Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding vague facts and procedural document review limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for damages. The appellant argued that his dismissal was abusive because he was superior to the ten new deputies in qualifications, but the First Instance Court rejected the suit due to a lack of specific details regarding the required qualifications. The Court held that the appeal was inadmissible because the First Instance judgment was based on the vagueness of the claim, which cannot be reviewed on appeal since the original judgment documents are not admissible evidence for substantive review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 A.K.; Art. 559 para. 1, 20 KPolD: The employer's right to determine employment terms is not abusive if exercised to fill a vacancy with a superior candidate; however, an appeal against a dismissal for vague facts is inadmissible because the original judgment documents are not admissible evidence for substantive review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 7 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 7/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βρανά.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1352/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 7487/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αντίδικοι με τις από 23-7-2003 και 22-9-2003 αιτήσεις αναιρέσεως. Εκδόθηκαν οι 1301/2004 και 1305/2004 αντίστοιχα αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες αναίρεσαν την 7487/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψαν την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 9494/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-5-2006 αίτησή του και τους από 1-10-2007 και 3-10-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 15-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρεώσεως του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Δηλαδή, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμεταλλεύσεως, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα απ’ αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτή κριτήρια. Το δικαίωμα του εργοδότη με το περιεχόμενο αυτό δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., να ασκείται καταχρηστικά.
Κατά την έννοια όμως της διατάξεως αυτής δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος.
Τούτο δε, διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα δικαιώματα του μισθωτού από την εργασία, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη, που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και τη διεύθυνση της επιχειρήσεως.
Για να είναι καταχρηστική στην περίπτωση αυτή η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.
Α.Π. 25/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 και 2 εδ. β’, γ’ και δ’ του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (ΓΚΠ/ΟΤΕ), όπως ισχύει ήδη, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. 1118/1-8-1969 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού βάσει της παρεχόμενης από το άρθρο 7 εδ. στ’ του Α.Ν. 301/1968 εξουσιοδοτήσεως, δημοσιεύθηκε στο υπ’ αριθ. 568/8-6-1969 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Β’), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (Ολ.
Α.Π. 14/1968, 4/1993), το προσωπικό εκτελεί κατ’ αρχήν υπηρεσιακό έργο αντίστοιχο του κλάδου ή της ειδικότητάς του. Στο προσωπικό των κλάδων Ι, ΙΙ και ΙΙΙ με βαθμό Α4 και άνω είναι δυνατή η ανάθεση της διευθύνσεως υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης κατά ένα βαθμό ανώτερης ή κατώτερης του κατεχόμενου βαθμού. Σε υπηρεσιακές λειτουργίες στάθμης υποδιευθύνσεως και άνω είναι δυνατή η ανάθεση καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου σε υπάλληλο ομοιόβαθμό του προϊσταμένου ή με βαθμό αμέσως κατώτερο αυτού.
Η ανάθεση στο προσωπικό ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας ή ορισμένου υπηρεσιακού έργου είναι ανεξάρτητη της γενικής ή στο βαθμό αρχαιότητας αυτού και αποφασίζεται μετά από εκτίμηση του υπηρεσιακού συμφέροντος από το συμβούλιο προσωπικού ή το διοικητικό συμβούλιο. Εξ αυτών παρέπεται ότι ο ΟΤΕ δικαιούται με τα αρμόδια όργανά του να αναθέτει στο ανώτατο προσωπικό του, μετά από εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, τη διεύθυνση ορισμένης υπηρεσιακής λειτουργίας, ανεξάρτητα από τη γενική ή στο βαθμό αρχαιότητα του συγκεκριμένου υπαλλήλου, εφόσον κρίνει ότι ο υπάλληλος αυτός είναι ικανότερος και καταλληλότερος από τους άλλους συναδέλφους του, που έχουν τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Απ’ όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα συνάγεται με σαφήνεια ότι επί αγωγής υπαλλήλου του ΟΤΕ, με την οποία ζητείται η καταβολή αποζημιώσως από την επίκληση καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη ως προς την παράλειψη της τοποθετήσεώς του σε θέση ευθύνης αντίστοιχη προς τον κατεχόμενο απ’ αυτόν βαθμό με επακόλουθο το ζημία του κατά το διαφυγόν κέρδος, το οποίο προσδοκούσε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τοποθετούμενος στην ανάλογη προς το βαθμό, τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του θέση, δεν αρκεί για το ορισμένο αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ, η επίκληση μόνο ότι ο υπάλληλος αυτός υπερτερεί καταφανώς από απόψεως βαθμού, πείρας και γενικώς των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων έναντι των κατονομαζομένων συναδέλφων του, οι οποίοι τοποθετήθηκαν σε τέτοια θέση κατά παράλειψη ή αντικατάσταση αυτού, αλλά πρέπει να εκτίθενται στο οικείο δικόγραφο τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και των συγκρινομένων συναδέλφων του, καθώς και οι συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις, ώστε, σε συνδυασμό με την αναφορά των ιδίων αυτού εξειδικευμένων προσόντων, να μπορεί να κριθεί αν ήταν καταφανώς ικανότερος και ο πλέον κατάλληλος να του ανατεθούν τέτοια καθήκοντα, καθώς επίσης και η τήρηση της προβλεπόμενης από την ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο ΕΣΣΕ διαδικασίας επιλογής για την τοποθέτηση στη συγκεκριμένη θέση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με την ένδικη από 24-7-1997 αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι το έτος 1963 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και κατατάχθηκε στον κλάδο των τηλεπικοινωνιακών μηχανικών.
Ότι από 1-1-1991 είχε προαχθεί στο βαθμό του Διευθυντή και ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας ....... μέχρι τις 29-12-1993, οπότε τοποθετήθηκε ως στέλεχος στο Γενικό Διευθυντή της αναιρεσίβλητης με έδρα τη ...., με αποτέλεσμα να τεθεί εκτός οργανικής θέσεως, γεγονός το οποίο συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του.
Ότι η απασχόλησή του έκτοτε ως στελέχους αποστέρησε απ’ αυτόν τη δυνατότητα να προσφέρει υπηρεσιακό έργο ανάλογο με το βαθμό και τα προσόντα του, με συνέπεια την αδρανοποίηση και τον υποβιβασμό του. Ότι η αναιρεσίβλητη, ενώ ήταν άριστος υπάλληλος με τα αναφερόμενα προσόντα και τις αναφερόμενες υπηρεσιακές δραστηριότητες, τοποθέτησε από 7-1-1994 στην ως άνω θέση του, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματός της, τον Ζ1, καθώς επίσης τοποθέτησε παράλληλα σε οργανικές θέσεις Προϊσταμένων διαφόρων Διευθύνσεων τους κατονομαζόμενους δέκα Υποδιευθυντές, έναντι των οποίων υπερτερούσε ο ίδιος καταφανώς από απόψεως βαθμού, πείρας και γενικώς των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων.
Ότι η τοποθέτησή του εκτός οργανικής θέσεως Διευθυντή ήταν παράνομη και καταχρηστική, διότι δεν αποσκοπούσε στην κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ούτε έγινε προς όφελος των συμφερόντων της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια να στερηθεί κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.1994 έως 30-6-1997 τα έξοδα κινήσεως και παραστάσεως θέσεως Διευθυντή και να προσβληθεί η προσωπικότητά του με τη μείωση της υπηρεσιακής και επαγγελματικής του αξίας.
Ζήτησε δε, κατόπιν του προεκτιθεμένου ιστορικού, να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να καταβάλει σ’ αυτόν, ως αποζημίωση, το ποσό των 7.926.510 δρχ. και, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 2.000.000 δρχ. Ακολούθως, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο αυτής τα ουσιαστικά προσόντα του Υποδιευθυντή Ζ1, που τοποθετήθηκε στην κατεχόμενη από τον αναιρεσείοντα θέση, ούτε προσδιορίζονται τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα των αναφερομένων δέκα Υποδιευθυντών, που τοποθετήθηκαν σε θέσεις Διευθυντών, ώστε να είναι δυνατό, μετά από αντιπαραβολή με τα αντίστοιχα προσόντα του αναιρεσείοντος, να ελεγχθεί αν οι τοποθετηθέντες ως άνω συνάδελφοί του ήταν καταφανώς υποδεέστεροι απ’ αυτόν, ούτε προσδιορίζεται αν συνέτρεχαν άλλες συγκεκριμένες περιστάσεις (κακοπιστία εργοδότη, εμπάθεια ή εχθρότητα κλπ), οι οποίες, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του αναιρεσείοντος, καθιστούν καταχρηστική τη μη ανάθεση σ’ αυτόν των καθηκόντων του Προϊσταμένου της Τηλεπικοινωνιακής Περιφέρειας ....
και συνακόλουθα, αν θεμελιώνεται αιτιωδώς το αξιούμενο δικαίωμα αποζημιώσεώς του. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο το απαράδεκτο της αγωγής, λόγω της προαναφερόμενης αοριστίας της. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 14 και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται περί ποσοτικής αοριστίας, ήτοι περί ελλείψεως της εξειδικεύσεως με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ. 1573/1981), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, ο λόγος της αναιρέσεως, που περιέχεται στο από 1-10-2007 δικόγραφο του προσθέτου λόγου αυτής, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με το οικείο από 3-10-2007 δικόγραφο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η ένδικη αγωγή και η πρωτόδικη απόφαση, ως διαδικαστικό έγγραφο της παρούσας δίκης, δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα και συνεπώς, τυχόν σφαλερή αντίληψη του περιεχομένου αυτών δεν ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ.
Για τους λόγους αυτούς
- ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31-5-2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ’ αριθ. 9494/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ