Supreme Court splits appeal on labor contract status, remanding valid claims while dismissing absent parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court divided the appeal, remanding the case for re-trial regarding 44 plaintiffs who appeared and contested the lower court's findings on their employment status. The court held that the lower court incorrectly applied labor law provisions to classify pre-1993 contracts as indefinite-term employment agreements. Conversely, the appeal was dismissed as inadmissible for seven plaintiffs who failed to appear at the hearing.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 3 sec. 2 K.Pol.D.; Art. 10 N.D. 1204/1972; Art. 18 para. 1 N. 2150/1993: In cases of simple unanimity where some parties lack a lawyer, the appeal is inadmissible for absentees but valid for those present, and the lower court must correct misinterpretations of statutory definitions regarding employment relationships.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 7 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 7/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος κλάδου υγείας του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Αθανασάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καλούντων: 1) Ι. Α., έως και 51) Π. Ψ. του Ν., κατοίκων ....
Οι υπό στοιχεία 7, 9, 20, 24, 27, 28, 43 αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Ο υπό στοιχείο 45 αναιρεσίβλητος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Ζιάγκου και κατέθεσε προτάσεις. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζιάγκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2465/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3596/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 27/1/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 591/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 4/7/2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 17/1/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδαφ. δεύτερο, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139 72013 και ισχύει από 20/3/2013 "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας αν κάποιος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκείμενη περίπτωση η επίσπευση της υποθέσεως έγινε με επιμέλεια όλων (51) των αναιρεσιβλήτων, όπως αυτό προκύπτει από την με ημερομηνία 21/7/2013 κλήση αυτών, την οποία υπογράφει ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Ζιάγκος, κατά τη συζήτηση δε της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκαν οι εκ των αναιρεσιβλήτων 7ος, 9η, 20ος, 24η, 27ος, 28ος και 43η .
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται, ότι ο ανωτέρω δικηγόρος έχει πληρεξουσιότητα για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου (12/11/2013), για τους απολειπόμενους, 7ο, 9η, 20ο, 24η, 27ο, 28ο και 43η αναιρεσίβλητους, αφού δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει σχετική πληρεξουσιότητα.
Επομένως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση για τους 44 ως άνω αναιρεσίβλητους και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς, οι οποίοι επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση και εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους 7ο, 9η, 20ο, 24η, 27ο, 28ο και 43η, οι οποίοι δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως.
Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 9 του Ν.Δ. 1204/1972 προκύπτει ότι οι ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) που δικαιούνται κατά τη νομοθεσία του Ι ΚΑ οι ασφαλισμένοι σ' αυτό, πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης εκλογής του ασφαλισμένου, από κατάλογο που καταρτίζει το ίδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμα τους, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων.
Σαν τέτοιοι νοούνται και οι οδοντίατροι, οι εργαστηριακοί καθώς επίσης οι θεράποντες ιατροί του ιδρύματος, παθολόγοι, γενικής ιατρικής ή χωρίς ειδικότητα και παιδίατροι, που δεν παρέχουν ιατρικές φροντίδες θεράποντος ιατρού, υπό την έννοια των άρθρων 2-6 του αυτού ν.δ/τος. Κατά το άρθρο 5 του ως άνω ν. δ/τος, η σχέση των θεραπόντων ιατρών με το ΙΚΑ, μη συνιστώσα σχέση ή σύμβαση εργασίας, διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του νόμου αυτού, δεν κωλύονται δε οι ιατροί αυτοί να παρέχουν ιατρικές φροντίδες ελεύθεροι και σε πρόσωπα που δεν δικαιούνται παροχές ασθένειας από το ΙΚΑ του οποίου δεν αποτελούν προσωπικό, ο δε χρόνος παροχής ιατρικών φροντίδων, δεν λογίζεται ως χρόνος υπηρεσίας ιατρού στο ίδρυμα.
Αντίθετα, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 του ίδιου ν. δ/τος, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων, καθώς και οι κατ' άρθρο 9 αυτού ιατροί θεραπευτές, παθολόγοι και παιδίατροι, συνδέονται με το ΙΚΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του αυτού ν. δ/τος, εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή έτεροι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 2, 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη είτε αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε άλλως πως, χωρίς περιορισμό από τις περί αμοιβής των ιατρών διατάξεις, οι ειδικές δε αυτές συμβάσεις, μη συνιστώσες σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, μπορούν να καταγγέλλονται εκατέρωθεν οποτεδήποτε μετά μηνιαία προειδοποίηση και διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις του παραπάνω ν.δ/τος, σύμφωνα με το άρθρο 5 αυτού.
Εξάλλου, το άρθρο 18 του Ν. 2150/1993, που έχει τον ειδικότερο τίτλο " ρύθμιση μισθολογικών θεμάτων γιατρών ΙΚΑ με σύμβαση κ.λ.π." ορίζει: Στην παρ. 1, ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις .εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του ιδρύματος.
Ο χρόνος υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ υπολογίζεται για τη μισθολογική τους εξέλιξη. Στην παράγραφο 2, ότι οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ως προς τα καθήκοντα, τις πάσης φύσεως άδειες, το ωράριο εργασίας, τις τοποθετήσεις, μετακινήσεις - αποσπάσεις - μεταθέσεις και τα πειθαρχικά αδικήματα που ισχύουν για τους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, στο εξής θα ισχύουν και για τους γιατρούς αυτούς, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
Στην παράγραφο 3, ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγονται : α) οι με ειδική σύμβαση ιατροί οι οποίοι κατέχουν και δεύτερη θέση ή είναι συνταξιούχοι του Δημοσίου, β) οι με ειδική σύμβαση ιατροί των οποίων η μηνιαία αποζημίωση είναι μεγαλύτερη από τις μηνιαίες αποδοχές που προκύπτουν από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 του παρόντος, εκτός αν με αίτηση τους επιλέξουν τη ρύθμιση αυτή.
Για τους ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' εξακολουθεί να ισχύει το εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς των άρθρων 5 και 10 του Ν. Δ. 1204/1972 και με την παράγραφο 4 ορίζεται, ότι για τους προσλαμβανόμενους στο εξής στο ΙΚΑ ιατρούς, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. Δ. 1204/1972, θα ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού.
Κατ' εξαίρεση, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως προσλήψεις ιατρών για κάλυψη αναγκών σε προβληματικές, άγονες και παραμεθόριες περιοχές ή για κάλυψη αναγκών σε ειδικότητες όπου δεν υπάρχει προσφορά ενδιαφερομένων για πρόσληψη ιατρών, θα ισχύουν, ως προς το εργασιακό καθεστώς και τον καθορισμό της αποζημίωσης, οι διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του Ν.Δ. 1204/1972.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η με το ΙΚΑ σχέση των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 είναι, ότι συνδέονται με αυτό με ειδική σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος, όπου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, η δε γενόμενη με το άρθρο 18 του ν. 2150/1993 μισθολογική εξομοίωση με τους ιατρούς θεραπευτές του ΙΚΑ που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου δικαίου, δεν μετέβαλε και τη φύση της σχέσης που συνδέει τους ιατρούς της κατηγορίας αυτής με το ΙΚΑ (ΑΕΔ 5/2000, Ολ.ΑΠ 21/2007, 22/2007).
Επομένως οι συμβάσεις των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1972 εξακολουθούν να είναι ειδικές συμβάσεις εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993 και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Μετά την παραπάνω (5/2000) απόφαση του ΑΕΔ ψηφίστηκε και δημοσιεύθηκε ο Ν. 3232 της 12/2/2004, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδ.
γ' όρισε ότι, "Η αληθής έννοια του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972 (ΦΕΚ 123 Α') που προβλέπει ειδικές συμβάσεις ιατρών και οδοντιάτρων του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., είναι ότι οι συμβάσεις αυτές είναι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου". Όμως, η διάταξη αυτή, ενόψει του ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972, που φέρεται ότι ερμηνεύεται, είναι σαφής, καθόσον αφορά τη φύση της σχέσης που συνδέει με ειδικές συμβάσεις τους θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων με το ΙΚΑ, αφού προβλέπει ρητά ότι οι ειδικές συμβάσεις δεν συνιστούν σχέσεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, αλλά πρόκειται για ψευδοερμηνευτική διάταξη, η οποία για την αιτία αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 77 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζει ότι, "Η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία.
Νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευση του" (Ολ.ΑΠ 21/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, επί αγωγής, των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος, στην οποία οι πρώτοι εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 20/3/1992 μέχρι 17/10 2002, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972 και 18 του Ν. 2150/1993, με τις εις αυτή ειδικότητες ιατρών και με την οποία ζητούσαν, α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο από της αρχικής προσλήψεως τους έως την άσκηση της αγωγής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί με βάση τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στη θέση, την ειδικότητα, τις αποδοχές και λοιπές απολαβές που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτή την υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, η οποία έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονται από της προσλήψεως τους με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το Εφετείο, επί εφέσεως του εναγομένου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι είναι γιατροί συνήψαν, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.Δ. 1204/1972, με τους Διευθυντές των Υποκαταστημάτων του ΙΚΑ διαφόρων περιοχών της Αττικής και άλλων πόλεων της Ελλάδος, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Διοικητή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος έγγραφες ειδικές συμβάσεις αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχουν ιατρική περίθαλψη στους ασθενείς ασφαλισμένους του ΙΚΑ, της ειδικότητας του ο καθένας, κατά τις αναφερόμενες στη σύμβαση ώρες στα ιατρεία των Υγειονομικών Μονάδων ΙΚΑ και με τις αναφερόμενες στις συμβάσεις μηνιαίες αμοιβές .ανεξαρτήτως του αριθμού των περιστατικών.
Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες παρέχουν τις ιατρικές φροντίδες της ειδικότητας τους, στους ασφαλισμένους ασθενείς του Ιδρύματος, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του Ιδρύματος. Το τελευταίο μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993, εξομοίωσε τους ενάγοντες που υπηρετούσαν με ειδικές συμβάσεις μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές γιατρούς του Ιδρύματος και υπολόγισε για τη μισθολογική εξέλιξη τους το χρόνο υπηρεσίας τους στο ΙΚΑ και τους ενέταξε αναλόγως της υπηρεσίας τους αυτής σε μισθολογικά κλιμάκια.
Οι ενάγοντες παρέχουν τις υπηρεσίες τους με τις αναφερόμενες ειδικότητες στους ασφαλισμένους ασθενείς του Ιδρύματος, στα αναφερόμενα καταστήματα του ΙΚΑ, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του, μετά δε την ισχύ του νόμου 2150/1993 (16/6/1993) λαμβάνουν τις αποδοχές και έχουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μόνιμων γιατρών του Ιδρύματος (ωράριο, συνθήκες εργασίας).
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι οι συμβάσεις αυτές για τις οποίες δεν συντρέχουν οι εξαιρέσεις των παραγράφων 3α και β' και 4 παρ. β' του Ν. 2150/1993, για τις οποίες το εργασιακό καθεστώς ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 5 και 10 του Ν.Δ. 12047/1972, έχουν το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 16/6/1993, ήτοι από της ισχύος του νόμου 2150/1993 (χρονολογία που αφορά τους προσληφθέντες προ αυτής 1ο, 8η, 9η, 13ο, 16η, 18ο, 22ο, 25ο, 27ο, 29ο, 31η, 34ο, 36ο, 38ο, 42η, 43η και 49η από τους ενάγοντες).
Ότι οι συμβάσεις των ανωτέρω για τον προ της ισχύος του νόμου αυτού χρονικό διάστημα διέπονται από το Ν.Δ. 1204/1972, οι διατάξεις του οποίου δεν αντίκεινται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στην αρχή της μη διάκρισης των εργαζομένων που καθιερώθηκε με την Οδηγία 199970/28/6/1999 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο άρθρο 288 Α.Κ.
και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ. Ότι το εναγόμενο και μετά την ισχύ του Ν. 3232/2004, εξακολουθεί να αρνείται το γεγονός ότι οι συμβάσεις που αφορούν τους ανωτέρω ενάγοντες, οι οποίοι προσλήφθηκαν προ της ισχύος του Ν. 2150/1993, έχουν το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 16/6/1993 και των υπολοίπων εναγόντων από την πρόσληψη τους (που έγινε μετά την ισχύ του νόμου 2150/1993) και αρνείται να τους αναγνωρίσει τα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες (1ο, 8η κ.λ.π.)οι οποίοι προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον πριν από την ισχύ του Ν. 2150/1993, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι αυτοί συνδέονται με το αναιρεσείον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 16/6/1993, ενώ για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, οι οποίοι προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον μετά την 16/6/1993 απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν.Δ. 1204/1972 και 18 παρ. 1 του Ν. 2150/1993, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ/τος 1204/1972, οι ειδικές συμβάσεις που συνήψαν όλοι οι αναιρεσίβλητοι με το αναιρεσείον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αποτελούν, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 5 του ίδιου ν.δ/τος, σχέση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σχέση διεπόμενη αποκλειστικά από τις διατάξεις του νομοθετικού αυτού διατάγματος και η συνδέουσα τους αναιρεσίβλητους με το αναιρεσείον έννομη σχέση, δεν μεταβλήθηκε σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993, καθώς επίσης δεν μεταβλήθηκε η φυσητής συνδέουσας τους αναιρεσίβλητους σχέσης σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τη μισθολογική εξομοίωση τους με τους μόνιμους ιατρούς του αναιρεσείοντος, μέχρι την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 1 εδ.
γ' του Ν. 3232/2004. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι επέσπευσαν νόμιμα τη συζήτηση και παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς αυτούς για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους 1ο, 2η, 3η, 4ο, 5ο, 6ο, 8η, 10ο, 11ο, 12η, 13ο, 14η, 15ο, 16η, 17η, 18ο, 19ο, 21ο, 22ο, 23η, 25ο, 26ο, 29ο, 30ο, 21η, 32ο, 33η, 34ο, 35ο, 36ο, 37η, 38ο, 39ο, 40ο, 41η, 42η, 44η, 45ο, 46ο, 47ο, 48η, 49ο, 50η, και 51ο των αναιρεσιβλήτων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους 7ο, 9η, 20ο, 24η, 27ο, 28ο και 43η των αναιρεσιβλήτων.
Δικάζει την αίτηση αναιρέσεως ως προς τους 44 αναιρεσιβλήτους που αναφέρονται στην πρώτη διάταξη.
Αναιρεί την 3596/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους που αναφέρονται στην προηγούμενη διάταξη.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους αυτούς στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ