Legislator Case Law & Legislation
799/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment due to lack of new evidence and procedural errors.

Case Number 799/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documents and violated procedural rules, but the court found the appeal inadmissible because the contested documents were already part of the original case file. Consequently, the court ruled that the lower court had properly evaluated all evidence and the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11γ) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate that the lower court ignored documents already submitted to the court of first instance, as such omissions do not constitute a ground for cassation.

Keywords

AI generated
labor dispute cassation appeal procedural error evidence submission court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 799 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 799/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Σφυρή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας, που εδρεύει στην …, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟΠΥΡΚΑΛ" που εκπροσωπείται νόμιμα και με την κατά νόμο ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΒΟΠΥΡΚΑΛ" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, κατόπιν της διάσπαση της δικαιοπαρόχου με σύσταση δύο νέων ανωνύμων εταιριών, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 4237/2014, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Κρίκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2195/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6700/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-3-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 2-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 20-1-2009 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι είναι υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και ότι μέχρι την 31-1-2008 υπηρετούσε με το βαθμό του αρχιεργοδηγού, στη συνέχεια, με την 2/655/19-6-2006 παράνομη απόφαση της εναγομένης, επαναφέρθηκε στην προηγούμενη υπηρεσιακή και μισθολογική του θέση, ενώ, επιπλέον, ασκήθηκε σε βάρος του, πειθαρχική δίωξη, λόγω άρνησης του, να επιστρέψει στην προηγούμενη υπηρεσιακή και μισθολογική του θέση και επιπλέον ασκήθηκε σε βάρος του πειθαρχική δίωξη, λόγω άρνησης του, να επιστρέψει την υπηρεσιακή του κάρτα, που ανέγραφε τον βαθμό του αρχιεργοδηγού, η οποία κατέληξε στην επιβολή πειθαρχικής ποινής, της παρακράτησης από το μισθό του, του ποσού των 3.400,01 ευρώ. 'Ότι οι παραπάνω ενέργειες της εναγομένης είναι, για τους λόγους που αναφέρει, παράνομες και καταχρηστικές και αποτελούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της 2/655/19-6-2008 απόφασης της εναγομένης με την οποία υποβιβάσθηκε στη θέση του βοηθού εργοδηγού, που κατείχε, πριν την ακυρωθείσα προαγωγή του, σε εργοδηγό, β) να αναγνωρισθεί ότι η γενόμενη αφαίρεση, των, έως τότε, ασκούμενων, καθηκόντων του, ως αρχιεργοδηγού και ο υποβιβασμός του σε βοηθό εργοδηγού συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη:

α) να τον επαναφέρει στη θέση του αρχιεργοδηγού με απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής, β) να του καταβάλει το ποσό των 14.642,29 € για μισθολογικές διαφορές της θέσεως του εργοδηγού που στερήθηκε, από τη θέση του βοηθού εργοδηγού στην οποία υποβιβάσθηκε.

Το μονομελές πρωτοδικείο, με την υπ' αριθμ. 2195/2011 απόφαση του απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων άσκησε έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η 6700/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη απόφαση) με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε, έτσι, η πρωτόδικη απόφαση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, οι αποφάσεις του που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση των εργαζομένων σ' αυτό εκδίδονται από το φυσικό εκείνο πρόσωπο (ή πρόσωπα) που σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου και το εκπροσωπεί στις σχέσεις του με τους τρίτους.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1α και 2 και 22 του ν.2190/1920 προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα από το διοικητικό συμβούλιο αυτής, το οποίο ενεργεί συλλογικά και ότι το καταστατικό της, μπορεί να ορίζει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ΔΣ ή άλλα, τρίτα πρόσωπα μπορούν να εκπροσωπούν την εταιρεία (γενικά ή μόνο για ορισμένου είδους πράξεις), στην περίπτωση δε αυτή τα ως άνω πρόσωπα είναι υποκατάστατα του ΔΣ, ενεργούν ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, εκφράζοντας πρωτογενώς τη βούληση του και αντλούν την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό και κατά συνέπεια αυτά μπορούν να προβούν στις πράξεις για τις οποίες πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις, διαφορετικά, εάν δηλαδή οι πράξεις αυτές, εκδοθούν από άλλο πρόσωπο που δεν έχει την σχετική εξουσία, είναι ανυπόστατες.

Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς, στοιχειοθετείται όταν ο κανόνας αυτός, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε σχετική παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με αυτόν τον λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων και τα νομικά σφάλματα κατά την ουσιαστική διερεύνηση της επίδικης διαφοράς. Δηλαδή ελέγχεται αν η αγωγή και κάθε ισχυρισμός, που ασκεί έννομη επιρροή στη διαγνωστέα έννομη σχέση ή έννομη συνέπεια (ένσταση, αντένσταση κλπ.), απορρίφθηκαν ορθά, ως μη νόμιμοι ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, η αγωγή ή η ένσταση κλπ. έγινε δεκτή/ ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ειδικότερα, η ως άνω παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται στο δικαστήριο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμα του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νομίμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης.

O προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, έστω και χωρίς να γίνεται σ' αυτή ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, εκτός αν, παρά τη σχετική βεβαίωση, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και ιδίως από τις αιτιολογίες της προκύπτουν αμφιβολίες αν πράγματι συνεκτιμήθηκαν όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του και όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, σε σχέση με τους αναιρετικούς λόγους: Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 2-1-1979, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία: "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΟΠΛΩΝ ΕΒΟ ΑΕ", η οποία συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΥΡΙΤΙΔΟΠΟΙΕΙΟΥ ΚΑΙ ΚΑΛΥΚΟΠΟΙΕΙΟΥ ΠΥΡΚΑΛ" βάσει της .../28-12-2003 πράξεως συγχωνεύσεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Αργυρώς Σεργάκη, η οποία στις 2-1-2004 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών της Νομαρχίας Αθηνών, με επακόλουθο έκτοτε (από την καταχώρηση στο Μητρώο) η εναγομένη εταιρία να διαδεχθεί καθολικώς τις δύο παραπάνω συγχωνευθείσες εταιρίες.

Αρχικά ο ενάγων απασχολήθηκε ως εφαρμοστής, εξελίχθηκε δε υπηρεσιακά μέχρι το βαθμό του βοηθού εργοδηγού στο τμήμα Βλητικού Σταθμού στο εργοστάσιο της εναγομένης στο ..., τον οποίο κατείχε μέχρι την 31-1-2008, οπότε δυνάμει του 15/200/7-2-2008 εσωτερικού σημειώματος του Δ. Λ., ενεργούντος υπό την ιδιότητα του ως εκτελεστικού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και γενικού διευθυντή της ΣΕΑ, που απευθύνεται στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της ΣΕΑ, και του οποίου έλαβαν γνώση οι Δ.

Μ. και Σ. Σ., που το συνυπογράφουν, ανέλαβε καθήκοντα αρχιεργοδηγού και προϊσταμένου των τμημάτων του Βλητικού Σταθμού και του Τελικού Ελέγχου του εργοστασίου της εναγομένης στο ... . Ο παραπάνω υπογράφων το επίμαχο υπηρεσιακό σημείωμα, όμως, δεν είχε την εξουσία να εκπροσωπεί την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία ως προς την προαγωγή υπαλλήλων.

Συγκεκριμένα με την επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας του έτους 2000, η οποία κατά το κανονιστικό της μέρος, δεσμεύει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση της εναγομένης, ανεξάρτητα από τα αν είναι μέλη του συμβαλλόμενου σωματείου εργαζομένων στο εργοστάσιο ... με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ ΕΒΟ".

ορίζεται ότι αλλαγές ειδικοτήτων και προαγωγές θα γίνονται με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου (κεφ. V αρ.3 σελ.13). Περαιτέρω ο από Ιουνίου 2006 εσωτερικός κανονισμός προσωπικού της εναγομένης με το 13° άρθρο του, που ρυθμίζει τις τοποθετήσεις και την υπηρεσιακή εξέλιξη του προσωπικού της, ορίζει στην μεν υπό στοιχείο 1 παράγραφο του ότι "οι θέσεις εργασίας του τακτικού προσωπικού κατά διεύθυνση και κατά τμήμα, προκύπτουν από το οργανόγραμμα της επιχείρησης που εγκρίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας, το οποίο εγκρίνει και την Περιγραφή Καθηκόντων και Αντικειμένου των θέσεων αυτών.

Κατά τον ίδιο τρόπο, το οργανόγραμμα τροποποιείται με σκοπό την προσαρμογή του στις ανάγκες και τις συνθήκες λειτουργίας της Επιχείρησης", στη δε υπό στοιχείο 6 παράγραφο ότι "η τοποθέτηση του προσωπικού σε κενές θέσεις εργασίας υψηλότερου διοικητικού επιπέδου, η οποία συνεπάγεται υψηλότερο βαθμό δικαιοδοσίας και ευθύνης, καλείται βαθμολογική, προαγωγή.

Η βαθμολογική προαγωγή προκύπτει, όταν δημιουργείται νέα οργανική θέση εργασίας μετά από αναδιοργάνωση των υπηρεσιακών μονάδων ή όταν παραστεί η ανάγκη να καλυφθεί κενή θέση εργασίας". Ακολούθως, με τα 154/2-5-2007 πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αποφασίστηκε η ανάθεση στο Δ.

Λ., που κατά την επίμαχη χρονική περίοδο είχε την ιδιότητα του εκτελεστικού μέλους του Δ.Σ και του εντεταλμένου συμβούλου, της εποπτείας, του ελέγχου και της διοίκησης του συγκροτήματος του εργοστασίου του ... . Τέλος, με τα 168/11-10-2007 πρακτικά του το Δ.Σ. της εναγομένης όρισε ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος Κ. Μ. εισηγείται το οργανόγραμμα της εταιρίας και τις τροποποιήσεις του με σκοπό τη βελτίωση της λειτουργικότητας και της παραγωγικότητας της εταιρίας και περαιτέρω ότι αποφασίζει για την τοποθέτηση-στελέχωση του οργανογράμματος μέχρι το επίπεδο του υποδιευθυντή (βλ.

κεφ. Β, αρ.5 σελ 5). Με την ίδια απόφαση του το Δ.Σ προέβλεψε ότι ο Δ. Λ. πέραν των αρμοδιοτήτων, που του έχουν εκχωρηθεί ειδικά για το εργοστάσιο του ... με τα 154/2007 πρακτικά του ΔΣ, μπορεί να αναπληρώνει τον διευθύνοντα σύμβουλο Κ. Μ. σε όλη την έκταση των αρμοδιοτήτων του,σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του με απλή έγγραφη εξουσιοδότηση του.

Στην προκείμενη περίπτωση Διευθύνων Σύμβουλος, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα έγγραφα αλλά και συνομολογείται, ήταν ο Κ. Μ. και όχι ο Δ. Λ., που υπογράφει το προαναφερόμενο υπηρεσιακό σημείωμα με το οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι προάχθηκε στη θέση του αρχιεργοδηγού. Συνακόλουθα ο Δ. Λ. μην έχοντας την παραπάνω απαιτούμενη ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου, όπως όριζε η ως άνω Επιχειρησιακή ΣΣΕ 2000, δεν ενεργούσε στην επίδικη περίπτωση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας, ώστε να τη δεσμεύει, και επομένως η κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος απόφαση της εναγομένης περί προαγωγής του είναι ανυπόστατη.

Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το ότι με τα προαναφερόμενα 154/2007 πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ ανατέθηκε στο Δ. Λ. η εποπτεία, η διοίκηση και ο έλεγχος του εργοστασίου του ... . Και τούτο διότι δεν προκύπτει ότι στις παραπάνω αρμοδιότητες περιλαμβάνεται και εκείνη της προαγωγής των υπαλλήλων, του υπόψη εργοστασίου, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, με ρητή διάταξη της δεσμευτικής για εργαζόμενους και για εναγομένη εταιρία επιχειρησιακής ΣΣΕ 2000 ανήκει στο Διευθύνοντα Σύμβουλο.

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ της εναγομένης αναγράφεται στην αρχή της εκάστοτε απόφασης του ότι "το ΔΣ με την επιφύλαξη της διενέργειας από αυτό κάθε πράξεως η οποία ρητά δεν ανατίθεται στα παρακάτω μέλη του κλπ" (βλ.

τα 131/17-10-2006, 154/2-5-2007, 168/11-10-2007 και 217/21-1-2009 πρακτικά). Με τα ίδια πρακτικά (154/2007), εξάλλου, το ΔΣ δεν αρκέστηκε στην παραπάνω απόφαση του για ανάθεση της εποπτείας, του ελέγχου και της διοίκησης του συγκροτήματος του εργοστασίου του ... στο Δ. Λ., αλλά στη συνέχεια των ίδιων πρακτικών όρισε ειδικά για το εργοστάσιο του ...

ρητά και αναλυτικά ποιες από τις εξουσίες και αρμοδιότητες του ΔΣ εκχωρούνται σ1 αυτόν, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η αρμοδιότητα της προαγωγής υπαλλήλων, που ενδιαφέρει εδώ. Την τελευταία, εξάλλου, ρητά ορίστηκε με μεταγενέστερη απόφαση του ΔΣ (βλ. τα ως άνω 168/2007 πρακτικά), όπως ήδη σημειώθηκε παραπάνω, ότι ασκεί ο Διευθύνων Σύμβουλος Κ.

Μ.. Δεν προβλήθηκε, άλλωστε, αλλά ούτε και προέκυψε ότι ο τελευταίος απουσίαζε ή είχε κάποιο κώλυμα, ώστε να συντρέχει περίπτωση αναπλήρωσης του από το Δ. Λ., όπως προβλεπόταν από τα ίδια παραπάνω πρακτικά (κεφ. Γ σελ.9). Δεν προσκομίζεται, άλλωστε, η απαιτούμενη κατά την ίδια διάταξη έγγραφη εξουσιοδότηση προς το Δ.

Λ., την ύπαρξη της οποίας δεν επικαλείται ούτε ο ενάγων. Αλλά ούτε και οι συνυπογράφοντες το επίμαχο σημείωμα Δ. Μ. και Σ. Σ. προκύπτει ότι είχαν τέτοια αρμοδιότητα. Με τα 131/17-10-2006 πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ της εναγομένης ορίζονται όσον αφορά τον πρώτο από αυτούς οι συγκεκριμένες εξουσίες και αρμοδιότητες, που του εκχωρούνται ειδικά για το εργοστάσιο του ..., στις οποίες, όμως, δεν περιλαμβάνεται και εκείνη της σύμπραξης στην προαγωγή υπαλλήλων.

Αλλά ούτε και στη συνέχεια με τα 168/2007 πρακτικά, με τα οποία επίσης ανατίθενται συγκεκριμένες εξουσίες στο ίδιο παραπάνω στέλεχος, περιλαμβάνεται σ' αυτές η επίδικη της προαγωγής υπαλλήλων. Όσον δε αφορά το δεύτερο από τους συνυπογράφοντες το επίδικο έγγραφο της προαγωγής του ενάγοντος δεν προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία οι αρμοδιότητες, που του είχαν τυχόν ανατεθεί.

Στο παραπάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο εκδώσας το επίδικο υπηρεσιακό σημείωμα δεν είχε τέτοια αρμοδιότητα, συνηγορεί και το γεγονός ότι ο ίδιος, συμμορφούμενος προφανώς με το απευθυνόμενο στη Διεύθυνση ... με αρ. πρωτ. 2038/23-4-2008 έγγραφο του Διευθύνοντος Συμβούλου Κ. Μ., που αναφέρει ότι η αρμοδιότητα στελέχωσης και προαγωγής των υπαλλήλων μέχρι το βαθμό του υποδιευθυντή ανήκει στον ίδιο και σε ανώτερο επίπεδο στο ΔΣ, με το 89/20-5-2008 εσωτερικό σημείωμα, που το απευθύνει στον τελευταίο, προτείνει την προαγωγή του ενάγοντος στην επίμαχη θέση του αρχιεργοδηγού και ζητά την έγκριση της προτεινόμενης μεταβολής.

Παράλληλα με το 15/229/9-6-2008 εσωτερικό του σημείωμα προς τη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης γνωστοποίησε στην τελευταία ότι μέχρι να δοθεί η απαιτούμενη έγκριση για την προαγωγή του ενάγοντος, αυτός θα επανέλθει στην προηγούμενη μισθολογική και επαγγελματική του κατάσταση. Τέτοια έγκριση, όμως, δεν δόθηκε με αποτέλεσμα με το 2/651/13-6-2008 εσωτερικό σημείωμα, που υπογράφει ο Διευθυντής του Ανθρώπινου Δυναμικού Δ.

Μ. και απευθύνει στη Διεύθυνση Ποιότητας, να γνωστοποιείται στην τελευταία ότι ο ενάγων επανέρχεται στην προηγούμενη υπηρεσιακή και μισθολογική του κατάσταση από 1-2-2008. Ακολούθως δε με το 2/655/19-6-2008 εσωτερικό σημείωμα που υπογράφει ο Διευθυντής του Ανθρώπινου Δυναμικού Δ. Μ. και απευθύνει στον ενάγοντα, ζητείται από τον τελευταίο να επιστρέψει την υπηρεσιακή ταυτότητα, που του δόθηκε στα πλαίσια έκδοσης του αρχικού εσωτερικού σημειώματος περί προαγωγής αυτού, του εκτελεστικού μέλους Δ.

Λ.. Επειδή, όμως, ο ενάγων δεν συμμορφώθηκε προς το τελευταίο σημείωμα, μολονότι κλήθηκε αρμοδίως και στη συνέχεια επανειλημμένα προς τούτο, του ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη και του επιβλήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 15 παρ. 12 του Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας, περικοπή μισθού ύψους 3.400,01 ευρώ (βλ. το 3/1625/3-6-2009 εσωτερικό σημείωμα του Διευθυντή της ΣΕ ...

Δ. Θ.). Με βάση τα όσα σημειώνονται παραπάνω το Εφετείο δέχθηκε το επίδικο εσωτερικό σημείωμα, που εκδόθηκε από τον Δ. Λ., και με το οποίο ο ενάγων ισχυρίζεται ότι προήχθη στο βαθμό του αρχιεργοδηγού, δεν δεσμεύει την εναγομένη εταιρία, δεδομένου ότι ο παραπάνω εκδόσας αυτό δεν ενεργούσε ως εκπρόσωπος της εναγομένης, διότι δεν ήταν αρμόδιος να αποφασίσει την επίδικη προαγωγή ούτε σύμφωνα με τον κανονισμό της ούτε με την ισχύουσα επιχειρησιακή ΣΣΕ 2000, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι του είχε εκχωρηθεί τέτοια εξουσία είτε από το Δ.Σ της εναγομένης είτε από τον έχοντα την αρμοδιότητα αυτή διευθύνοντα σύμβουλο Κ.

Μ.. Ενόψει λοιπόν του ότι το επίμαχο εσωτερικό σημείωμα είναι ανυπόστατο ως απόφαση της εναγομένης, δεν μπορεί από αυτό να γεννηθεί υποχρέωση της τελευταίας έναντι του ενάγοντος και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του ενάγοντος στηριζόμενη στην έκδοση του. Και ο μάρτυρας που εξετάστηκε με πρόταση του ενάγοντος στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, άλλωστε, Α.

Θ., που κατά τον επίμαχο χρόνο είχε την ιδιότητα του εκπροσώπου των εργαζομένων στο Δ.Σ. της εναγομένης, όταν στις 10-11-2009 εξετάστηκε ενόρκως στα πλαίσια διεξαγωγής προανάκρισης, που διατάχθηκε μετά από μήνυση του ενάγοντος με αφορμή το κρινόμενο ζήτημα της προαγωγής του, είχε καταθέσει ότι δεν τηρήθηκε ο κανονισμός λειτουργίας της εναγομένης κατά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την επίδικη προαγωγή.

Κατά την κατάθεση του δε στο ακροατήριο του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι δεν υπάρχει θέση αρχιεργοδηγού. Και από τα προσκομιζόμενα, άλλωστε, από τους διαδίκους οργανογράμματα της Γενικής Διεύθυνσης του συγκροτήματος του εργοστασίου του ... (βλ. τα 001/1529/19-9-2005, 515/30.1.2008, 217/305/18.2.2011 και 773/1014/19.5.2011), προκύπτει ότι η υπόψη θέση δεν ήταν θεσμοθετημένη, αφού δεν προβλέπεται, όχι μόνο από τα πρόσφατα, με τα οποία καταργήθηκε μεγάλος αριθμός θέσεων στα πλαίσια διορθωτικών κινήσεων της εναγομένης, που υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και λειτουργεί με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας, για να εμποδίσει τη φθίνουσα οικονομική πορεία της, αλλά ούτε και στο αρχικό.

Συνακόλουθα με τα πιο πάνω, η αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, δεδομένου ότι η φερόμενη από τον ενάγοντα απόφαση της είναι ανυπόστατη ως τέτοια και κατ' επέκταση δεν τίθεται ζήτημα καταχρηστικότητάς της, με περαιτέρω συνέπεια να μη δικαιούται ο ενάγων τα συναπτόμενα με την επικαλούμενη βλαπτική μεταβολή αγωγικά κονδύλια.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, με την παραδοχή, ειδικότερα, ότι το επίδικο εσωτερικό σημείωμα που εκδόθηκε από τον Δ. Λ. και με το οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι προήχθη στο βαθμό του αρχιεργοδηγού δεν δεσμεύει την αναιρεσίβλητη εταιρεία δεδομένου ότι ο παραπάνω εκδόσας αυτό, δεν ενεργούσε ως εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, διότι δεν ήταν αρμόδιος να αποφασίσει την επίδικη προαγωγή, ούτε σύμφωνα με τον κανονισμό της (αναιρεσίβλητης) ούτε με την ισχύουσα επιχειρησιακή ΣΣΕ του έτους 2000 ενώ δεν του είχε εκχωρηθεί τέτοια εξουσία είτε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης είτε από τον έχοντα την αρμοδιότητα αυτή, Κ.

Μ., δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία (με παράλειψη εφαρμογής του άρθρου 13 παρ. 2 της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του έτους 2006 της αναιρεσίβλητης, που ορίζει ότι οι εργαζόμενοι τοποθετούνται ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες σε θέσεις μετά από απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας και εφόσον πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις για τις θέσεις αυτές εντός των ορίων που θέτει ο νόμος, η ατομική σύμβαση εργασίας και οι εκάστοτε ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, αλλ' ούτε (παραβίασε) και τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1 και 2 και 22 του ν.2190/1920.

Αντίθετα, όπως από τις αναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα προσέφυγε στις διατάξεις, της ισχύουσας στην προκειμένη περίπτωση, Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του έτους 2000 του Κανονισμού Προσωπικού και Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας των άρθρων 13 παρ. 1 και 13 παρ. 6 τις οποίες ορθά εφήρμοσε, η μη αναφορά δε στην προκειμένη περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 13 που ήδη αναφέρθηκε, ενόψει των προαναφερομένων παραδοχών ουδεμία ασκεί επιρροή.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με την αντίθετη αιτίαση του αναιρεσείοντος καθώς και όλες τις επί μέρους αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 1α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση από τον αναιρεσείοντα, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων στους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου και συγκεκριμένα ότι η εν λόγω απόφαση συμπεριέλαβε στο δικανικό συλλογισμό της, μεταξύ άλλων, τα εξής: "η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το ότι με τα προαναφερόμενα 154/2007 πρακτικά συνεδριάσεως του Δ.Σ., ανατέθηκε στο Δ. Λ., η εποπτεία, η διοίκηση και ο έλεγχος του εργοστασίου του ..... Και τούτο δεν προκύπτει ότι στις παραπάνω αρμοδιότητες περιλαμβάνεται και εκείνη της προαγωγής υπαλλήλων του υπόψη εργοστασίου".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν δίδαγμα της κοινής πείρας και σε κάθε περίπτωση διότι από το προδιαληφθέν περιεχόμενό τους, σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι στην ερμηνεία μη προσδιοριζομένων άλλωστε προδήλως για το λόγο αυτόν, κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτούς πραγματικών γεγονότων.

Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης που αναφέρεται στην παραμόρφωση του περιεχομένου των 154/2-5-2007 και 168/11-10-2007 πρακτικών αναφορικά με τις εξής παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: "Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ... στα πρακτικά συνεδρίασης του ΔΣ της εναγομένης αναγράφεται στην αρχή κάθε απόφασης ότι: "Το ΔΣ με την επιφύλαξη της διενέργειας από αυτό κάθε πράξεως η οποία ρητά δεν ανατίθεται στα παρακάτω μέλη του κ.λ.π" (154/2-5-2007/168/11-10-2007 πρακτικά).

Με τα ίδια πρακτικά (154/2007) εξάλλου το ΔΣ δεν αρκέστηκε στην παραπάνω απόφαση του, για ανάθεση της εποπτείας του ελέγχου και της διοίκησης του συγκροτήματος του εργοστασίου του ... στον Δ. Λ., αλλά στη συνέχεια των ίδιων πρακτικών όρισε ειδικά για το εργοστάσιο του ... ρητά και αναλυτικά ποιες από τις εξουσίες και αρμοδιότητες του ΔΣ εκχωρούνται σ' αυτόν, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η αρμοδιότητα της προαγωγής υπαλλήλων" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των παραπάνω πρακτικών που προσκομίζονται δεν προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω πρακτικών, ως προς το επίμαχο ζήτημα της ελλείψεως αρμοδιότητας προς προαγωγή υπαλλήλων στο πρόσωπο του Δ.

Λ.. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω, από το αρθρ. 559 αριθμ. 20 λόγος αναίρεσης κατά την επί μέρους αιτίαση του (υπό στοιχ. 3 στ) ότι η πληττόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 9-6-2006 Εσωτερικού Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας του έτους 2006, διότι παρέλειψε ολόκληρη κρίσιμη φράση του που αντιστοιχεί στο άρθρο 13 παρ.2 του εν λόγω κανονισμού και που ασκεί ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις, κατά το κανονιστικό τους μέρος δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.20 ώστε από την "παραμόρφωση" αυτού να ιδρύεται ο προαναφερόμενος λόγος, ούτε άλλωστε, ο αναιρεσείων επικαλείται στο αναιρετήριο, τις προϋποθέσεις ευδοκίμησης του παραπάνω λόγου ότι δηλαδή το ουσιαστικό δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα, στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ.11γ αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο, των παρακάτω αποδεικτικών εγγράφων που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά τη συζήτηση ενώπιον του εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και τα οποία (αποδεικτικά έγγραφα) ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα ότι αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως τα εξής έγγραφα: 1) την από 19-5-2011 εγκύκλιο Οργανωτικής Δομής της αναιρεσίβλητης εταιρείας 2) την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού της αναιρεσίβλητης εταιρείας έτους 2000 3) το υπ' αριθμ. πρωτ. 20344/30-6-2009 έγγραφο της Διεύθυνσης ΣΕ ... 4) την υπ' αριθμ. 4/1089/8-10-2009 προηγούμενη αρνητική εισήγηση του Διευθυντή Παραγωγής Γ.Μ., 5) τα υπ' αριθμ. 2/530/5-12-2006, 2/531/5-12-2006, 2/520/30-11-2006, 2/532/8-12-2006, 2/529/30-11-2006, 2/528/30-11-2006 και 2/527/30-11-2006 έγγραφα υπηρεσιακών μεταβολών της αναιρεσίβλητης 5) Τα υπ' αριθμ. 131/17-10-2006 πρακτικά συνεδρίασης του Δ.Σ.

της εναγομένης, το υπ' αριθμ. πρωτ. 2038/23-4-2008 έγγραφο του Διευθύνοντος Συμβούλου Κ. Μ., το 89/20-5-2008 εσωτερικό του σημείωμα το υπ' αριθμ. 154/2007 πρακτικό Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, το υπ' αριθμ. 515/30-1-2008 έγγραφο του διευθύνοντος Συμβούλου Κ. Μ. συνοδευόμενο από το νέο οργανόγραμμα την από 23-9-2011 εξώδικη διαμαρτυρία του Δ.Λ.

κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας, το υπό στοιχεία ΑΒΜ Α09/1542 κατηγορητήριο με βάση το οποίο οι Δ.Μ. και Δ.Θ. κατηγορούνται για μη καταβολή στον αναιρεσείοντα των αποδοχών που αντιστοιχούσαν στη θέση του ως αρχιεργοδηγού και την από 20-11-2012 ανωμοτί εξέταση ως μηνυομένου του Δ.Λ. στα πλαίσια προανάκρισης. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, όσον αφορά τη φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη σχετική με αριθμ.2 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, έτους 2000 είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι οι επιχειρησιακές ΣΣΕ κατά το κανονιστικό τους μέρος δεν αποτελούν έγγραφα και δεν ιδρύεται εκ του λόγου αυτού ο από το άρθρο 559 αριθμ.11γ παραπάνω λόγος.

Περαιτέρω ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή διαβεβαίωση, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σε συνδυασμό και με το σύνολο των αιτιολογιών της ανωτέρω απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που αναφέρει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης και που προαναφέρθηκαν, τα οποία είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει στο εφετείο και ο λόγος αυτός (4ος) από τον αριθμ.11γ του άρθρου 559, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ.19, πέμπτος αναιρετικός λόγος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του (αρθ. 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-3-2014 αίτηση για αναίρεση της 6700/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ