Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding inadmissible counter-appeal and unreviewable fact-finding errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision, ruling that the appeal was procedurally flawed and substantively baseless. The appellant argued the lower court ignored a sworn statement and failed to consider the contractor's claim regarding project approval, but the court found these arguments irrelevant to the specific claim for damages due to contract termination. Consequently, the court rejected the appeal, citing that the counter-appeal was inadmissible and the alleged errors pertained to the unreviewable assessment of facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11γ) KPolD; Art. 561(1) KPolD; Art. 559(14) KPolD; Art. 183 KPolD: An appeal is inadmissible if it challenges a counter-appeal that was rejected as substantively baseless, and arguments regarding the unreviewable assessment of facts or irrelevant evidentiary items are rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 800 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 800/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αγγελάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Θ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 20-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6090/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 2-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) την από 26-4-2004 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε, υπό την ιδιότητά του, ως αρχιτέκτονος μηχανικού, να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσίβλητος οφείλει να του καταβάλει, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά με βάση την ιστορούμενη στην αγωγή σύμβαση έργου. Η ως άνω αγωγή συνεκδικάσθηκε με την από 9-12-2003 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αυτού, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 83251 ευρώ με βάση τις διατάξεις αδικοπραξιών και επικουρικά με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 61/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, η αγωγή του (αναιρεσείοντος) απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ η αγωγή του αναιρεσιβλήτου παρεπέμφθη, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπου και εκκρεμεί. Κατά της ως άνω απόφασης ο, ήδη, αναιρεσείων άσκησε έφεση, η οποία συνεκδικάσθηκε με την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση του, ήδη, αναιρεσιβλήτου και επ'αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη 6090/2013 απόφαση του Εφετείου, που απέρριψε την έφεση και την αντέφεση, ως ουσία αβάσιμες. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγή ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008, 42/2012).
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 42/2002).
Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες όπως ήδη ρητά ορίζεται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 36 του ν.3994/2011, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει στην απόφαση να γίνεται μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγηση καθεμίας από αυτές.
Οι ένορκες βεβαιώσεις, όμως, που έχουν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη, οπότε δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη.
Σε αυτή την περίπτωση αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, ώστε να μην παραμένει καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το σχετικό έγγραφο της ένορκης βεβαίωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ισχυρίζεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 9230/21-5-2004 ένορκη βεβαίωση του Δ. Π.Π., την οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του, στο δικαστήριο της ουσίας. Όπως, όμως, προκύπτει από τις από 1-4-2013 προτάσεις που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Εφετείο, στη σελίδα 13 γραμμή 34η αυτών αναφέρεται επί λέξει: "16) υπ' αριθμ. 9230/21-5-2004 ένορκη βεβαίωση του Δ. Π.Π., Αρχιτέκτονα μηχανικού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, χωρίς, όμως, να αναφέρεται ότι κλητεύθηκε να παραστεί κατά τη λήψη της, ο αναιρεσίβλητος, νόμιμα, ήτοι προ είκοσι τεσσάρων ωρών ή ότι αυτός (αναιρεσίβλητος) παρέστη κατά την εξέταση του μάρτυρα. Ορθά, συνεπώς, το Εφετείο, δεν έλαβε, υπόψη, την άνω ένορκη βεβαίωση, αφού κατά το προαναφερόμενο ο αναιρεσείων, δεν είχε επικαλεστεί αυτή παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με την αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (ένσταση) που αυτός προέβαλε πρωτοδίκως και στο εφετείο (με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του) περί εγκρίσεως του έργου (αρθρ.632 ΑΚ).
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής αλλά και των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, πρόκειται για αξίωση αμοιβής του εργολάβου - αναιρεσείοντος, λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου από τον αναιρεσίβλητο - εργοδότη, πριν από την αποπεράτωσή του και όχι για αξίωση αμοιβής από την εκτέλεση και παράδοση του έργου.
Συνεπώς ο παραπάνω λόγος της αναίρεσης, με την αποδιδόμενη, από τον αναιρεσείοντα, πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του περί εγκρίσεως του έργου ισχυρισμό του, είναι απορριπτέος, κατά τα προαναφερόμενα ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Περαιτέρω, ο παραπάνω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλματα αφορώντα στην εκτίμηση προσαχθέντων από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι αυτός (λόγος) πλήττει, κατά το σκέλος του αυτό, την ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Τέλος ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη (αρθρ. 559 αριθμ.14) την αντέφεση του αναιρεσιβλήτου, διότι αυτή (αντέφεση) ήταν απαράδεκτη καθόσον δεν αφορούσε τα προσβληθέντα με την έφεση κεφάλαια, ή τα, αναγκαίως, με αυτά συνεχόμενα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η παραπάνω αντέφεση απερρίφθη ως ουσιαστικά αβάσιμη, και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση αυτή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο της αντεφέσεως και για το λόγο αυτό ο παραπάνω λόγος (3ος) είναι απορριπτέος. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε, (αρθρ. 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2014 αίτηση για αναίρεση της 6090/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ