Legislator Case Law & Legislation
800/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to properly raise arguments before lower courts.

Case Number 800/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the municipality's appeal against a labor court judgment regarding employment contracts. The appellant argued the lower court failed to consider specific claims, but the court ruled these arguments were inadmissible as they were not properly presented during the initial proceedings. The decision emphasizes that appellate courts review cases based on facts and claims established in the first instance, rejecting arguments raised without prior procedural compliance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; Article 562(2) of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not legally proposed before the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, a defect inherent in the judgment, or public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal procedural compliance labor dispute first instance claims Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 649 of the Civil Code
Article 21 of Law 2190/1994
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 591(1)(b), 66(1), 115(3) and 256(1)(d) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 800 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 800 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α., έως και 103) Α. Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι α) το ορθό επώνυμο της υπό στοιχείο 86 αναιρεσίβλητης είναι Μ... και όχι Μ.... όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, β) το ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 103 αναιρεσίβλητης είναι Α. Κ. και όχι Α. Κ. όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2234/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5947/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/6/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21/6/2012 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, μεταξύ των οποίων και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ ) Α' και Β' βαθμού, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών‚ ενώ στις περιπτώσεις πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με το εδάφιο α' και γ' του οποίου ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσια τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και Πέραν των προβλεπομένων στην παρ.3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ.2 εδ. β' αυτού. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις άνω διατάξεις του Ν.2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο‚ τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, όμως, με το άρθρο 20 παρ 4 του Ν. 2738/1999 ορίσθηκε ότι η πρόσληψη προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη εκτελέσεως των προγραμμάτων ,η οποία με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας‚ είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου επιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (άρθρο 669 παρ.1 ΑΚ) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με τη φύσης τους.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και ό του Ν. 765/ 1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατ' άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου υπάρχει όταν σι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή εργασίας του μισθωτού, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς την ευθύνη του μισθωτού, για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Τέλος, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές των συμβάσεων μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή της εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτελέσεως παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της συμβάσεως αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λ.π., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για τη μαθήτευσή του.

Αντίθετα επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της συμβάσεως και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, επί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές όσο και σι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της συμβάσεως αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις του εργοδότη.

Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως συμβάσεως έργου, μαθητείας ή εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξάρτητης εργασίας, αποτελεί, κατ' αρχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση, από δε την απαγόρευση της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος‚ δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί " μετατροπή ", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 19 και 20/2007), ενώ από τις παραπάνω διατάξεις και δη του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, που ρυθμίζει συγκεκριμένα τους όρους και τις προϋποθέσεις έγκυρης σύναψης συμβάσεως έργου από νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα στον οποίο περιλαμβάνονται και οι Δήμοι, ουδόλως συνάγεται απαγόρευση συνάψεως από τα Πρόσωπα αυτά στις ειδικά προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις‚ συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Με την υπ' αριθμ.34100/1999( ΦΕΚ Β' 2131/1999 ) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε μετά την υπ αριθμ.2701/- 15/11/2000 απόφαση του Δ.Σ. του ΟΑΕΔ και σε εφαρμογή των όσων προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 σε συνδυασμό με την παρ. 15 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205/Α/2/9/1998) " για τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων σύστασης Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις", καταρτίσθηκε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, 2.700 ανέργων αποφοίτων Λυκείου ηλικίας 25 - 64 ετών, συνολικής διάρκειας, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 10 της άνω υπουργικής αποφάσεως, 24 μηνών, διαιρούμενο σε δύο φάσεις, διάρκειας‚ της πρώτης ένδεκα (11) μηνών‚ από τους οποίους ο ένας μήνας μπορούσε να αφορά στη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και οι υπόλοιποι (μήνες) αφορούσαν στην τοποθέτηση σε θέσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, κατά την οποία η χρηματοδότηση του προγράμματος με το ποσό των 8.650 δις δραχμών θα γινόταν από τον ΟΑΕΔ, της δε δεύτερης (φάσης) διάρκειας 13 μηνών, με αντικείμενο την απασχόληση των καταρτισθέντων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, κατά την οποία η χρηματοδότηση του Προγράμματος με ποσό 8.650 δις δραχμών θα γινόταν από το Υ.Π.Ε.Σ.Δ.Δ.Α.

Με την προαναφερόμενη ΥΑ ορίστηκαν μεταξύ άλλων ότι α) το πρόγραμμα θα υλοποιηθεί με τη συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών - Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Δημόσιας Τάξης, Ο.Α.Ε.Δ. (Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού), Κ.Ε. - Δ.Κ.Ε. (Κεντρική Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος) και της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α), οι οποίοι Θα συμβάλλονταν με προγραμματική σύμβαση, αντικείμενο της οποίας θα αποτελεί η συνεργασία τους, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την υλοποίηση του προγράμματος‚ αφενός για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων , που πλήττονται ιδιαίτερα από την ανεργία, με πιθανότητα μόνιμης απασχόλησης στη φύλαξη σχολικών κτιρίων, αφετέρου για την επίλυση ενός σοβαρού προβλήματος, όπως αυτού τη φύλαξης των σχολικών κτιρίων, του εξοπλισμού τους, της επίβλεψης του περιβάλλοντος χώρου και της προστασίας των μαθητών (βλ.

άρθρο 5), β) το έργο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη δημοσίευση πρόσλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τους ΟΤΑ και επιλογή εκείνων που Θα ενταχθούν στο πρόγραμμα, καθώς και τη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ, που θα ενταχθούν στο πρόγραμμα ( βλ. άρθρο 6), γ) ο συντονισμός όλων των ενεργειών, που απαιτούνται για τη επίτευξη του σκοπού του προγράμματος‚ ανατίθεται σε Επιτροπή Παρακολούθησης‚ που θα αποτελείται από έναν εκπρόσωπο καθενός των ανωτέρω επτά (7) αναφερομένων φορέων (Υπουργείων, ΟΑΕΔ, ΚΕΔΚΕ και ΕΕΤΑΑ), η οποία θα αποφασίζει για τα ειδικά κριτήρια επιλογής των ανέργων, τη διαδικασία που θα ακολουθηθεί για την επιλογή και για κάθε αναγκαία ενέργεια, η οποία κρίνεται απαραίτητη για την ορθή υλοποίηση του προγράμματος και Θα συντάσσει εκθέσεις ελέγχου της προόδου του έργου και της καλής εκτέλεσης αυτού και δ ) οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα καθενός από τους επτά εμπλεκόμενους φορείς για την υλοποίηση του έργου, μεταξύ των οποίων και τα καθήκοντα της ΕΕΤΑΑ, στα οποία περιλαμβάνονται, εκτός από την οικονομική διαχείριση του προγράμματος, η εκπαίδευση των επιλεγέντων ατόμων για την υλοποίηση της ενέργειας, η δημιουργία και εφαρμογή πληροφοριακού συστήματος παρακολούθησης του έργου για την τακτή ενημέρωση της Επιτροπής Παρακολούθησης και την έγκαιρη λήψη διορθωτικών αποφάσεων, η παροχή τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στα επιλεγέντα νομικά πρόσωπα κατά τη διάρκεια υλοποίησης του έργου παραγωγή υλικού με πλήρη περιγραφή των υποχρεώσεων των φυλάκων διοργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων για τον τρόπο υλοποίησης του προγράμματος και παράδοσης τελικής αναφοράς προόδου στην Επιτροπή Παρακολούθησης με ολοκλήρωση του έργου (άρθρο 7 ζ) αλλά και τα καθήκοντα του ΟΑΕΔ μεταξύ των οποίων και η υποστήριξη για το σχεδιασμό του προγράμματος απόκτηση εργασιακής εμπειρίας για τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων (άρθρο 7 ε).

Οι επτά φορείς συνεβλήθησαν κατά το άρθρο 25 του Ν. 2738/1999, καταρτίσαντες τις από 9/12/1999 και 5/1/2000 προγραμματικές συμβάσεις, όπου στο άρθρο 1 και 2 περ. β' και γ' αυτών αναφέρεται ότι το έργο περιλαμβάνει το σχεδιασμό και τη διοργάνωση ενός προγράμματος πληροφόρησης και ενημέρωσης σε θέματα που αφορούν στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις στο χώρο που Θα τοποθετηθούν οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα και στη συνεχή υποστήριξη και παρακολούθηση του έργου των ΟΤΑ, που θα ενταχθούν στο εν λόγω πρόγραμμα.

Με τις προαναφερόμενες προγραμματικές συμβάσεις, συνεχίζει το Εφετείο, καθορίστηκαν επίσης, και οι αρμοδιότητες κάθε εμπλεκόμενου φορέα, όπως αυτές προβλέφθηκαν στην πιο πάνω ΥΑ. Ακολούθως, οι ως άνω φορείς εκπόνησαν κανονιστικό πλαίσιο εφαρμογής του προγράμματος στο οποίο, μεταξύ άλλων, όρισαν, α) ότι στο πλαίσιο των Προγραμματικών συμβάσεων τα συμβαλλόμενα μέρη συγκρότησαν Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος, η οποία αποτελείται από εκπροσώπους των φορέων του εταιρικού σχήματος (Υπουργείων, ΟΑΕΔ, ΚΕΔΚΕ και ΕΕΤΑΑ) και ότι αυτή έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση του έργου καθώς και για τη λήψη αποφάσεων‚ εντός των ορίων, που ορίζονται με τις προγραμματικές συμβάσεις, για την εύρυθμη και άρτια υλοποίησή του και την επίλυση τυχόν προβλημάτων που ανακύπτουν από αυτό ( άρθρο 31 Κανονιστικού Πλαισίου ), β ) αναλυτικώς τα καθήκοντα και τις εν γένει υποχρεώσεις των απασχολουμένων στο πρόγραμμα (άρθρο 311 Κανονιστικού Πλαισίου) και γ ) ότι τα Σχολεία που θα επιλεγούν από τους δικαιούχους ΟΤΑ, πρέπει να είναι Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και ότι η φύλαξη αυτών θα γίνεται σε εικοσιτετράωρη βάση, σε τρεις βάρδιες και Σαββατοκύριακα και αργίες, ορίζοντας ταυτόχρονα, ότι η πρώτη βάρδια θα διαρκεί από τις 07.00 έως 15.00 η δεύτερη από τις 15.00 έως 23.00 και η τρίτη βάρδια από τις 23.00 έως 07.00 και ότι κάθε ασκούμενος είναι υποχρεωμένος σε καθημερινή οκτάωρη παρουσία στο σχολικό κτίριο, στο οποίο έχει τοποθετηθεί σύμφωνα με το πρόγραμμα που θα του δοθεί από τον οικείο ΟΤΑ.

Προβλέφθηκε‚ επίσης, το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης των δικαιούχων ανέργων, που Θα συμμετείχαν στο πρόγραμμα και η καταβολή της για εικοσιδύο ημέρες το μήνα (άρθρο 1 παρ. 3 και 7 και 4 του Κανονιστικού Πλαισίου). Μετά από αυτά και αφού επιλέχθηκαν οι δικαιούχοι άνεργοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 21, 22 και 25/2/2000 απόφαση της Επιτροπής Επιλογής, με την οποία επιλέχθηκαν 145 δικαιούχοι ΟΤΑ, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος Δήμος Αθηναίων μεταξύ του τελευταίου, της ΕΕΤΑΑ και των άνω εναγόντων συνήφθησαν σχετικές συμβάσεις, οι οποίες φέρουν ως τίτλο "συμφωνητικά συνεργασίας" για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων " διάρκειας 11 μηνών, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτιρίων.

Με τις εν λόγω συμβάσεις οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μια επιμορφωτική συνάντηση σε χώρο που θα επιλέξει ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Δήμος συνολικής διάρκειας δεκαέξι ωρών, σε ζητήματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια ότι η εν λόγω εργασιακή εμπειρία επρόκειτο να αποκτηθεί με την απασχόλησή τους σε καθημερινή βάση αργίες και Σαββατοκύριακα σε τρεις βάρδιες των οκτώ (8) ωρών εκάστης επί 22 ημέρες το μήνα.

Επί πλέον με τις ίδιες συμβάσεις ο εναγόμενος Δήμος ανέλαβε την υποχρέωση, 1) να προβεί στην επιλογή των σχολικών κτιρίων, στο πλαίσιο του προγράμματος και να ενημερώσει εγγράφως την ΕΕΤΑΑ και να κατανείμει τους ασκούμενους σε αυτά, σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει το πρόγραμμα, 2) να προμηθευτεί τον αναγκαίο εξοπλισμό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές, που τέθηκαν από την Επιτροπή Παρακολούθησης του προγράμματος και να τον διαθέσει στους ασκούμενους φύλακες 3 ) να διενεργεί τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει την παρουσία των ασκούμενων κατά τις ημέρες και ώρες που τελούντο οι βάρδιες, στο πλαίσιο του προγράμματος, 4) να ορίσει ένα μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου και ένα στέλεχος αυτού, που θα έχουν την ευθύνη παρακολούθησης του προγράμματος και ειδικότερα το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου Προκειμένου να παρακολουθεί την εφαρμογή του Προγράμματος στα διοικητικά όρια αυτού και να ενημερώνει το Δήμο, ενώ το στέλεχος του Δήμου να συντονίζει και να οργανώνει τις προγραμματισμένες ενημερωτικές συναντήσεις στο πλαίσιο των προδιαγραφών της ΕΕΤΑΑ να αποστέλλει στην τελευταία αρχικώς, πίνακα με τα στοιχεία των ασκούμενων και στη συνέχεια, ανά δίμηνο πρόγραμμα σχετικά με τις βάρδιες, που θα ακολουθούνται σε κάθε σχολικό κτίριο, όπου θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμο των φυλάκων και οι βάρδιες τις οποίες είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν και να συντάσσει καθημερινά τα " ημερήσια δελτία παρουσιών "που Θα συμπληρώνουν οι ασκούμενοι καθώς και το μηνιαία δελτίο παρουσίας ασκουμένων, το οποίο θα αποστέλλει εντός 5 ημερών από τη λήξη κάθε διμήνου στην ΕΕΤΑΑ, να έχει τακτική επικοινωνία με τους Διευθυντές των σχολείων για την ορθή εφαρμογή του προγράμματος και συνεχή συνεργασία με τους ασκούμενους φύλακες του Προγράμματος για την επίλυση τυχόν προβλημάτων, κατά την παροχή των υπηρεσιών τους και 5) να αναπτύξει και να εφαρμόσει ενέργειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των εμπλεκομένων φορέων και κοινωνικών ομάδων, που ωφελούνται από το Πρόγραμμα το δε Πρόγραμμα δράσης των συγκεκριμένων ενεργειών Θα κοινοποιηθεί στην ΕΕΤΑΑ.

Οι παραπάνω συμβάσεις μετά την λήξη τους στις 8/2/2002 ανανεώθηκαν με τους ίδιους όρους, με μεταγενέστερα από 8/2/2002, 1/712002, 17/7/2003, 1/4/2004 και 28/4/2005 συμφωνητικά συνεργασίας ορισμένου χρόνου, μέχρι τις 11/10/2006. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα, που κάλυπταν οι ανωτέρω συμβάσεις (συμφωνητικά συνεργασίας) ορισμένου χρόνου, κατ' εφαρμογή του σχετικού όρου των άνω συμβάσεων αφού παρακολούθησαν (οι ενάγοντες) ένα τυπικό ενημερωτικό σεμινάριο (διάρκειας τριών ημερών) διανεμήθηκαν στα επιμέρους σχολικά συγκροτήματα, ο καθένας από αυτούς, και παρείχαν τακτικά και αδιάλειπτα τις υπηρεσίες τους σε καθημερινή βάση, συμπεριλαμβανομένων και των Σαββατοκύριακων ενταγμένοι σε τρεις (3) βάρδιες (η πρώτη από 07.00 έως 15.00, η δεύτερη από 15.00 έως 23.00 και η τρίτη από 23.00 έως 07.00 της επόμενης ημέρας), επί 22 εργάσιμες ημέρες ανά μήνα.

Ειδικότερα ο εναγόμενος Δήμος‚ που ήταν και ο αντισυμβαλλόμενος στις καταρτισθείσες με καθένα από τους ενάγοντες συμβάσεις που στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, είχε αποφασιστικής σημασίας αρμοδιότητες στην υλοποίηση του εν λόγω Προγράμματος (επιλογή απασχολουμένων ανέργων, υπογραφή των ως άνω συμβάσεων, παροχή οδηγιών και παρακολούθηση της τήρησης των υποχρεώσεων των εναγόντων φυλάκων, καταβολή αμοιβής σ' αυτούς), γεγονός που του προσδίδει την ιδιότητα του εργοδότη, δεδομένου ότι οι ενάγοντες εργάζονταν καθημερινά με συγκεκριμένο ωράριο και ώρα προσέλευσης και αποχώρησής τους από την εργασία, υπό τις οδηγίες και τις εντολές του αρμοδίου εκπροσώπου του εναγομένου Δήμου για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους.

Ως αντιπαροχή για τις παρεχόμενες υπηρεσίες φύλαξης των σχολικών συγκροτημάτων που ανήκει στην αρμοδιότητα του εναγομένου Δήμου, οι ενάγοντες αμείβονται με ημερήσια αντιμισθία 12.000 δραχμών (ή 35,22 ευρώ) ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στα ως άνω "συμφωνητικά συνεργασίας" χαρακτηρίζεται η εν λόγω αμοιβή ως αποζημίωση.

Δέχεται, ακολούθως το Εφετείο, ότι ανεξαρτήτως του τίτλου που φέρει το οικείο Πρόγραμμα, η εν τοις πράγμασι εφαρμογή του, δεν αφορούσε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αλλά στην παροχή εξαρτημένης εργασίας, η ορισμένη διάρκεια της οποίας δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος και το σκοπό της εργασίας που παρείχαν οι ενάγοντες, αλλά ούτε από κάποιο αντικειμενικό λόγο.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τις λειτουργικές ανάγκες του εναγομένου Δήμου προκύπτει ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, μέσω της φύλαξης των εν λόγω σχολικών συγκροτημάτων, η ορισμένη δε διάρκεια αυτών τέθηκε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων των διατάξεων των άρθρων 8 Ν.2112/1920 και 671 ΑΚ.

Συνεπώς. καταλήγει το Εφετείο οι διαδοχικές ως άνω συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων, αποτελούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για κάθε ενάγοντα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 11 του Π.Δ.164/2004, ήτοι οι ένδικες διαδοχικές συμβάσεις των εναγόντων είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος τούτου (19/7/2004) και ήταν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος του, η συνολική χρονική τους διάρκεια ήταν τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24 ) μηνών έως την έναρξη ισχύος του άνω π.δ/τος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων, παρείχαν συνεχώς και αδιαλείπτως καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα τις ίδιες υπηρεσίες στον αυτό εργοδότη με το ως άνω πλήρες ωράριο εργασίας και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, όπως έκρινε με την 6/2006 απόφασή του το ΑΣΕΠ.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσαν επιδόματα εορτών και άδειας για το έτος 2006 Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, καθόσον τα γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά καλύπτουν το πραγματικό του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου για το χαρακτηρισμό της συνδέουσας κάθε ενάγοντα - αναιρεσίβλητο με τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα έννομης σχέσης ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις που προβάλλονται με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως μέρος πρώρο, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμες.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας από τους διαδίκους. Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β, 66 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1 δ' ΚΠολ.Δ, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου , οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον σι ισχυρισμοί αυτοί Πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν .

Από την δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005).Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο μέρος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι "το δικαστήριο όφειλε να απορρίψει την αγωγή αόριστη και ως καταχρηστική" που νομίμως πρόβαλε ενώπιον ενώπιόν του‚ όσο και πρωτόδικα.

Ο λόγος αυτός, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ ( μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης)‚είναι απαράδεκτος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι πρόβαλε παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που στηρίζουν τους αυτοτελείς ως άνω ισχυρισμούς καθώς επίσης ότι επανέφερε παραδεκτά και νόμιμα τους ισχυρισμούς αυτούς ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης από τα οποία προκύπτουν η παραδεκτή και νόμιμη ή όχι προβολή των ως άνω ισχυρισμών του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21/6/2012 αίτηση για αναίρεση της 5947/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε εξακόσα (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ