Supreme Court dismisses appeal on public road status and orders appellants to pay legal costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's ruling that a specific road was public property acquired through long-standing usage. The appellants argued the road was private, but the court found it had become public due to continuous use by the community for over two generations. Consequently, the court rejected the claim that the road was private and ordered the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 966, 967, 968, 972, 1033, 1192 ed.1 of the Civil Code; The court established that roads acquired through long-standing usage (archaia) by a community or municipality automatically become public property, regardless of initial private ownership.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 800 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 800/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Δ. Κ. του Μ.,2)Μ. Κ. του Δ. και 3)Ε. Κ. του Δ., κατοίκων Μυκόνου. Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γιαννόπουλο, οι 2ος και 3η παραστάθηκαν με τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Της αναιρεσίσβλητης:Α. Κ. του Γ., συζύγου Α. Β. κατοίκου Μυκόνου, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπάρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυκόνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-9-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 1-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 εδ.1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 του Εις.ΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, άρα και οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί, οι οποίες οδοί, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή σε κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, α) από το νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (όπως διαθήκη ή δωρεά), ή και με παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία όμως παραίτηση πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα υποβληθεί σε μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινό ρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ.2 πανδ. 43.7) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από κοινότητα ή δήμο ή από τους δημότες αυτών μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην ως άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμιά των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 εδ.α' ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παρανόμου πράξεως από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφρασή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση δημοτικής ή κοινοτικής οδού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείου Σύρου, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Η ενάγουσα είναι συγκυρία κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, που βρίσκεται στην θέση "ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ" ή "ΠΟΤΑΜΟΣ" Μυκόνου.
Το παραπάνω ακίνητο στη νότια πλευρά του συνορεύει με την ιδιοκτησία των εναγομένων, η οποία ανήκει κατά την επικαρπία στον πρώτο από αυτούς και κατά την ψιλή κυριότητα στον δεύτερο και στην τρίτη κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 81,372% και 18,268% αντίστοιχα. Επίδικο στην προκειμένη δίκη είναι ο αδιέξοδος δρόμος, πλάτους 2,50μ.
περίπου, ο οποίος αρχίζει από την δημοτική οδό Τούρλου-Ευαγγελιστρίας, εκτείνεται ανατολικά της παραπάνω ιδιοκτησίας της ενάγουσας σε μήκος 63,77μ. και καταλήγει στην βόρεια πλευρά της προαναφερόμενης ιδιοκτησίας των εναγομένων. Ο αγροτικός αυτός δρόμος αποτελεί διακλάδωση του προαναφερόμενου δημοτικού δρόμου και οριοθετείται με ξηρολιθιές τόσο από τις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες των διαδίκων όσο και από τις δύο ιδιοκτησίες, που εκτείνονται ανατολικά του και ανήκουν σήμερα στους Ν.
και Χ. Α.. Τον εν λόγω δρόμο, που υπάρχει από αμνημόνευτων ετών, χρησιμοποιούσαν οι εκάστοτε ιδιοκτήτες των παρακείμενων ιδιοκτησιών για την επικοινωνία τους. Η ύπαρξη του επίμαχου δρόμου επιβεβαιώνεται από τους τίτλους ιδιοκτησίας των διαδίκων με τους οποίους ο Μ. Κ., κοινός δικαιοπάροχός τους, μεταβίβασε τα παραπάνω ακίνητα αφ' ενός στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας Ι.
Κ. και αφ' ετέρου στον πρώτο από τους εναγομένους. Συγκεκριμένα στο ... προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Μυκόνου Ανδρέα Αλεξοπούλου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η ιδιοκτησία της ενάγουσας φέρεται ότι συνορεύει μεταξύ άλλων με "δημοσία οδό" Επίσης στο ... πωλητήριο συμβόλαιο του ιδίου πιο πάνω συμβολαιογράφου η ιδιοκτησία των εναγομένων φέρεται ότι αρκτικώς, δηλαδή στην βόρεια πλευρά της, που ενδιαφέρει εδώ, συνορεύει με δημοσία οδό και ιδιοκτησία Μ.
Κ., που στην συνέχεια μεταβιβάστηκε με το μνημονευόμενο πιο πάνω συμβόλαιο στην παραπάνω δικαιοπάροχο της ενάγουσας. Εξάλλου ο εν λόγω δρόμος αναφέρεται ως όριο των δύο ακινήτων και στους προγενέστερους τίτλους της ενάγουσας και των εναγομένων, με τους οποίους ο παραπάνω κοινός δικαιοπάροχός τους τα απέκτησε, δηλαδή στα ...
και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Μυκόνου Μάρκου Πασαλιάδου, αντίστοιχα. Αλλά και στους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων, που, εκτός από τις ιδιοκτησίες των διαδίκων, είναι όμορα του επιδίκου, αναφέρεται αυτό ως δημόσιος δρόμος. Ειδικότερα το ένα από αυτά, το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία ΑΒΓΕΔΕ...ΞΟΠΑ στο από Σεπτεμβρίου 1973 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Π.
Κ., που έχει προσαρτηθεί στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη, συνορεύει σε τμήμα της βορειοδυτικής πλευράς του με το επίδικο που χαρακτηρίζεται στο υπόψη συμβόλαιο ως δημόσιος δρόμος. Ο ίδιος χαρακτηρισμός επαναλαμβάνεται εξάλλου και στα ... και ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Μυκόνου Δημητρίου Μενεϊδη και Πειραιώς Αικατερίνης Λυκούρη αντίστοιχα με τα οποία μεταβιβάζεται το ίδιο ακίνητο.
Περαιτέρω το άλλο ακίνητο, το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία ΑΒΓ..ΗΘΑ στο από Δεκεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου πιο πάνω τοπογράφου-μηχανικού, που έχει προσαρτηθεί στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη, συνορεύει στην δυτική πλευρά του σε μήκος 65,60, με το επίδικο που χαρακτηρίζεται στο εν λόγω συμβόλαιο ως αγροτικός δρόμος.
Επίσης και στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυκόνου Δημητρίου Μενεϊδη με το οποίο μεταβιβάζεται το ίδιο ακίνητο φέρεται ότι αυτό συνορεύει με δημόσιες οδούς στις δύο πλευρές του από τις οποίες η μία είναι το επίδικο. Τέλος το επίδικο χαρακτηρίζεται ως αδιέξοδος δρόμος στο από Νοεμβρίου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου πιο πάνω τοπογράφου-μηχανικού, που έχει προσαρτηθεί στο ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη, καθώς και στο ... συμβόλαιο γονικής παροχής του ιδίου με το οποίο μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα η μία από τις τέσσερις κάθετες ιδιοκτησίες που είχαν συσταθεί με το παραπάνω συμβόλαιο στο ακίνητο που εκτείνεται δυτικότερα απ' αυτό. Αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, κάποιοι από τους οποίους είναι προχωρημένης ηλικίας και έχουν άμεση γνώση και αντίληψη της πραγματικής κατάστασης που επικρατούσε στην περιοχή του επιδίκου, αποδεικνύεται η ύπαρξη του επίδικου δρόμου τουλάχιστον από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα και η χρησιμοποίησή του από τους όμορους ιδιοκτήτες για την επικοινωνία των ακινήτων τους, το ένα από τα οποία μάλιστα, ιδιοκτησίας σήμερα ...
και ..., αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός των εναγομένων, θα ήταν περίκλειστο. Τέλος, δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες παράνομα και χωρίς δικαίωμα, κατά τα μέσα του έτους 2000, σε απόσταση 35 περίπου μέτρων από την είσοδο της ιδιοκτησίας τους τοποθέτησαν σιδερένια πόρτα, κλειδιά της οποίας κρατούν οι ίδιοι, εμποδίζοντας έτσι την χρήση του εν λόγω τμήματος του δρόμου πλάτους 2,5 μ.
και μήκους 35 μ. από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Πολυμελές Πρωτοδικείου Σύρου έκρινε ότι από την παραπάνω ενέργεια των αναιρεσειόντων προσβλήθηκε η προσωπικότητα της αναιρεσίβλητης με το να παρεμποδίζεται σ' αυτήν η χρήση του επιδίκου και έτσι δέχθηκε ότι είναι βάσιμη κατ' ουσία η ένδικη αγωγή της και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε κρίνει όμοια.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 966, 967, 968 ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι το επίδικο αποτελεί κοινοτική οδό, ιδιότητα που απέκτησε με την αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ., ο λόγος αυτός (από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.
Για τους λόγους αυτούς
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση των Δ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 28/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου.
Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ