Legislator Case Law & Legislation
79/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment due to lack of proper service and vague grounds.

Case Number 79/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Technical University's appeal against a lower court judgment involving multiple individuals. The university argued procedural errors, but the court found the appeal inadmissible because the absent defendants were not properly summoned and the appeal's grounds were too vague to review. Consequently, the appeal was rejected, and the university was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 3 of Article 46 of Law 4305/2014: An appeal is inadmissible if the opposing party was not lawfully and in advance summoned, or if the grounds of appeal are so vague that the substantive facts cannot be examined.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of proper service vague grounds of appeal substantive facts review legal costs award procedural defect appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Article 46 of Law 4305/2014
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 of Law 3693/1957
Article 5 of the Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992
Article 17 of Law 3086/2002

Cited Case Law

AI generated
Case 1387/2019
Case 1065/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 79 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 79/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρύτανή του, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Επιστήμη - Μαρία Μουστακάτου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Π., 2) Γ. Σ., 3) Α. Π., 4) Δ. Τ., 5) Δ. Μ., 6) Ε. Μ., 7) Α. Λ., 8) Β. Γ., 9) Λ. - Α. Τ., 10) Π. Τ., 11) Η. Σ., 12) Γ. Π., 13) Ι. Π., 14) Σ. Π., 15) Κ. Π., 16) Ε. Π., 17) Ι. Ρ., 18) Σ. Ρ., 19) Α. Π., 20) Γ. Π., 21) Δ. Τ., 22) Ε. Τ., 23) Μ. Ξ., 24) Μ. Χ., 25) Ο. Σ., 26) Μ. Κ., 27) Θ. Κ., 28) Μ. Μ., 29) Ε. Ν., 30) Σ. Ν. και 31)Ε. Ν., απάντων κατοίκων Αθηνών. Οι 3η, 4ος, 6ος, 8η, 9η, 11ος, 13ος, 16ος, 17η, 18η, 22η, 23η και 28η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις και οι 1ος, 2ος, 5ος, 7η, 10ος, 12ος, 14ος, 15η, 19ος, 20η, 21η, 24η, 25η, 26η, 27ος, 29η, 30η και 31η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 819/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5270/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με την από 28/9/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα ανέγνωσε την από 22/4/2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτου Πελαγία Ακάσογλου, η οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζήτησης διαδίκου, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στη συζήτηση παρά την απουσία αυτού (ΑΠ 1387/2019).

Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Περαιτέρω, με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α 237/31.10.2014), μετά το άρθρο 6 του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου" προστέθηκε άρθρο 6Α στις παραγράφους 1 και 2 του οποίου ορίζονται τα εξής: "1.

Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητο τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνση τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις. 2. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 εφαρμόζονται ανάλογα και για επιδόσεις που διενεργούνται, κατ' εφαρμογή κείμενων διατάξεων, από τη Γραμματεία οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή τις Δικαστικές και Εισαγγελικές Αρχές.".

Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση που εκπροσωπήθηκε αυτός από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 405/2016).

Εξάλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 83 του Ν 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) με τίτλο "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι: "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή να είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής (ΑΠ 1121/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από τη με αριθμό 6447Γ/12.3.2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ζ. Α., που προσκομίζεται με επίκληση από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο - ΕΜΠ", προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 28 Σεπτεμβρίου 2010 (και με αριθμό κατάθεσης 154/2010), αίτησης αναίρεσης με την πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ορισμού δικασίμου την 12.5.2020 και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτή, έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως, κατά τα άρθρα 122, 128 παρ. 4, 498, 499 και 568 του ΚΠολΔ και το προεκτεθέν άρθρο 6 Α παρ. 1 του διατάγματος της 26 Ιουνίου -10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του ν. 4305/31.10.2014, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στη Δικηγόρο Ευαγγελία Χαραλάμπους, η οποία είχε εκπροσωπήσει όλους τους αναιρεσίβλητους κατά τη συζήτηση στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου δικάσθηκε σε πρώτο βαθμό η ένδικη υπόθεση (βλ.

τη με αριθμό 819/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών), έχει υπογράψει και καταθέσει στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το δικόγραφο της από 10.7.2008 έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η οποία δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κατά διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης, αλλά αντίθετα είναι αυτή που έδωσε την παραγγελία για λογαριασμό όλων των αναιρεσιβλήτων προς επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείον (βλ.

σχετική παραγγελία παρά πόδας του επιδοθέντος στο αναιρεσείον αντιγράφου της με αριθμό 5270/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών -δικάζοντος ως Εφετείου). Κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12.5.2020 η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 [ΚΥΑ 26804/2020] και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως να συζητηθεί για τη δικάσιμο της 23.3.2021 με την από 9.6.2020 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020).

Κατά τη δικάσιμο της 23.3.2021 η συζήτηση της υπόθεσης και πάλι ματαιώθηκε για την ίδια αιτία που προαναφέρθηκε (ΚΥΑ 17698/2021) και, κατ' εφαρμογή του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως από την Πρόεδρο του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η εκδίκαση της υπόθεσης να γίνει στην αναγραφόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (δηλαδή την 26.10.2021).

Κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στην τελευταία δικάσιμο (δηλαδή την 26.10.2021), οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι εξής αναιρεσίβλητοι: ο 1ος Π. Π., ο 2ος Γ. Σ., ο 5ος Δ. Μ., η 7η Α. Λ., ο 10ος Π. Τ., ο 12ος Γ. Π., ο 14ος Σ. Π., η 15η Κ.

Π., 19ος Α. Π., η 20η Γ. Π., η 21η Δ. Τ., η 24 Μ. Χ., η 25η Ο. Σ., η 26η Μ. Κ., ο 27ος Θ. Κ., η 29η Ε. Ν., η 30η Σ. Ν. και η 31η Ε. Ν., ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (δηλαδή, οι 3η, Α. Π., 4ος Δ. Τ., 6ος Ε. Μ., 8η Β. Γ., 9η Λ.-Α. Τ., 11ος Η. Σ., 13ος Ι. Π., 16ος Ε. Π., 17η Ι. Ρ., 18η Σ. Ρ., 22η Ε. Τ., 23η Μ. Ξ., και 28η Μ. Μ.) δια της ως άνω πληρεξουσίας Δικηγόρου τους Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Επομένως σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ εδαφ α και γ του ΚΠολΔ, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των 1ου, 2ου, 5ου, 7ης, 10ου , 12ου, 14ου, 15ης, 19ου, 20ης, 21ης, 24ης, 25ης, 26ης, 27ου, 29ης, 30ης, και 31ης αναιρεσίβλητων, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, η με επιμέλεια της Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο της δικασίμου 26.10.2021 ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι προαναφερθέντες απολειπόμενοι διάδικοι είχαν νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί με επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12.5.2020.

Με την κρινόμενη από 28 Σεπτεμβρίου 2010 και με αριθμό κατάθεσης 154/2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 5270/18.8.2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 10.07.2008 (και με αριθμό κατάθεσης 1530/11.07.2008) έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 819/9.7.2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών απέρριψε την από 27.12.2007 (και με αριθμό κατάθεσης 3037/28.12.2007) αγωγή των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου- εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 5270/18.8.2010, απόφασή του δέχθηκε τυπικά και α) απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση κατά της εν λόγω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος με το οποίο είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κύρια βάση της ως άνω αγωγής περί επιδίκασης των αιτουμένων εκεί επί μέρους χρηματικών ποσών για το διάστημα από 1.1.2004 μέχρι 31.12.2007, ως επίδομα πληροφορικής που προβλέπεται από τα άρθρα 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και β) δέχθηκε κατ' ουσία την πιο πάνω έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος κατά το οποίο είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της αγωγής.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό, δίκασε την αγωγή κατά την πιο πάνω επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση και, κατά παραδοχή αυτής ως βάσιμης κατ' ουσία, επιδίκασε: α) στους ενάγοντες - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα εκεί αναγραφόμενα χρηματικά ποσά που αντιστοιχούν στο επίδομα πληροφορικής και για την χρονική περίοδο από 1.1.2005 έως 31.12.2007, ως ωφέλεια του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., το οποίο ωφελήθηκε από την παροχή εργασίας της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή εκ μέρους αυτών, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ενώ απέρριψε την αγωγή για το προηγούμενο από 1.1.

έως 31.12.2004 χρονικό διάστημα λόγω συμπλήρωσης του χρόνου της διετούς παραγραφής. Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλομένης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού η επίδοση αυτής έλαβε χώρα στις 16.9.2010 (βλ. σχετική επισημείωση επί του αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Ζ.) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 4.10.2010 (άρθρα. 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να θεωρηθεί παραδεκτή και ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι κατά λέξη ταυτόσημος με εκείνον του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (για τις λοιπές αποφάσεις), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου, λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης (ή αναληθούς) προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα περιστατικά, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του μοναδικού από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται του αιτουμένου επιδόματος πληροφορικής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003 και κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας και να επιδικάσει στη συνέχεια σε αυτούς για την αιτία αυτή ως επίδομα πληροφορικής για τη χρονική περίοδο από 1.1.2005 έως 31.12.2007 το ποσό των 2.799 ευρώ στον καθένα, πλην: 1) της 3ης των αναιρεσίβλητων στην οποία επιδίκασε το ποσό των 312 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 28.09.2007 έως 31.12..2007, 2) του 10ου των αναιρεσιβλήτων, στον οποίο επιδίκασε το ποσό των 2.244 ευρώ για τις χρονικές περιόδους από 1.1.2005 έως 30.9.2006 και από 10.5.2007 έως 31.12.2007 και 3) του 27ου των αναιρεσιβλήτων, στον οποίο επιδίκασε το ποσό των 690 ευρώ για τη χρονική περίοδο από 8.5.2007 έως 31.12.2007, με το νόμιμο τόκο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997, 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003 και 7 του Π.Δ/τος 76/1998, οι οποίες αποκλείουν από τη χορήγηση του πιο πάνω επιδόματος τους μισθωτούς που δεν έχουν τα τυπικά προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ/μα 194/1988, δεν έχουν τοποθετηθεί σε οργανικές θέσεις χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλης συναφούς ειδικότητας και δεν απασχολούνται με τον χειρισμό αυτό, αλλά απλά, λόγω της γενικευμένης χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, κάνουν χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή κατά τη διάρκεια της εργασίας τους για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση αυτής, χωρίς η διαφορετική αυτή μεταχείριση να αντίκειται στην αρχή της ισότητας που απορρέει από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη στην επιδίκαση των πιο πάνω χρηματικών ποσών με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά παραδοχή της επικουρικής βάσης της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσία, περί της οποίας ουδεμία αιτίαση διαλαμβάνεται στο πρώτο και στο δεύτερο σκέλος του ως άνω αναιρετικού λόγου.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δηλαδή, επικυρώνοντας κατά τούτο την απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά την κύρια αυτής βάση, δέχθηκε και αυτό ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση επιδίκασης στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους των πιο πάνω ποσών, ως επίδομα πληροφορικής, που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ. 11 του Ν. 2470/1997 και από το άρθρο 8 παρ. 8 του Ν. 3205/2003 κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας δεν έχει έρεισμα στο νόμο, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι: "Κατά συνέπεια, η ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι ενάγοντες και οι ειδικευμένοι με τίτλους σπουδών υπάλληλοι των προαναφερόμενων άρθρων, δικαιολογεί, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις, τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος μόνον στους τελευταίους και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας" (6° φύλλο οπίσθια σελίδα της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης).

Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τα όσα διαλαμβάνονται ως αναιρετική πλημμέλεια στα οικεία Ι και

ΙΙ τμήματα του μοναδικού αναιρετικού λόγου, αλλά το ακριβώς αντίθετο, τα ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ τμήματα αυτού στηρίζονται επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋπόθεσης και ως εκ τούτου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ 2, 566 παρ 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος κα άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα και να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, ΟλομΑΠ 28/1998, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 644/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθότι:

α) οι αναιρεσίβλητοι, συνδεόμενοι με αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατέχουν την ειδικότητα για την οποία προσλήφθηκαν διαθέτοντας τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και ασκούν τα αντίστοιχα με την ειδικότητα και τη θέση τους καθήκοντα και αρμοδιότητες, ενώ δεν έχουν ανατεθεί σε αυτούς αρμοδιότητες πρόσθετες ή διάφορες αυτής της θέσης την οποία καλύπτουν, αλλά, λόγω της γενικευμένης χρήσης των ηλεκτρονικών υπολογιστών τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πιθανόν, κατά την άσκηση των άσχετων με χειρισμό ηλεκτρονικού υπολογιστή, προγραμματισμό, μηχανογράφηση κλπ καθηκόντων τους, να κάνουν απλή χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, με τον οποίο τους έχει προμηθεύσει η Υπηρεσία για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εκτέλεση της εργασίας τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποκαθιστούν τους εργαζόμενους στη Διεύθυνση Πληροφορικής συναδέλφους τους, οι οποίοι έχουν αποκλειστική εργασία το χειρισμό ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατέχουν τα νόμιμα τυπικά προσόντα, έχουν τις ειδικότητες που ορίζει ο νόμος, αντικείμενο της εργασίας τους είναι ο χειρισμός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο προγραμματισμός, η μηχανογράφηση κλπ, και καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες του αναιρεσείοντος και β) από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον ανέθεσε στους αναιρεσίβλητους αρμοδιότητες ή καθήκοντα πρόσθετα ή "αλλότρια" εκείνων που ασκούν λόγω της θέσης που καλύπτουν.

Με το περιεχόμενο αυτό το τρίτο σκέλους του μόνου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστο, όπως ορθώς επισημαίνουν οι αναιρεσίβλητοι με τις κατατεθείσες προτάσεις τους, διότι σε αυτό εκτίθενται μόνο τα κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος υπαγωγικά σφάλματα και δεν παρατίθενται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της από 27.12.2007 αγωγής των αναιρεσιβλήτων από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Κατά συνέπεια, το τρίτο (και τελευταίο) σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει το αναιρεσείον, ως ηττώμενος διάδικος, να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτών, μειωμένων, ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 3086/2002) [ΑΠ 1065/2019].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28 Σεπτεμβρίου 2010 και με αριθμό κατάθεσης 154/2010 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5270/18.8.2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάζοντος ως εφετείου).

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ