου. Τέτοια απαγόρευση έκδοσης Ελλήνων πολιτών δεν κατοχυρώνεται ούτε από τις προαναφερόμενες διατάξεις ούτε από καμία άλλη συνταγματική διάταξη, ενώ, εξ άλλου, με την εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη της από 13-6-2002 απόφασης - πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, η άρση της απαγόρευσης έκδοσης ημεδαπών συμπορεύεται με την προώθηση της δικαστικής συνεργασίας και την κοινή τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης.
Η απαγόρευση άλλωστε της έκδοσης ημεδαπού σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης δεν έχει πλέον κανένα λόγο ύπαρξης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στήριξης της απαγόρευσης, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και συγκεκριμένα η προστασία τους από τις δυσχέρειες και αντιξοότητες που συνεπάγεται γι'αυτούς μία δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές είναι πλέον αδικαιολόγητοι, εν όψει της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που έχει αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης και τον κοινό σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, από όλα τα κράτη μέλη.
Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 11 στοιχ η'εδ. β'του ν. 3251/2004, που επιτρέπει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ημεδαπού με σκοπό τη δίωξη για αξιόποινη πράξη που τέλεσε στο εκζητούν κράτος, εφόσον δεν έχει ασκηθεί στην Ελλάδα ποινική δίωξη σε βάρος του για την ίδια πράξη και εφόσον διασφαλισθεί ότι, μετά την ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα για να εκτίσει σ'αυτή τη στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που ενδεχομένως θα του επιβληθεί από το κράτος έκδοσης του εντάλματος, δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ.
Η παραπάνω δε διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. η' του ν. 3251/2004, ως ειδική, κατισχύει της γενικής εκείνης του άρθρου 438 εδ. α' του ΚΠοινΔ και έχει αυτή εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω, ναι μεν με την απόφαση της 18.7.2005 - 2ΒνR 2236/04 του Γερμανικού Οποσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ο νόμος EuHbg της 21.7.2004, που ενσωμάτωνε στη γερμανική έννομη τάξη την απόφαση πλαίσιο 2002/584/13.6.2002 του Συμβουλίου της Ε.Ε., κρίθηκε αντισυνταγματικός, όμως την 20.7.2006 εκδόθηκε και τέθηκε σε ισχύ από 2.8.2006 ο νεότερος νόμος EuHbg - 2006 με τον οποίο η Γερμανική πολιτεία εναρμονίσθηκε και ενσωμάτωσε και πάλι στην έννομη τάξη της την άνω απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου της Ε.Ε.
Επομένως, μετά τη θέση σε ισχύ του νεότερου νόμου και τη δι'αυτού εναρμόνιση της Γερμανικής Πολιτείας με την απόφαση πλαίσιο 2002/584/13.6.2002 του Συμβουλίου της Ε.Ε., νομίμως ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος, κατ'εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3152/2004, και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 39 παρ. 1 εδ.
β' αυτού, η οποία αναφέρεται στις περιπτώσεις μη ενσωμάτωσης της απόφασης - πλαίσιο από κάποιο κράτος μέρος της Ε.Ε. και ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή εφαρμοστέες τυγχάνουν οι ισχύουσες περί εκδόσεως διατάξεις, ο δε περί του αντιθέτου πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της εφέσεως είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ του ν. 3251/2004 η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος η της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.
Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, η προπαρατεθείσα διάταξη εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3251/2004, όταν δηλαδή η έκδοση του εκζητουμένου προσώπου τίθεται υπό την προϋπόθεση ότι το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση συνιστά ποινικό αδίκημα όχι μόνο σύμφωνα με τους νόμους του κράτους έκδοσης του εντάλματος αλλά και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.
Δεν εφαρμόζεται, όμως, και όταν κατ'εξαίρεση από τον κανόνα της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3251/2004 η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τα εγκλήματα που περιέχονται στον κατάλογο της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 3251/2004, καθόσον η διατυπούμενη στο εν λόγω άρθρο 10 του ν. 3251/2004 σχετική επιφύλαξη αφορά μόνο την παρ. 1 του άρθρου αυτού, όχι δε και την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (10 του ν. 3251/2004).
Εν όψει των ανωτέρω, ο πέμπτος, κατά το πρώτος μέρος του, λόγος της εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι έχει επέλθει η παραγραφή κατά το ελληνικό δίκαιο των εγκλημάτων στα οποία αφορά το προς εκτέλεση ένταλμα είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως έχει αναφερθεί σε προηγούμενη σκέψη, τα άνω εγκλήματα εμπίπτουν σε εκείνα για τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 3251/2004 επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου.
Μειοψήφησε ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Χονδρογιάννης, ο οποίος διατύπωσε τη γνώμη ότι η παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ελέγχεται ακόμη και ως προς τις αξιόποινες (και κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο) πράξεις του καταλόγου του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 3251/2004, ως προς τις οποίες δεν εξετάζεται η συνδρομή του in abstracto διττού αξιοποίνου, στην προκειμένη σε περίπτωση για τις πράξεις στις οποίες αφορά το ένταλμα σύλληψης θεμελιώνεται ελληνική ποινική εξουσία, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Π.Κ.
και η παραγραφή των άνω πράξεων έχει ήδη χωρήσει κατά το ελληνικό δίκαιο (αρ. 111 παρ. 3 του Π.Κ.).
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου εφέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσία αβάσιμη και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ'ουσία την από 17 Δεκεμβρίου 2015, με αριθμό έκθεσης 9/2015, έφεση του Α. Δ. του Γ. κατά της υπ'αρ. 943/17.12.2015 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης με την οποία αυτό αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχεία αναφοράς φακέλου 5592 AR 405/15 από 5.10.2015 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης της Εισαγγελίας του Αννόβερο Γερμανίας κατά του ανωτέρω. Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2016.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ