Legislator Case Law & Legislation
7/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of rent claim due to employer's fault in delivery failure.

Case Number 7/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Patras Court of Appeal's decision dismissing the plaintiffs' rent claim. The lower court had accepted the defendant's argument that the failure to deliver the leased premises was an unavoidable event, thereby absolving her of liability. The Supreme Court ruled that the employees' occupation of the store constituted the defendant's own fault, not a fortuitous event, and thus the lower court erred in applying the law regarding liability exemption.

Legislator headnote

AI generated

Art. 336, 330, 335, 334 of the Civil Code; A debtor is exempt from liability only if the inability to perform stems from a fortuitous event for which they are not at fault, whereas acts of their employees or agents attributable to them constitute their own fault and do not trigger exemption.

Keywords

AI generated
Civil Code liability exemption Fortuitous event definition Employer vicarious liability Lease contract delivery failure Supreme Court appeal review

Cited Legislation

AI generated
Art. 336 of the Civil Code
Art. 330 of the Civil Code
Art. 335 of the Civil Code
Art. 334 of the Civil Code
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 7 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 7/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., ατομικά και με την ιδιότητα της εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της, τετάρτου αρχικώς εκκαλούντος ..., 5) ..., 6) ..., 7) ... 8) ..., 9) ..., 10) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μανούσο Μανουσέλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ALIMENTA TOP ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σωτηρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 532/2006 μη οριστική και 1337/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/7/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 22/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή αμφοτέρων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως (του πρώτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), όπως συμπληρώνονται από την εισηγήτρια. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ "ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Οφείλει όμως αμέσως μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, δηλαδή ούτε την παροχή οφείλει ούτε αποζημίωση και επομένως επέρχεται απόσβεση της ενοχής, αν η αδυναμία του να εκπληρώσει την παροχή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.

Από το συνδυασμό δε της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 330, 335 και 334 ΑΚ, συνάγεται ότι η αδυναμία εκπληρώσεως της παροχής είναι ανυπαίτιος, όταν αυτή οφείλεται σε τυχαίο γεγονός, τέτοιο δε συνιστά κάθε περιστατικό, το οποίο δεν προέρχεται από δόλο ή αμέλεια του ιδίου του οφειλέτου ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται ήτοι του νομίμου αντιπροσώπου του ή του βοηθού εκπληρώσεως της παροχής, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται και ο προστηθείς, εφόσον το πταίσμα των τελευταίων αποτελεί και δικό του πταίσμα.

Για την ευθύνη δε του οφειλέτου, λόγω πταίσματος του βοηθού εκπληρώσεως, με το οποίο παραβιάζεται ενοχική υποχρέωση του ιδίου, απαιτείται αλλά και αρκεί η δραστηριότητα του βοηθού να εντάσσεται στο χώρο δράσεως και κινδύνου του ιδίου, να επεκτείνεται δηλαδή η δράση του κυρίου της υποθέσεως με την χρησιμοποίηση του ενδιάμεσου προσώπου.

Η ευθύνη δε του οφειλέτου, στην περίπτωση αυτή, είναι αντικειμενική, διότι ο νομοθέτης έκρινε ότι ο οφειλέτης πρέπει να αναλάβει τον κίνδυνο, για τις πράξεις των προσώπων που χρησιμοποιεί στις δικές του υποθέσεις. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 601 του ΑΚ, ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.

Παρακράτηση του μισθίου θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο μισθωτής δεν αποδίδει αυτό μετά, την από οποιοδήποτε λόγο, λήξη της μισθώσεως. Απόδοση δε του μισθίου υπάρχει, όταν η κατοχή αυτού επιστρέφεται από τον μισθωτή στον εκμισθωτή. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς.

Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με τη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής που ή όταν δεν εφαρμόζεται ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.

Στην παρούσα περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "Με έγγραφη σύμβαση μίσθωσης έργου που καταρτίστηκε στο ...την 10-3-1992 μεταξύ της εκκαλούσας εταιρείας και των αδελφών ..., ... (πρώτου εφεσίβλητου- ενάγοντος) και του ήδη αποβιώσαντος τέταρτου ενάγοντος ..., που ενεργούσαν και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, αδελφών τους, ως συνιδιοκτήτες του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου τους, και συγκεκριμένα μίας τριώροφης οικοδομής, με εμβαδόν κάθε ορόφου 550 τ.μ.

περίπου, που βρίσκεται επί της συμβολής των οδών ... και Ε.Ο. ..., στη συνοικία "..." στο ..., εκμίσθωσαν αυτήν (οικοδομή) ως παντοπωλείο (Σούπερ Μάρκετ), στην εναγόμενη εταιρεία "ΑΛΙΜΕΝΤΑ ΤΟΠ", για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών και με μηνιαίο μίσθωμα 550.000 δρχ., ήτοι 1.614,09 Ευρ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως κατά ποσοστό 8%.

Η μίσθωση αυτή ως εμπορική παρατάθηκε αναγκαστικά με το Π.Δ. 34/1995 για χρονικό διάστημα 12 ετών. Στις 15-1-2003 οι ως άνω εκμισθωτές με την ιδιότητά τους και ως αντιπρόσωποι και για λογαριασμό των λοιπών συνιδιοκτητών του ως άνω μισθίου ακινήτου, συμφώνησαν με την εναγόμενη μισθώτρια εταιρεία, δια του νομίμου εκπροσώπου της, τη λύση με κοινή συναίνεση της ένδικης μίσθωσης την 31-1-2003 ενώ η μισθώτρια ανέλαβε την υποχρέωση, για όσο χρόνο παραμείνει στο μίσθιο, μετά τις 31-1-2003, προκειμένου να απομακρύνει τα εμπορεύματά της από το κατάστημα, να καταβάλλει στους εκμισθωτές ως αποζημίωση χρήσης ποσό ίσο με το μίσθωμα.

Ακολούθως οι υπάλληλοι της εναγομένης εταιρείας, με το διευθυντή του καταστήματός της ..., προέβησαν στις 31-1-2003 σε κατάληψη του μισθίου καταστήματος για την ικανοποίηση των επικαλούμενων αξιώσεών τους από την εργασιακή τους σύμβαση. Η εναγόμενη κατέθεσε εναντίον τους, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αγρινίου, με την οποία ζήτησε με την ιδιότητα του κατόχου, να της αποδοθεί από τους εργαζόμενους το μίσθιο κατάστημα, προκειμένου να το παραδώσει, όπως είχε συμβατική υποχρέωση στους εκμισθωτές της.

Η αίτησή της, όμως, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 18/2003 απόφαση ως άνω Δικαστηρίου, λόγω ελλείψεως ενεργητικής της νομιμοποιήσεως, αφού πλέον δεν είχε την ιδιότητα του μισθωτή και κατόχου του μισθίου, μετά τη λήξη, στις 31-1-2003 της ένδικης μισθώσεως, για να δικαιούται της προστασίας του νομέα. Οι εργασιακές αξιώσεις των υπαλλήλων της, εξ άλλου και κυρίως ως προς την επικαλούμενη από αυτούς ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεών τους, κρίθηκαν αβάσιμες με την υπ' αριθμ. 377/2005 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου η οποία δημοσιεύτηκε στις 25 Απριλίου 2005 και με την οποία εξαφανίστηκε η υπ' αριθ. 222/2003 πρωτόδικη και προσωρινά εκτελεστή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που είχε κρίνει βάσιμες τις αξιώσεις τους για ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής τους σύμβασης και για καταβολή μισθών υπερημερίας.

Η εναγόμενη δια του νομίμου εκπροσώπου της, ήδη, μετά την έκδοση στις 11-7-2003, της ως άνω υπ' αριθ. 222/2003 πρωτόδικης απόφασης, με το από 20-9-2004 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και των εκμισθωτών παρέδωσε τα κλειδιά του μισθίου ακινήτου στους τελευταίους, ενώ στις 23-9-2004 κατέβαλε σ' αυτούς και το προσωρινά εκτελεστό ποσό των 16.420 Ευρώ, από την επιδικασθείσα με την εκκαλουμένη απόφαση, σε βάρος της, αποζημίωση χρήσεως, συνολικού ποσού 49.898,42 Ευρώ (βλ.

από 23-9-2004 απόδειξη καταβολής). Με βάση τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη τελούσε σε ανυπαίτια αδυναμία παραδόσεως του ενδίκου μισθίου στους εκμισθωτές της, μέχρι την ως άνω ημερομηνία (23-9-2004) που οι εργαζόμενοι εξακολουθούσαν την κατάληψη του καταστήματος, αναμένοντας την ικανοποίηση των αιτημάτων τους και την έκδοση της ως άνω υπ' αριθ. 377/2005 τελεσίδικης απόφασης επί των σχετικών αιτήσεών τους.

Πρέπει συνεπώς, αφού γίνει δεκτή η σχετική ένσταση της εναγομένης, περί ανυπαίτιος αδυναμίας της να αποδώσει το μίσθιο ακίνητο, να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη ... " Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως που είχε ασκηθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητο, μετά εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την ένσταση της εναγομένης περί ανυπαιτίου αδυναμίας της προς παράδοση του μισθίου ακινήτου και απέρριψε την αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, περί καταβολής αποζημιώσεως, λόγω παρακρατήσεως του μισθίου ακινήτου από την εναγομένη, μετά την λήξη της μισθώσεως, για το εις αυτή χρονικό διάστημα.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και υπέπεσε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε πταίσμα των υπαλλήλων της εναγομένης και του διευθυντού του καταστήματος αυτής στο ..., που αποτελούσε το μίσθιο κατάστημα, με ενέργειές του που βρίσκονται σε αιτιώδη σχέση με την εκπλήρωση της παροχής της εναγομένης, ήτοι την απόδοση του μισθίου στους ενάγοντες μετά τη λήξη της μισθώσεως, ακολούθως έκρινε τις ενέργειες αυτές ως τυχαίο γεγονός για την εναγομένη, που επάγεται την απόσβεση της ενοχής και την απαλλαγή της από την αποζημίωση, ενώ το πταίσμα τούτων συνιστά και πταίσμα της ιδίας, για το οποίο ευθύνεται, αντικειμενικώς, έναντι των εναγόντων, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, όπως, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, συμπληρώνεται από την Εισηγήτρια Αρεοπαγίτη. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Αναιρουμένης δε της αποφάσεως, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο αυτής. Ακόμη, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1337/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών..

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ