Legislator Case Law & Legislation
79/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property transfer, upholding lower court's interpretation of deed intent and local customs.

Case Number 79/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the High Court of Kalamata's decision regarding a property transfer. The appellant argued the deed contained ambiguities or relied on invalid local customs to reduce the declared land area for tax purposes. The court rejected these claims, affirming that the lower court correctly applied statutory rules for interpreting intent and that the specific local custom cited was insufficient to override legal requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1033, 173, 200 of the Civil Code; The court must interpret contract intent based on all relevant circumstances, and local customs contrary to public order laws cannot justify deviations from statutory interpretation rules.

Keywords

AI generated
property transfer contract interpretation local custom public order ambiguity resolution tax exemption Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 1033 of the Civil Code
Articles 56 and 57 of Law 1329/1983
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 560, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1568/1995

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 79 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 79/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γαλάνη.

Του αναιρεσίβλητου: .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Τζήμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Οκτωβρίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-12-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 23-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 146/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε (ΑΠ 1568/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, ότι η ενάγουσα, .... , δυνάμει του υπ' αριθμ. 8055/16-10-1959 προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεθώνης ..... , που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 56 και 57 του Ν. 1329/1983, έγινε αποκλειστική κυρία του επιδίκου ακινήτου, ήτοι ενός κήπου, κειμένου εντός του χωριού .... , ο οποίος συνορεύει γύρωθεν, κατά τον ως άνω τίτλο κτήσεώς του, με δρόμο, οικία ....

και με ακίνητο του ίδιου του προικοδότη .... και έχει έκταση σύμφωνα με τον ίδιο τίτλο 100 τ.μ. περίπου και ήδη κατά νεώτερη και ακριβή καταμέτρησή του από την αρχιτέκτονα μηχανικό ..... 613,15 τ.μ. Δέχθηκε δηλαδή το Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 613,15 τ.μ., με τον επικαλούμενο στην ένδικη αγωγή της παράγωγο τρόπο.

Κρίνοντας έτσι το Πρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, αφού, όπως εμμέσως πλην σαφώς από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, δέχθηκε ως δεδομένο ότι ο προικοδότης πατέρας των διαδίκων .... ήταν κύριος του ακινήτου που, με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. 8055/1959 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μεθώνης ..... , μεταβίβασε ως προίκα στην αναιρεσίβλητη θυγατέρα του, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων με την έφεσή του αμφισβήτησε μόνο την έκταση του μεταβιβασθέντος σ' αυτήν με το εν λόγω προικοσυμβόλαιο ακινήτου, όχι όμως και την επ' αυτού κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου της.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αριθ. 1) πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το ίδιο άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να μη διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο δικαιοπάροχος πατέρας της ενάγουσας νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της χρησικτησίας, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η διάταξη του νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε.

ΕΠΕΙΔΗ κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ., που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", το δε δεύτερο ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικά με την έκταση του ακινήτου που περιήλθε κατά κυριότητα στην ενάγουσα με το υπ' αριθμ. 855/1959 προικοσυμβόλαιο,(σε συνδυασμό με το Ν. 1329/1983), το οποίο αυτή επικαλέσθηκε για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, τα ακόλουθα περιστατικά:

Η μικρότερη έκταση του ακινήτου που αναγράφηκε στο ανωτέρω προικοσυμβόλαιο δεν είναι η ακριβής έκταση αυτού, διότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της μεταβίβασής του ήταν συνηθισμένο στη Μεσσηνία να αναγράφεται στα συμβόλαια χαριστικών μεταβιβάσεων μικρότερη έκταση από εκείνη που πράγματι είχε το εκάστοτε μεταβιβαζόμενο ακίνητο και συνακόλουθα μικρότερη αξία αυτού, προκειμένου οι συμβαλλόμενοι να τύχουν απαλλαγής από το φόρο μεταβίβασης.

Εξάλλου κατά την αντίστοιχη περιγραφή στο ίδιο ως άνω προικοσυμβόλαιο άλλου ακινήτου (κήπου με κυπαρίσσια μετά καλαμώνος), κειμένου στο δυτικό άκρο του χωριού .... , για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση, αναφέρεται ότι είναι εκτάσεως 100 τ.μ. περίπου, ενώ κατά γενόμενη πρόσφατη καταμέτρησή του αυτό βρέθηκε να έχει έκταση 629,52 τ.μ. (σχετ.

από Μάρτιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα της εταιρίας ".... ΟΕ"). Περαιτέρω από το ίδιο ως άνω προικοσυμβόλαιο προκύπτει ότι τα όρια του επιδίκου ακινήτου είναι αυτά που αναφέρονται και στο από μηνός Αυγούστου του έτους 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού ..... , που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της αγωγής, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ακίνητο συνορεύει στη νότια και ανατολική του πλευρά με την επαρχιακή οδό .... , στη δυτική του πλευρά εν μέρει με οικία ....

και εν μέρει με ιδιοκτησία του εναγομένου και στη βόρεια πλευρά του με το όμορο ακίνητο του δικαιοπαρόχου πατέρα της ενάγουσας, ιδιοκτησίας τώρα του εναγομένου. Στο βόρειο σύνορο του επιδίκου ακινήτου ο ίδιος ο εναγόμενος τοποθέτησε σε μέρος αυτού συρματόπλεγμα και άνοιξε δρομάκι, χωρίζοντας έτσι την όμορη ιδιοκτησία του από το επίδικο.

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω και δεδομένου ότι κατά τη χρονική περίοδο που έγινε η μεταβίβαση του επιδίκου με το προαναφερόμενο προικοσυμβόλαιο συνηθιζόταν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αναγράφεται στις συμβάσεις χαριστικών μεταβιβάσεων μικρότερη έκταση των ακινήτων που μεταβιβάζονταν, προκειμένου οι συμβαλλόμενοι να τύχουν απαλλαγής του σχετικού φόρου μεταβίβασης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι στο εν λόγω προικοσυμβόλαιο περιλαμβάνεται ολόκληρο το επίδικο ακίνητο κατά τα σαφώς καθοριζόμενα σ' αυτό όριά του, εκτάσεως πραγματικής 613,15 τ.μ.

και όχι εκτάσεως 100 τ.μ. του. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο του ανωτέρω ακινήτου, πραγματικής εκτάσεως 613,15 τ.μ. και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύλου, που είχε κάνει δεκτή την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, κατά τη βάση της από παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητάς της.

Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο διέγνωσε εμμέσως, αλλά σαφώς, την ύπαρξη στο υπ' αριθμ. 8055/1959 προικοσυμβόλαιο ασάφειας ως προς την έκταση του επίμαχου ακινήτου που μεταβιβάσθηκε, ως προίκα, στην ενάγουσα και για την άρση αυτής της ασάφειας και το σχηματισμό της κρίσης του ότι το μεταβιβασθέν με το εν λόγω συμβόλαιο στην ενάγουσα ακίνητο έχει πραγματική έκταση 613,15 τ.μ.

και όχι 100 τ.μ. προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και ορθώς εφάρμοσε, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, διότι δεν δέχθηκε ότι η πραγματική βούληση των συμβληθέντων στο άνω προικοσυμβόλαιο αναφορικά με την έκταση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου είχε διατυπωθεί σ' αυτό κατά τρόπο ασαφή ή ατελή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, για την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ μπορούν να χρησιμεύσουν και στοιχεία εκτός της έγγραφης σύμβασης κείμενα, οφείλει δε το δικαστήριο της ουσίας να λάβει αυτά υπόψη, εφόσον προτείνονται ως συντελεστικά της εξευρέσεως της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων. Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι το Πρωτοδικείο κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως των με το ανωτέρω προικοσυμβόλαιο συμβληθέντων έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων και στοιχεία της ίδιας σύμβασης που αφορούσαν όμως άλλο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Πρωτοδικείο, με το να δεχθεί ότι η αναγραφείσα στο προικοσυμβόλαιο μικρότερη έκταση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου δεν είναι ακριβής, διότι συνηθιζόταν στη Μεσσηνία να αναγράφεται στα χαριστικά συμβόλαια μικρότερη έκταση, προκειμένου οι συμβαλλόμενοι να τύχουν απαλλαγής του οικείου φόρου μεταβίβασης, έλαβε υπόψη για την ερμηνεία της σχετικής σύμβασης τοπική συνήθεια που αντίκειται σε κανόνες δημοσίας τάξεως, τους οποίους θεσπίζουν οι επιβάλλοντες φόρο επί μεταβίβασης ακινήτου σχετικοί νόμοι. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις νόμου που θεσπίζουν κανόνες δημοσίας τάξεως προς τους οποίους είναι αντίθετη η παραπάνω τοπική συνήθεια.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2004 αίτηση αναιρέσεως του .... κατά της υπ' αριθμ. 146/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ