Legislator Case Law & Legislation
79/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting lawyer's argument that providing legal advice to a client's employer constitutes practicing law.

Case Number 79/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a lawyer against a labor court decision, ruling that her provision of legal advice to her client's employer did not constitute the unauthorized practice of law. The court found the lower court's reasoning regarding the nature of these services was internally consistent and not contradictory. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 63(4)(a) of the Lawyers Code; Art. 1 and Art. 39(1) of the Lawyers Code: Providing legal advice or opinions to a client's employer or participating in legislative committees does not constitute the exercise of the legal profession if the advice is not aimed at protecting the client's interests in transactions with third parties.

Keywords

AI generated
unauthorized practice of law legal advice to employer lawyer's professional duties conflict of interest legal costs award appeal dismissal labor law proceedings

Cited Legislation

AI generated
Art. 63(4)(a) of the Lawyers Code (Law 3026/1954)
Art. 1 of the Lawyers Code
Art. 39(1) of the Lawyers Code
Art. 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 79 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 79/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Π. Ι., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπούρα, που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: σωματείου με την επωνυμία ... ..., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Δημόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται παραπάνω, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης διότι πρόκειται για ζήτημα μείζονος σημασίας για το δικηγορικό λειτούργημα και πρέπει να εξετασθεί από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Για το ζήτημα της αναβολής το λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αντιδίκου, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3339/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/8/2014 αίτησή της. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 25/8/2014, με αρ. εκθέσεως καταθέσεως 647/26-8-2014, αίτηση της Ε. συζ. Π. Ι. το γένος Γ.Μ. κατά του Σωματείου με την επωνυμία "... ..." περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 3339/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 4 στοιχ. α` του Κώδικα των δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), "κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τον δικηγόρον α) η επί παγία ετησία ή μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών υπηρεσειών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου". Εξάλλου, το μεν άρθρο 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος (δημόσιος λειτουργός, κατά το άρθρο 38), που διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, υπόκειται σε πειθαρχική εξουσία και ασκεί τα καθήκοντα του αφότου δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον δικαστηρίου και εγγραφεί στο μητρώο του δικηγορικού συλλόγου, το δε άρθρο 39 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 1366/1983, ορίζει ότι "έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε αρχής και επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, καθώς και των πειθαρχικών συμβουλίων, ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι` αυτό, καθώς και να παρέχει στον εντολέα του νομικές συμβουλές και γνωμοδοτήσεις.

Η άσκηση του έργου αυτού ανήκει αποκλειστικά στο δικηγόρο. Επίσης είναι αποκλειστικό έργο του δικηγόρου η νομική επιμέλεια φορολογικών, δασμολογικών και διοικητικών γενικά υποθέσεων, καθώς και η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας". Ειδικότερα έργα νομικού παραστάτη αναθέτουν αποκλειστικά στο δικηγόρο και οι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 του Κώδικα των δικηγόρων (έρευνα βιβλίων υποθηκών κλπ και παράσταση κατά τη σύνταξη ορισμένων συμβολαίων.).

Τέλος, κατά το άρθρο 166 του ανωτέρω κώδικα, "πάσα άλλη εργασία δικηγόρου εξώδικος, μη απαγορευμένη υπό του νόμου και δυναμένη να εκτελεσθή και παρ’ οιουδήποτε άλλου εντολοδόχου, αμείβεται κατά τας διατάξεις του κοινού δικαίου, εκτός εάν υπάρχει συμφωνία περί αμοιβής, εγγράφως αποδεικνυόμενη. Δια την πληρωμήν των τοιούτων αμοιβών δι` εξωδίκους ενεργείας, εφ’ όσον δεν είναι συναφείς προς την άσκησιν του επαγγέλματος του δικηγόρου, αποκλείεται η δια πίνακος εκκαθάρισις κλπ".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, εκτός αν υπάρχει διαφορετική έγγραφη συμφωνία, η πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 63 παρ. 4α` του Κώδικα των δικηγόρων και προσδιορίζεται κατά κατώτατο όριο, με παραπομπή στο μισθολόγιο των τακτικών δημόσιων υπαλλήλων, από το άρθρο 92 Α` του ίδιου Κώδικα (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1816/1988), οφείλεται στο δικηγόρο όχι για την εκτέλεση οποιαδήποτε, έστω και καθαρώς νομικής φύσεως εργασίας, αλλά μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για την διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνο όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που του αναθέτουν οι ως άνω δημοσίου δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 41, και 42 του Κώδικα των δικηγόρων (ολ ΑΠ 29/1995, ΑΠ 956/2003).

Εξ άλλου κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (oλ ΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 26/2015).

Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνον οι επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 1711/2014, 1680/2008, 493/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα είναι δικηγόρος εγγεγραμμένη στο μητρώο μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α), ειδικευμένη στο Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, σε εργασιακά θέματα και σε θέματα απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το εναγόμενο σωματείο με την επωνυμία "... ..." (εφεξής Ε.Σ.Ε.Ε) είναι το ανώτατο όργανο συνδικαλιστικής εκπροσώπησης των εμπόρων όλης της χώρας, με γενικό σκοπό την κατοχύρωση, διαφύλαξη και προαγωγή των κοινών επαγγελματικών, οικονομικών, πολιτιστικών και κοινωνικών συμφερόντων τους. Η αστική μη κερδοσκοπική εταιρία με την επωνυμία "... ..." και το διακριτικό τίτλο "...", Πρόεδρος του Δ.Σ.

του οποίου είναι πάντοτε ο Πρόεδρος του εναγόμενου, αποτελεί τη δομή εκπαίδευσης του Ε.Σ.Ε.Ε. με βασικό σκοπό την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων που απευθύνονται σε αυτοαπασχολούμενους, εργαζόμενους, άνεργους κ.α., που επιδιώκουν να εργαστούν στον εμπορικό τομέα, ενώ παράλληλα υλοποιεί και συμμετέχει σε ευρωπαϊκά επιχειρησιακά προγράμματα, συγχρηματοδοτούμενα από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ελληνικό Δημόσιο.

Στην Αθήνα, στις 27.8.1997 συνήφθη μεταξύ της ως άνω αστικής εταιρείας και της ενάγουσας δικηγόρου έγγραφη σύμβαση, που τιτλοφορείται "..." δυνάμει της οποίας η πρώτη ανάθεσε στην δεύτερη "την οργάνωση και επιστημονική στήριξη του έργου της ..., ιδίως σε θέματα εργασιακών σχέσεων, εκπαίδευσης, κατάρτισης και απασχόλησης, την εκπόνηση οργανογράμματος του ..., την εκπόνηση προγράμματος του ..., τον τεχνικό και νομικό συντονισμό σε θέματα εθνικών και κοινοτικών προγραμμάτων που ενδιαφέρουν το εμπόριο και αναλαμβάνονται από το ..., την ενδυνάμωση συνεργασιών και συμμετοχή και εκπροσώπηση σε εθνικά και διεθνή όργανα ενδιαφέροντος του ...

και της Ε.Σ.Ε.Ε.". Η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να ολοκληρώσει το πιο πάνω έργο σε έξι (6) μήνες, ήτοι από 1.9.1997 μέχρι 28.2.1998, σύμφωνα με την από 27.8.1997 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ...., ενώ η αμοιβή της συμφωνήθηκε για το σύνολο του εξαμήνου στο ποσό των 900.000 δραχμών, καταβλητέο σε έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 150.000 δραχμών έκαστη.

Στη συνέχεια, στον ίδιο τόπο, την 1.4.1998 μεταξύ των ιδίων πιο πάνω συμβαλλομένων καταρτίστηκε νέα έγγραφη σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας το .... ανέθεσε στην ενάγουσα "τη συμβουλευτική και τεχνική στήριξη του Προέδρου του .... για την ανάπτυξη συνεργασιών σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο, ιδίως σε θέματα απασχόλησης, επαγγελματικής κατάρτισης και εργασιακών σχέσεων, τη σύνδεση του ....

με την οργάνωση CEDEFOP (το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη και την Επαγγελματική Κατάρτιση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης) και άλλους διεθνείς οργανισμούς για την οργάνωση κοινών προγραμμάτων και δράσεων, την ανάπτυξη του οργανογράμματος .... και το σχεδιασμό δράσεων, βάσει του νέου καταστατικού, την ολοκλήρωση του εσωτερικού κανονισμού και κανονισμού προμηθειών του ....

και την εκπόνηση, την εκπροσώπηση σε εθνικά και διεθνή όργανα ενδιαφέροντος .... και την εκπόνηση σχετικού προγραμματισμού και εισηγήσεων, τη νομική και τεχνική υποστήριξη σε θέματα απασχόλησης και κατάρτισης, την παροχή συμβουλών για κοινωνικά θέματα, την εξεύρεση επιδοτούμενων προγραμμάτων από ελληνικούς και κοινοτικούς φορείς ενδιαφέροντος ....

και την ικανοποίηση αναγκών εμπορίου", αυτή (η ενάγουσα) δε ανέλαβε την υποχρέωση να ολοκληρώσει το παραπάνω έργο σε δώδεκα (12) μήνες, ήτοι από 1.4.1998 έως 1.4.1999, έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής 1.500.000 δραχμών, καταβλητέα σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 125.000 δραχμών μηνιαίως, ενώ οι τυχόν μετακινήσεις της ενάγουσας κατόπιν εντολής του Προέδρου, θα αποζημιώνονταν σύμφωνα με τα ισχύοντα για το προσωπικό του .... (όρος 4).

Ακολούθησε η σύναψη της από 31.3.1999 σύμβασης έργου, πανομοιότυπου περιεχομένου, διάρκειας από 1.4.1999 έως 31.3.2000 με την ίδια αμοιβή και όρους. Περαιτέρω, δυνάμει του από 19.2.2002 ιδιωτικού συμφωνητικού παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο του Δ.Σ του εναγόμενου, ενεργούντος μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του ως νομίμου εκπροσώπου αυτού, και της ενάγουσας, συμφωνήθηκε ότι "μεταξύ των συμβαλλόμενων συνάπτεται σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, στα πλαίσια της οποίας η δεύτερη συμβαλλόμενη, χωρίς να υπόκειται στις εντολές και οδηγίες της πρώτης συμβαλλόμενης ως προς τον χρόνο, τρόπο και τόπο παροχής των υπηρεσιών της, θα προσφέρει τις ανεξάρτητες υπηρεσίες της, παρέχοντας νομική και τεχνική στήριξη επί θεμάτων κοινωνικών υποθέσεων και ειδικότερα απασχόλησης, εργασιακών σχέσεων, επαγγελματικής κατάρτισης, στήριξης προγραμμάτων και των σχετικών θεμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε έως τις 18.2.2004, με δυνατότητα παράτασης κατόπιν κοινής συμφωνίας, η δε αμοιβή της σε 330.000 δραχμές, με τη λήψη της οποίας η ενάγουσα θα έπρεπε να εκδίδει το νόμιμο παραστατικό του ΚΒΣ (δελτίο παροχής υπηρεσιών). Ακολούθησε μεταξύ των αυτών ως άνω συμβαλλομένων η κατάρτιση των από 19.2.2002, 11.3.2004, 1.5.2006 και 1.5.2008 ιδιωτικών συμφωνητικών παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπογεγραμμένων από τον εκάστοτε Πρόεδρο του Δ.Σ του εναγόμενου, ως νόμιμο εκπρόσωπο αυτού, με πανομοιότυπο περιεχόμενο, διετούς διάρκειας το καθένα, ενώ η αμοιβή της ενάγουσας διαμορφώθηκε διαδοχικά σε 400.000 δραχμές (έως 18.2.2004), 1.174 ευρώ (έως 10.3.2006), 1.300 ευρώ (έως 30.4.2008), 1.800 ευρώ (έως 30.4.2009), 2.000 ευρώ (έως 30.4.2010) και από 1.5.2010 ανήλθε στο ποσό των 2.200 ευρώ μηνιαίως, για την οποία εξέδιδε το ανάλογο δελτίο παροχής υπηρεσιών.

Σε εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων η ενάγουσα παρείχε προς τον εκάστοτε Πρόεδρο του εναγόμενου νομικές συμβουλές επί σχεδίων νόμων που επεξεργάζονταν από το Υπουργείο Εργασίας αλλά και για διατάξεις νόμων που άπτονταν θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης, ασφάλειας στην εργασία, εργασιακών σχέσεων και συλλογικού εργατικού δικαίου ( όπως ο σχετικός νόμος για τη κατάρτιση των ειδικών επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας), εισηγούνταν προτάσεις για την άντληση και αξιοποίηση των πόρων από το επιχειρησιακό πρόγραμμα "...", παρείχε γνωμοδοτήσεις (ενημερωτικά σημειώματα) για ζητήματα που αφορούσαν εκτός από τα υπό ψήφιση νομοσχέδια, και την αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας διαφόρων δημοσίων και μη φορέων που εντάσσονται θεσμικά μέσα στο νομοθετικά διαμορφωμένο πλαίσιο του εργατικού και ασφαλιστικού δικαίου (ΟΜΕΔ.

ΛΑΕΚ, Επιθεώρηση Εργασίας, Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας, γνωστό ως Σ.Κ.Ε.Ε.Ε). Επίσης, παρείχε νομικές γνωμοδοτήσεις μέσω της ιστοσελίδας του εναγόμενου επί εργατικών, εργασιακών και κοινωνικών θεμάτων. Επιπροσθέτως, δηλαδή πέραν των ως άνω συμβατικών συμβουλευτικών της υποχρεώσεων, συμμετείχε σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ως εκπρόσωπος του εναγόμενου, ενημερώνοντας ταυτόχρονα με σημειώματα τον εκάστοτε Πρόεδρο του εναγόμενου για τις εργασίες της επιτροπής στις εκάστοτε συνεδριάσεις της, καθώς και τις προτάσεις που έπρεπε να καταθέσει ο Ε.Σ.Ε.Ε επί των σχεδίων νόμων με σχετικό με τα ανωτέρω αντικείμενα ενδιαφέρον.

Εκπροσωπούσε συνεχώς το εναγόμενο ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ο.Μ.Ε.Δ), που είναι το αρμόδιο για την επίλυση των συλλογικών διαφορών στις εργασιακές σχέσεις σε επίπεδο εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων. Στο Δ.Σ του Ο.Μ.Ε.Δ μετείχαν καθηγητές του εργατικού δικαίου, εκπρόσωποι των εργοδοτικών και εργατικών οργανώσεων, δημόσιοι υπάλληλοι και κρατικοί αξιωματούχοι εκπροσωπώντας την κυβέρνηση, οι οποίοι πολλές φορές καλούνταν να συνεργαστούν επί καθαρώς νομικών ζητημάτων, μέσω ομάδων εργασίας, για προτάσεις που αφορούσαν τον Ο.Μ.Ε.Δ και τους συλλογικούς φορείς όπως το εναγόμενο.

Επίσης, εκπροσωπούσε το εναγόμενο στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας και σε διάφορα άλλα όργανα. Μία φορά το χρόνο εκπροσωπούσε το εναγόμενο ως τεχνικός σύμβουλος, στη Διεθνή Συνδιάσκεψη του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας στη Γενεύη, που ανήκει στη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (Δ.Ο.Ε) όπου συζητούνται θέματα των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας (Δ.Σ.Ε), που αποτελούν τη βάση του Διεθνούς Εργατικού Δικαίου.

Στη Συνδιάσκεψη αυτή κάθε έτος παρίστατο η εθνική αντιπροσωπεία, τα μέλη της οποίας προτείνονταν από τους παραπάνω συλλογικούς φορείς κατόπιν προσκλήσεως που τους απεύθυνε το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το οποίο αφού ενέκρινε το διορισμό τους, τους ενέτασσε στην εθνική αντιπροσωπεία (μαζί με τους διορισμένους κρατικούς αξιωματούχους) με σχετική απόφαση του αρμόδιου Υπουργού.

Ενδεικτικά, η ενάγουσα προσέφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες της στις κάτωθι περιπτώσεις: Με το με αριθμό πρωτ. .../10.5.1999 έγγραφο του εναγόμενου προς το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων υποδείχθηκε από αυτό ως τακτική εκπρόσωπος του στο Τμήμα για την προώθηση της εφαρμογής των διεθνών κανόνων εργασίας του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας.

Με την με αριθμό πρωτ. .../19.12.2001 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με θέμα την ανασυγκρότηση της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, ορίστηκε, κατόπιν υποδείξεως του εναγόμενου ως τακτική εκπρόσωπος του στο Τμήμα για την προώθηση της εφαρμογής των διεθνών κανόνων εργασίας και ως αναπληρώτρια εκπρόσωπος του στο Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.Κ.Ε.Ε.Ε) και εκ νέου ορίστηκε ως τακτική εκπρόσωπος του εναγόμενου με την με αριθμό πρωτ. .../14.6.2006 απόφαση του ιδίου Υπουργού.

Με το με αριθμό πρωτ. .../23.5.2008 έγγραφο του εναγόμενου προς το Γενικό Γραμματέα Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, υποδείχθηκε από αυτό ως τακτική εκπρόσωπος του στο Τμήμα για τη προώθηση της εφαρμογής των διεθνών κανόνων εργασίας. Οι θητείες της στα ανωτέρω Τμήματα και Συμβούλιο του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας ήταν διετείς και συνεχώς ανανεούμενες.

Από το Τμήμα για τη προώθηση της εφαρμογής των διεθνών κανόνων εργασίας του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας προσκλήθηκε να συμμετάσχει στη συνεδρίαση της 15.4.2008 με θέμα ημερήσιας διάταξης "Καταγγελία της ...", "... ..." και "Εξέταση δυνατότητας κύρωσης των 171 και 176 Δ.Σ.Ε", καθώς και στις συνεδριάσεις της 15.5.2008 και 22.5.2008.

Από το Συμβούλιο Κοινωνικού Ελέγχου Επιθεώρησης Εργασίας του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας προσκλήθηκε να συμμετάσχει στις συνεδριάσεις: α) της 8.7.2009 με θέμα ημερήσιας διάταξης "Ενημέρωση για το Ν. 3762/2009 σχετικά με την αναδιοργάνωση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας", β) της 19.1.2011 με θέμα ημερήσιας διάταξης "Παρουσίαση Σχεδίου Νόμου για το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας", γ) της 17.5.2011 με θέματα ημερήσιας διάταξης: 1) γνώμη Σ.Κ.Ε.Ε.Ε.

επί της αιτιολογικής έκθεσης της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ...", 2) γνώμη Σ.Κ.Ε.Ε.Ε. επί της αιτιολογικής έκθεσης της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ...", 3) Πρότυπο Υπόδειγμα Αιτιολογικής Έκθεσης για "Ειδικές Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 3899/2010".

Με τη με αριθμό πρωτ. .../2.7.2003 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων με θέμα "Ορισμός μελών στην Εθνική Επιτροπή Απασχόλησης" ορίστηκε αναπληρώτρια του Προέδρου του εναγόμενου στην Επιτροπή αυτή, αναφερομένη ως σύμβουλος εργασιακών και κοινωνικών θεμάτων. Σκοπός της ως άνω Επιτροπής είναι η προώθηση του κοινωνικού διαλόγου για τη διαμόρφωση πολιτικών, που αποσκοπούν στην αύξηση της απασχόλησης και την αντιμετώπιση της ανεργίας, η γνωμοδότηση για τη διαμόρφωση, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την απασχόληση και γενικώς για τις πολιτικές σε εργασιακά θέματα και για θέματα Εργατικού Δικαίου.

Με το με αριθμό πρωτ. .../2.8.2010 έγγραφο του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης προς τη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία (Μ.Ε.Α) στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έγινε γνωστό ότι η ενάγουσα ορίστηκε μέλος του Υπουργείου στη Συμβουλευτική Επιτροπή για την ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων, ως εκπρόσωπος του εναγόμενου (οργάνωση εργοδοτών), κατόπιν υπόδειξης του τελευταίου, ως σύμβουλος εργασιακών και κοινωνικών θεμάτων.

Κατόπιν τούτου, με την από 21.10.2010 απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ενάγουσα διορίστηκε ως τακτικό μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων για το χρονικό διάστημα από 25.9.2010 έως 24.9.2012. Μετείχε στις συνεδριάσεις (αλλεπάλληλες, τουλάχιστον από Νοέμβριο 2009 έως και Μάιο 2010) της Νομοπαρασκευατικής Επιτροπής του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τη διαμόρφωση Σχεδίου Νόμου περί εργασιακών σχέσεων, υπό την προεδρία του Καθηγητή του Α.Π.Θ., Ιωάννη Κουκιάδη, ως εκπρόσωπος του εναγόμενου, αναφερόμενη στα πρακτικά ως "Δικηγόρος και Επιστημονικός Σύμβουλος της Ε.Σ.Ε.Ε.", ενώ εισηγείτο προς τον Πρόεδρο του εναγόμενου τις προτάσεις που έπρεπε να υποβληθούν από αυτό (εναγόμενο), όπως με το από 20.5.2010 έγγραφο της προς αυτόν περί των μηχανισμών ελέγχου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και των επιβαλλομένων κυρώσεων και περί της αδήλωτης εργασίας.

Επίσης, υπέβαλε σχετικά την από 25.1.2010 εισήγηση στο Προεδρείο του εναγόμενου με θέμα "Οι εργασιακές σχέσεις και κοινωνικός διάλογος". Ενδεικτικά πάντοτε και υπό την επιγραφόμενη κάτω από το ονοματεπώνυμο της ιδιότητα της, ως συμβούλου εργασιακών και κοινωνικών θεμάτων του εναγόμενου, με το από 17.2.2009 έγγραφο της προς τον Πρόεδρο τούτου, τον ενημέρωνε για το χρόνο εργασίας στο εμπόριο και τη διαθεσιμότητα των εργαζομένων.

Με εισήγησή της στο Προεδρείο του εναγόμενου στις 16.12.2009 με θέμα "Συζήτηση επί των επικείμενων διαπραγματεύσεων για την υπογραφή της νέας Ε.Σ.Ε.Ε.- Εργασιακά", υπέβαλε σχέδιο με : I) Προτάσεις Ε.Σ.Ε.Ε. για τις εργασιακές σχέσεις και την απασχόληση και II) Οι εργασιακές σχέσεις και κοινωνικός διάλογος και υποπεριπτώσεις:

α] προτάσεις για θεσμικές ρυθμίσεις, β] θέση της Ε.Σ.Ε.Ε. γ] μερικού χρόνου απασχόληση, δ] γραφεία ευρέσεως εργασίας και εταιρείες προώθησης της απασχόλησης, ε] διευθέτηση χρόνου εργασίας, στ] κατάτμηση της άδειας εργασίας και ζ] διαθεσιμότητα εργαζομένων. Με το από 9.6.2009 σχέδιο επιστολής προς τη Γενική Γραμματέα Ισότητας των Φύλων με θέμα "Υποβολή της 7ης Περιοδικής Έκθεσης της Ελλάδας προς την Επιτροπή του Ο.Η.Ε.

για την εξάλειψη των διακρίσεων κατά των γυναικών" και σε απάντηση του με αριθμό 721/3.6.2009 εγγράφου αυτής (Γενικής Γραμματέως Ισότητας των Φύλων) εξέθεσε στοιχεία και προτάσεις του εναγόμενου αναφερόμενα στα άρθρα 10, 11, 12 και 15 της Σύμβασης CEDAW ( πρόκειται για τη σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών που υπογράφτηκε μεταξύ της Ελλάδος και των Ηνωμένων Εθνών την 2.3.1982), καθώς και γενικές παρατηρήσεις.

Υπέβαλε προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του Προεδρείου του εναγόμενου το από 3.6.2009 εισηγητικό σημείωμα σχετικά με την απασχόληση και την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στο Εμπόριο, με σχετικές παρατηρήσεις για την απόφαση του Ο.Α.Ε.Δ. σχετικά με τα αποθεματικά του Λ.Α.Ε.Κ. (ειδικός λογαριασμός για την επαγγελματική εκπαίδευση εργαζομένων στις ιδιωτικές επιχειρήσεις).

Με το από 5.2.2009 ενημερωτικό σημείωμά της προς τον Πρόεδρο του εναγόμενου και ενόψει των οικονομικών εξελίξεων και των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης και στο εμπόριο, έθεσε υπόψη του σκέψεις και ουσιαστικά θεσμικές ρυθμίσεις για την διαφύλαξη των θέσεων εργασίας και τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων προς όφελος της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.

Στις 6.2.2009 ενημέρωσε τον Εμπορικό Σύλλογο … αναφορικά με τη μεταβίβαση επιχείρησης και τις συνέπειες για τις εργασιακές σχέσεις. Στο portal του Επιμελητηρίου Φθιώτιδας δημοσίευσε, στις 13.10.2009 άρθρο σχετικά με την εξαρτημένη εργασία και άλλες μορφές απασχόλησης. Στις 10.11.2010 υπέβαλε στον Πρόεδρο του εναγoμένου ενημερωτικό σημείωμα για τα εργασιακά, εν όψει της συνάντησής του στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης για τη συζήτηση της δυνατότητας υπογραφής επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων κάτω από τα όρια της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

Με το με αριθμό πρωτ. .../17.11.2010 έγγραφο του εναγόμενου προς τις Ομοσπονδίες-Μέλη του Ε.Σ.Ε.Ε., υπογραφόμενο από την ενάγουσα με εντολή του Προέδρου του εναγόμενου, εχώρησε ενημέρωση για το θέμα της διαθεσιμότητας των μισθωτών, όπως διαμορφώθηκε με το ν. 3846/2010 "Εγγυήσεις για εργασιακή ασφάλεια και άλλες διατάξεις".

Με το από 13.12.2010 έγγραφο της υπέβαλε παρατηρήσεις επί του Πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών "επείγοντα θέματα στήριξης της ελληνικής οικονομίας" σχετικές με τις ειδικές επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις, τις ελαστικές μορφές απασχόλησης και φορολογικά θέματα (συντελεστής ΦΠΑ στις εμπορικές επιχειρήσεις).

Επίσης έθεσε υπόψη του Προέδρου του εναγόμενου σημείωμα σχετικά με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις. Στις 10.5.2011 υπέβαλε στο Πρόεδρο και το Γενικό Γραμματέα του εναγόμενου, μετά από συνεργασία και συνεννόηση με εκπροσώπους του στα ταμεία Ο.Α.Ε.Ε., Ο.Α.Ε.Δ. κ.λ.π. παρατηρήσεις στο Σχέδιο Νόμου "ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Περαιτέρω, ασχολήθηκε με την αποστολή στις Ομοσπονδίες και τους Εμπορικούς Συλλόγους του ν. 3899/2010 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του Προγράμματος στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας" με ειδικές παρατηρήσεις στα άρθρα 13-18 αυτού που αναφέρονται σε εργασιακά ζητήματα (ειδικές επιχειρησιακές συμβάσεις κ.λ.π).

Στις 11.2.2011 συνέταξε σχέδιο επιστολής του εναγόμενου προς τον Αναπληρωτή Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης σχετικά με το Σχέδιο Νόμου "Αναμόρφωση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και άλλες διατάξεις". Περαιτέρω και αναφορικά με παλαιότερα έτη, στις 7.11.2001 υπέβαλε προς τον Πρόεδρο του εναγόμενου έγγραφο με θέμα "Ανοικτά ζητήματα, αιτήματα και προτάσεις Ε.Σ.Ε.Ε.

προς τη νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων". Στις 27.12.2001 υπέβαλε στο Πρόεδρο, Γενικό Γραμματέα και Α’ Αντιπρόεδρο του εναγόμενου εισηγητικό σημείωμα αναφορικά με το ν. 2874/2000 "Προώθηση της Απασχόλησης", εκφράζοντας τις διαπιστώσεις της από την εφαρμογή του και προτείνοντας την αποστολή του σ’ αυτό αναφερομένου ερωτηματολογίου, ενόψει του ότι επέκειτο και η έναρξη των διαπραγματεύσεων για τη Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., προς τις Ομοσπονδίες και τους Εμπορικούς Συλλόγους της χώρας καθώς και σε 50 εμπορικές επιχειρήσεις.

Στις 28.7.2003 έκανε εισήγηση στο Προεδρείο του εναγόμενου αναφορικά με τη πρώτη συνεδρίαση της Εθνικής Επιτροπής για την Απασχόληση που θεσμοθετήθηκε με το ν. 3144/2002 "Κοινωνικός διάλογος για τη προώθηση της Απασχόλησης και την Κοινωνική Προστασία" και με την κατάρτιση Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Απασχόληση.

Στις 28.7.1998 έστειλε με τηλεομοιοτυπία στον Πρόεδρο του εναγόμενου, διαπιστώσεις της επί συζητούμενου τότε νομοσχεδίου που αφορούσε εργασιακά θέματα και επί του οποίου πριν από την κατάθεσή του το εναγόμενο είχε υποβάλει παρατηρήσεις. Στις 4.6.2004 επιμελήθηκε την υποβολή παρατηρήσεων του εναγόμενου επί του Σχεδίου Νόμου "Κοινωνικός Διάλογος για την Προώθηση της Απασχόλησης, την Κοινωνική Προστασία και Άλλες Διατάξεις".

Στις 5.7.2005 υπέβαλε στον Πρόεδρο του εναγόμενου, ενόψει επικείμενης συνάντησής του με διάφορους φορείς, εισηγητικό σημείωμα για τις υπερωρίες προτείνοντας τη μείωση της επιβάρυνσης των υπερωριών τουλάχιστον στο ένα τέταρτο, την αύξηση του ορίου των υπερωριών στο διπλάσιο τουλάχιστον και την απλοποίηση το γραφειοκρατικού συστήματος διευθέτησης του χρόνου εργασίας με απόφαση του εργοδότη (διευθυντικό δικαίωμα).

Επιμελήθηκε τη σύνταξη του με αριθμό πρωτ. .../12.2.2007 εγγράφου του εναγόμενου προς το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με θέμα " Υποβολή στη Βουλή της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας 187 και της Διεθνούς Σύστασης Εργασίας 197". Στις 5.6.2007 υπέβαλε στον Πρόεδρο και τα μέλη του προεδρείου του εναγόμενου υπηρεσιακό σημείωμα με παρατηρήσεις σχετικά με Σχέδιο Νόμου αναφερόμενο στην "Αναδιοργάνωση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) και τη ρύθμιση θεμάτων εποπτευομένων Οργανισμών του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας".

Την 1.11.2007 υπέβαλε στον Πρόεδρο του εναγόμενου ενημερωτικό σημείωμα με θέμα "Διάλογος για το ασφαλιστικό (α’ κύκλος) κοινή συνεδρίαση Οικονομικών και Κοινωνικών Υποθέσεων"". Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε το Εφετείο ότι οι συμβουλευτικές υπηρεσίες της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας προς τον Πρόεδρο του εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου, τις οποίες κατά το χρονικό διάστημα από 19.7.1995 έως 31.3.2000 αυτή παρέσχε παράλληλα προς το εναγόμενο και την αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία με την επωνυμία "...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", η οποία αποτελούσε τη δομή εκπαίδευσης του εναγόμενου και από 28.2.2001 έως 30.4.2011 αποκλειστικά στο εναγόμενο δεν συνιστούσαν έργο αντιπροσώπευσης ή υπεράσπισης του εναγόμενου ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής, ούτε συνιστούσαν επιμέλεια διοικητικών υποθέσεων του τελευταίου ή παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του κατά τις συναλλαγές με τους τρίτους.

Έκρινε ειδικότερα το Εφετείο ότι καμία από τις παραπάνω εργασίες της ενάγουσας δεν αφορούσε επιμέλεια δικαστικών υποθέσεων και εκπροσώπηση του εναγόμενου στα δικαστήρια ή ενώπιον αρχών και επιτροπών ειδικής δικαιοδοσίας, για την επιμέλεια των οποίων άλλωστε το εναγόμενο έχει συνάψει συμβάσεις εντολής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία με δύο δικηγόρους, που είναι επιφορτισμένοι με τις ανωτέρω εργασίες όπως αυτές καθορίζονται και οριοθετούνται από τα άρθρα 39, 41 και 42 του κώδικα περί δικηγόρων.

Έκρινε επίσης ότι οι παραπάνω εξώδικες ενέργειες της ενάγουσας, που πάντως δεν απαγορεύονται από το νόμο σε όσους έχουν την ιδιότητα δικηγόρου, δεν είναι συναφείς προς την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και μπορούν να εκτελεστούν από οποιοδήποτε άλλο εντολοδόχο. Ειδικότερα στις περιπτώσεις της εκπροσώπησης του εναγόμενου σε συλλογικά όργανα και επιτροπές, κατόπιν διορισμού της στα όργανα αυτά με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις ως τακτικού εκπροσώπου αυτού, δέχθηκε ότι ενεργούσε ως όργανο εκπροσώπησης του εναγόμενου νομικού προσώπου εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούλησή του, η δε ως άνω εξουσία μπορούσε να παρασχεθεί σε οποιονδήποτε τρίτο που δεν έφερε την ιδιότητα του δικηγόρου.

Και τούτο διότι η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του ΔΣ του εναγόμενου που προβλέπεται από το καταστατικό του (άρθρ. 17) δεν αποτελεί πληρεξουσιότητα ή εντολή που προβλέπεται και ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 216 επ και 713 επ. του Α.Κ, εφόσον τόσο ο πληρεξούσιος όσο και ο εντολέας δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποι πράξεις που αποφασίζει το Δ.Σ ή το υποκατάστατο όργανο.

Για την παραπάνω συμμετοχή της και την πρόσθετη αυτή απασχόλησή της η ενάγουσα δεν λάμβανε αμοιβή από το εναγόμενο αλλά της καταβάλλονταν αποζημίωση από τους παραπάνω φορείς. Έκρινε επίσης το Εφετείο, ότι μη νομικό αντικείμενο έχουν η συγγραφή άρθρων, η συμμετοχή της σε εκδηλώσεις άλλων φορέων, τα ενημερωτικά σημειώματα προς το Πρόεδρο του εναγόμενου για την προώθηση θέσεων εκ μέρους αυτού ως συλλογικού φορέα σε θέματα εργασιακής και κοινωνικής πολιτικής που δρομολογούνται από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Οι δε γνωμοδοτήσεις επί σχεδίων νόμων και εφαρμοσμένου δικαίου, παρέχονταν από την ενάγουσα υπό την ιδιότητα της επιστημονικής συνεργάτου με εξειδικευμένες νομικές γνώσεις και με σκοπό τη νομική θεμελίωση της χάραξης της πολιτικής στρατηγικής του εναγόμενου κατά τη συμμετοχή του ως κοινωνικού εταίρου στα θεσμικά όργανα της πολιτείας, για τη διαμόρφωση των εργασιακών σχέσεων και συλλογικών συμβάσεων εργασίας και όχι υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρου δημόσιου λειτουργού, στα πλαίσια των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τις δημοσίου διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων.

Έκρινε τέλος το δικαστήριο της ουσίας, ότι η συμμετοχή της ενάγουσας σε ομάδες συζήτησης και επεξεργασίας νομικών ζητημάτων που αφορούσαν συλλογικά όργανα, όπως ο ΟΜΕΔ και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές δεν περιλαμβάνονται στις εξώδικες ενέργειες που σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων αποτελούν έργο αποκλειστικά του δικηγόρου και ότι εφόσον η προεκτεθείσα εξώδικη απασχόληση της ενάγουσας, η οποία δεν απαγορεύεται από το νόμο (άρθρ. 63 παρ. 1 και 3 Κ.Δ) μπορεί να εκτελεστεί και από νομικό που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου και γίνονταν στα πλαίσια των προαναφερομένων συμβάσεων παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, αυτή έληξε αυτοδικαίως και αζημίως για το εναγόμενο με την επέλευση του συμβατικού χρόνου διάρκειάς της και ότι, μετά τη λήξη στις 30.4.2011, της από 1.5.2008 συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών που είχε συνάψει το εναγόμενο με την ενάγουσα, λόγω παρόδου του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της, νομίμως το εναγόμενο αρνήθηκε την εκ μέρους της ενάγουσας παροχή υπηρεσιών της λόγω απουσίας πλέον του μεταξύ τους συμβατικού δεσμού και ότι δεν συνιστά η κοινοποιηθείσα στην ενάγουσα την 8.6.2011, από 6.6.2011 εξώδικη απάντηση, δήλωση και πρόσκληση του εναγόμενου, με την οποία της δήλωνε ότι η από 1.5.2008 μεταξύ τους σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών είχε λήξει (30.4.2011) και ότι επομένως δεν υφίσταται οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους, σύμφωνα και με την απόφαση του Προεδρείου της Ε.Σ.Ε.Ε., που λήφθηκε κατά τη συνεδρίασή της 4.4.2011 και κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα με το με αριθμ.

ΓΑ .../16.5.2011 έγγραφο υπογεγραμμένο από τα αρμόδια καταστατικά όργανα του εναγόμενου δηλαδή τον Πρόεδρο και το Γενικό Γραμματέα αυτού, καταγγελία σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, και δεν παρέχεται συνεπώς στην ενάγουσα δικαίωμα για καταβολή σ’ αυτή αποζημίωσης που ρυθμίζεται από τον κώδικα δικηγόρων σε περίπτωση καταγγελίας σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία και ειδικότερα της νόμιμης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας, όπως αυτή καθορίζεται με το άρθρο 94 παρ. 1 Κώδικα Δικηγόρων με βάση το χρόνο προϋπηρεσίας του έμμισθου κατ’ άρθρο 92 του Κώδικα δικηγόρου, καθώς και τα δώρα εορτών και επιδόματα άδειας που δικαιούνται οι ανωτέρω έμμισθοι δικηγόροι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 ν. 4507/1966, 3παρ. 16 ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με άρθρο 2 του ΑΝ 539/1945 και άρθρ. 1 παρ. 2 19040/81 Κ.Υ των Υπουργών Οικονομικών, ακολούθως δε δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ότι η ενάγουσα από 1.9.1997 παρείχε στο εναγόμενο καθαρώς νομικές υπηρεσίες υπό την ιδιότητα της δικηγόρου και ότι η διαδοχικές συμβάσεις έργου και παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών που συνήψε με το εναγόμενο αποτελούσαν ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο και είχε δεχθεί την αγωγή κατά την κυρία βάση της, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 97.537,00 ευρώ ως αποζημίωση καταγγελίας, της έμμισθης εντολής του άρθρου 92 Κώδικα Δικηγόρων και για δώρα εορτών και επιδόματα άδειας, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, τόσο κατά την κυρία όσο και κατά την επικουρική βάση της, με την οποία ζητείτο η καταβολή μισθών υπερημερίας σε περίπτωση που κριθεί ως άκυρη η καταγγελία από τον εναγόμενο της σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου που τον συνέδεε με την ενάγουσα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, με το να δεχθεί δηλαδή ότι οι ανωτέρω υπηρεσίες της αναιρεσείουσας δικηγόρου, μολονότι προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και της πρακτικής του δικαίου, δεν συνιστούν ούτε έργο αντιπροσωπεύσεως ή υπερασπίσεως του αντισυμβαλλομένου της αναιρεσιβλήτου ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας, ούτε επιμέλεια διοικητικών εν γένει υποθέσεων του τελευταίου, αλλ’ ούτε και παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για την διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους και ότι η εξώδικη αυτή απασχόληση της αναιρεσείουσας, η οποία δεν απαγορεύεται από το νόμο (πρβλ.

άρθρο 63 παρ 1 και 3 Κώδ. Δικηγ., όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 27 παρ.1 ν.1366/1983), μπορεί δε να εκτελεσθεί και από νομικό που δεν είναι απαραίτητο να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, δεν στηρίζει αξίωση για λήψη αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας σύμβασης έμμισθης εντολής, αμοιβής ως ποινής λόγω καθυστέρησης καταβολής της αποζημιώσεως αυτής και επιδόματα εορτών και άδειας δεν παραβίασε, τις διατάξεις των άρθρων 1, 38, 39, 41, 42, 63 παρ. 3, 4, 5 και 166 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954).

Περαιτέρω, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ειδικότερα δε με σαφήνεια αποφάνθηκε ότι οι παρασχεθείσες από την αναιρεσείουσα προς το αναιρεσίβλητο υπηρεσίες, δεν συνιστούσαν έργο αντιπροσώπευσης ή υπεράσπισης του αναιρεσιβλήτου ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής, ούτε συνιστούσαν επιμέλεια διοικητικών υποθέσεων του τελευταίου ή παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του κατά τις συναλλαγές με τους τρίτους και μπορούσαν να παρασχεθούν από οποιονδήποτε ήταν επαρκώς γνώστης της νομικής επιστήμης και όχι απαραίτητα δικηγόρος.

Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον μεν πρώτο ευθεία παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του Κώδικα των δικηγόρων, με τον δε δεύτερο εκ πλαγίου παράβαση των ίδιων διατάξεων και ειδικότερα απόρριψη της αγωγής χωρίς να αιτιολογείται επαρκώς γιατί οι αναφερόμενες σ’ αυτή εξώδικες ενέργειες (οι συμβουλευτικές υπηρεσίες και τα ενημερωτικά σημειώματα της αναιρεσείουσας προς τον Πρόεδρο του αναιρεσιβλήτου σωματείου, η συγγραφή άρθρων, η συμμετοχή της σε εκδηλώσεις άλλων φορέων για την προώθηση θέσεων εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου σωματείου ως συλλογικού φορέα σε θέματα εργασιακής και κοινωνικής πολιτικής που δρομολογούνται από την εκάστοτε κυβέρνηση, οι γνωμοδοτήσεις επί σχεδίων νόμων και εφαρμοσμένου δικαίου και η συμμετοχή σε ομάδες συζήτησης και επεξεργασίας νομικών ζητημάτων) δεν είναι συναφείς με το δικηγορικό λειτούργημα.

Ο δεύτερος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι οδηγήθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του στην ανωτέρω κρίση με αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα ότι ενώ δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του "πως σε εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων η αναιρεσείουσα παρείχε προς τον εκάστοτε πρόεδρο του αναιρεσιβλήτου νομικές συμβουλές επί σχεδίων νόμων που επεξεργάζονταν από το Υπουργείο Εργασίας αλλά και για διατάξεις νόμων που άπτονταν θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης, ασφάλειας στην εργασία, εργασιακών σχέσεων και συλλογικού εργατικού δικαίου ...

παρείχε γνωμοδοτήσεις (ενημερωτικά σημειώματα) για ζητήματα πού αφορούσαν εκτός από τα υπό ψήφιση νομοσχέδια, και την αναμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας διάφορων δημοσίων και μη φορέων που εντάσσονται θεσμικά μέσα στο νομοθετικά διαμορφωμένο πλαίσιο του εργατικού και ασφαλιστικού δικαίου ... παρείχε νομικές γνωμοδοτήσεις μέσω της ιστοσελίδας του εναγόμενου επί εργατικών, εργασιακών και κοινωνικών θεμάτων...

συμμετείχε σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ... ενημερώνοντας ταυτόχρονα με σημειώματα τον εκάστοτε Πρόεδρο του εναγόμενου για τις εργασίες της επιτροπής στις εκάστοτε συνεδριάσεις της καθώς και τις προτάσεις που έπρεπε να καταθέσει ο Ε.Σ.Ε.Ε. επί των σχεδίων νόμων με σχετικό με τα ανωτέρω αντικείμενα ενδιαφέροντος", ακολούθως αντιφατικά ως προς τη φύση των εργασιών αυτών το Εφετείο δέχθηκε ότι "οι συμβουλευτικές υπηρεσίες της ενάγουσας προς τον Πρόεδρο του εναγόμενου ...

δεν συνιστούσαν ... παροχή προς αυτό νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του κατά τις συναλλαγές με τους τρίτους. ... ότι οι παραπάνω εξώδικες ενέργειες της ενάγουσας, που πάντως δεν απαγορεύονται από το νόμο σε όσους έχουν την ιδιότητα δικηγόρου, δεν είναι συναφείς προς την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και μπορούν να εκτελεστούν από οποιοδήποτε άλλο εντολοδόχο" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη με αυτόν στην προσβαλλομένη απόφαση αντίφαση αναφέρεται στην έννοια των νομικών διατάξεων που εφάρμοσε το Εφετείο για να καταλήξει στο χωρίς αντιφάσεις διατυπούμενο στην απόφασή του αποδεικτικό πόρισμα και όχι στις επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές της τελευταίας.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.8.2014, αίτηση της Ε. συζ. Π. I. το γένος Γ. Μ. κατά του Σωματείου με την επωνυμία "... ..." περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 3339/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ