Legislator Case Law & Legislation
799/2022 AI generated

Supreme Court remands labor dispute case regarding statutory severance caps to lower court for clarification.

Case Number 799/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a labor dispute judgment involving a municipal water utility and an employee. The lower court had awarded a specific benefit but failed to apply the statutory cap on severance pay for public entities. The court ruled that the benefit in question is subject to the 240,000 drachma limit, yet the case requires further fact-finding regarding whether the employee received a specific additional amount. Consequently, the decision was remanded to the same court with a different judge for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3 and 2 of Law 173/1967; The statutory cap on severance pay for public entities applies to benefits with a compensatory nature, requiring the lower court to re-examine the award and remand the case for clarification of specific monetary amounts.

Keywords

AI generated
Labor Law Severance Public Entity Cap Statutory Limitation Remand for Clarification Compensatory Benefit Labor Dispute Appeal Judicial Review

Cited Legislation

AI generated
Article 2 paragraph 2 of Law 173/1967
Article 3 of Law 173/1967
Article 560 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 799 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 799/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής επιχείρησης Ύδρευσης-Αποχέτευσης Λάρισας, (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Φ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Κριτσάνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 308/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 271/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.7.2018 [με αριθ.καταθ. 180/27.7.2018] αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθ. 271/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας και μετ'εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ'αριθ. 308/2017 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λάρισας, έγινε εν μέρει δεκτή η από 4.10.2015 αγωγή της αναιρεσιβλήτου. Η ως άνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ], εφόσον δεν προηγήθηκε επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, και θα ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ].

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ" (ΦΕΚ Α' 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α' 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. "Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις...

προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967...

επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α' 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (Ολ ΑΠ 10/1998, ΑΠ 1493/2018, 998/2017, 227/2016, 1621/2011).

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ15%) ευρώ (ΑΠ 350/2019, 1493/2018).

Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006, 10/1998, 33-34/1997, ΑΠ 892/2017, ΑΠ 1631/2017).

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α" 191) ορίζεται ότι: "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται., εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.

Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητός των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι" ΔΓ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ'ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".

Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την 184/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την 856/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και με την 17943/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β' 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα: "1.

Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)...β)...γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ από 3 μέχρι 5 χρόνια.

Για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ΔΕΥΑΛ χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος".

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι το προσωπικό της ΔΕΥΑΑ, η οποία αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, υπόκειται, αναφορικώς με την αποζημίωση την προβλεπομένη από τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτής, στους περιορισμούς των άρθρων 2 και 3 ΑΝ 173/1967 [ΑΠ 1235/2020, 350/2019, 1493/2018].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές.

Δηλαδή, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Εξ άλλου λόγος αναιρέσεως με τον οποίο επικαλείται ο αναιρεσείων ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει ή δεν έχει γίνει δεκτός ορισμένος ισχυρισμός, ενώ από την εν λόγω απόφαση προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος.

Στην προκειμένη υπόθεση, με την ως άνω αγωγή, όπως προκύπτει από την κατ'άρθρο 561 παρ.2 επισκόπηση αυτής, η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ότι απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 18.4.1994 μέχρι 11.3.2014, οπότε αποχώρησε λόγω συνταξιοδοτήσεως με τα κίνητρα της εθελουσίας εξόδου, αφού έλαβε αποζημίωση του Ν. 2112/1920 το ποσό των 15.000 ευρώ, αιτήθηκε την επιδίκαση των προβλεπομένων από τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας παροχών ποσού 14.675 και 2.940 ευρώ αντιστοίχως.

Το κατ'έφεση δικάζον Μονομελές Πρωτοδικείο δεχόμενο την έφεση απέρριψε κατ'ουσίαν το αίτημα επιδικάσεως της παροχής του άρθρου 49 λόγω μη συνδρομής των τασσομένων υπό των εν λόγω διατάξεων προϋποθέσεων, ενώ, δεχόμενο ότι η παροχή του άρθρου 48 δεν έχει το χαρακτήρα πρόσθετης αυτοτελούς αποζημίωσης υποκειμένης στον περιορισμό του άρθρου 3 ΑΝ 173/1967, προέβη στην επιδίκαση του προαναφερομένου ποσού των 14.675 ευρώ.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΑΝ 173/1967 επιδικάζοντας τα αιτηθέντα με την αγωγή κονδύλια. Ο εν λόγω λόγος εκ του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι καθ'ό μέρος αφορά την επιδίκαση της παροχής του άρθρου 49 απορριπτέος ως απαράδεκτος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού κατά τα ανωτέρω το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε το εν λόγω κονδύλιο κατ'ουσίαν, καθ'ό μέρος δε αφορά την επιδίκαση της παροχής του άρθρου 48 , βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η εξέταση του ετέρου εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου , αφού κατά τα προαναφερθέντα η παροχή του άρθρου 48 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας δεν έχει μισθολογικό αλλά αποζημιωτικό χαρακτήρα και υπόκειται στον περιορισμό του ΑΝ 173/1967. Τον περιορισμό αυτό έπρεπε να λάβει υπόψη του το δικαστήριο αποδεχόμενο το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας και να απορρίψει την αγωγή κατά το επί πλέον ποσό.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ενόψει του ότι δεν διευκρινίζεται αν η αναιρεσίβλητη έλαβε από την αναιρεσείουσα το ποσό των 2.250 ευρώ, που προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ.1 του ΝΔ 173/1973 αφού η μεν αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το έλαβε η δε αναιρεσίβλητη το αρνείται, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλα δικαστή εκτός από εκείνο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση , κατά το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της [άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 271/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ