Legislator Case Law & Legislation
799/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and uselessness grounds regarding statute of limitations interruption claims against municipality.

Case Number 799/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by former employees against the Athens Municipality regarding the interruption of the statute of limitations. The appellants argued that their request for holiday and leave allowances interrupted the limitation period, but the lower court rejected this claim. The court ruled the appeal inadmissible because the interruption argument was not properly presented at the first instance and was vague, and the second ground was useless as the lower court's decision was already fully supported by the first ground.

Legislator headnote

AI generated

Art. 90, 93 of Law 2362/1995; Art. 68, 556, 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the ground of interruption of limitation was not properly raised at first instance, and a second ground is useless if the decision is already fully supported by an inadmissible ground.

Keywords

AI generated
statute of limitations interruption of limitation inadmissibility of appeal useless appeal ground public entity claims holiday allowances procedural requirements

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 para. 1 of the Constitution
Law 2362/1995
Art. 90 of Law 2362/1995
Art. 93 para. b of Law 3262/1995
Art. 559 para. 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 68 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AEΔ 3, 4/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 799 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 799/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Α., έως και 102) Α. Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αθανίτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι α) το ορθό επώνυμο της υπό στοιχείο 86 αναιρεσίβλητης είναι Μ.... και όχι Μ... όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, β) το ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 102 αναιρεσίβλητης είναι Α. Κ. και όχι Α. Κ. όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2234/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5947/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/7/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 14/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5/7/2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία ορίζεται ότι " σι Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου " συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη ο οποίος δεν δύναται κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων σχέσεων ή καταστάσεων που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να χειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και διακρίσεις εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 3, 4/2007 ).

Εξάλλου ο Ν. 2362/1995 " Περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις", ο οποίος άρχισε να ισχύει κατά το άρθρο 119 αυτού από 1/1/1996,ορίζει ως προς την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, στο άρθρο 90 ότι, " 1. Ότι οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής . 2... 3.

Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της.

Από την προπαρατεθείσα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 90 του Ν. 2362/1995‚ προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και αν αυτές βασίζονται σε παρανομία των Οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτού στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα εξαιτίας οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου ως προϋποθέσεως για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων υπόκεινται σε διετή παραγραφή.

Οι διατάξεις αυτές έχουν εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 304 του Π.Δ. 410/1995 (Δημοτικού Κώδικα ) και για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α. Η προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) τόσο από την παράγραφο 1 του άρθρου 90 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου όσο και από τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά Τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο) αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεως που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων .Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος‚ των οικονομικών δεδομένων ‚κατά τη συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών, κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων ‚λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από το μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό.

Έτσι ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του, και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί τη θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.

Κατά συνέπεια η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου ( και των ΟΤΑ ) δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1,2/2012 ). Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 α, β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα‚ που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω διατάξεις παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους.

Άλλωστε από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ως άνω Πρόσθετου Πρωτοκόλλου που ορίζει ότι "οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων" προκύπτει ότι και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών‚ όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου‚ προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος‚ στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της περιουσίας των ΟΤΑ ( βλ.

ΑΕΔ 1 και 2/2012). Επομένως η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τους αναιρεσείοντες αιτίαση .από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ότι οι αξιώσεις τους (από μισθούς επιδόματα κ.λ.π ) δεν υπόκεινται στη διετή αλλά στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ είναι αβάσιμη. Επίσης αβάσιμη ‚ για τους ίδιους ως άνω λόγους είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, μέρος πρώτο‚ από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ αιτίαση‚ για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως‚ κατ' άρθρο 94 εδ. 4 του Ν. 2362/1995, της ενστάσεως παραγραφής κατά του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία (λήψη υπόψη αυτεπαγγέλτως ) δεν ισχύει για την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής.

Ανεξάρτητα όμως από τα ανωτέρω, η ένσταση παραγραφής των αξιώσεων των αναιρεσειόντων δεν λήφθηκε υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πο,λ.δ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β ) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας από τους διαδίκους. Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 β, 66 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ.1 δ'Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα Πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν Από την δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η κατά την πρώτη τούτων σημείωση της προφορικής προτάσεως του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεως αυτών, είτε εκ του περιεχομένου των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων,είτε εκ του περιεχομένου των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ.ΑΠ 2/2005).

Εξάλλου η παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου και των ΟΤΑ διακόπτεται, κατά το άρθρο 93 περ. β' του Ν. 3262/1995, με την υποβολή προς τον ΟΤΑ αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως‚ οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τότε μόνο επέρχεται διακοπή της παραγραφής των κατά των ΟΤΑ αγωγικών απαιτήσεων‚ όταν οι τελευταίες, κατά περιεχόμενο και αίτημα‚ είναι οι ίδιες με τις περιλαμβανόμενες στη σχετική αίτηση που υποβλήθηκε από το δικαιούχο για πληρωμή προς την αρμόδια αρχή, ώστε να μπορεί αυτή να διαγνώσει την ύπαρξή τους και το δικαιολογημένο ή όχι αυτών.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως‚ μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, μέμφονται το Εφετείο για την απόρριψη ως απαράδεκτου του αυτοτελούς ισχυρισμού τους περί διακοπής της παραγραφής με την υπ αριθμ. 155253/29/12/2006 αίτησή τους προς την υπηρεσία τους που υπέβαλαν μαζί με άλλους συναδέλφους τους με την οποία ζητούσαν την καταβολή αναδρομικά των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αντένσταση διακοπής της παραγραφής δεν προβλήθηκε παραδεκτώς στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε περιελήφθη στις νομίμως κατατεθείσες Προτάσεις τους αλλά με την προσθήκη και αντίκρουση Επιπλέον‚ η αίτηση διακοπής της παραγραφής με το ως άνω περιεχόμενο είναι αόριστη, καθόσον από το περιεχόμενο αυτής δεν προκύπτει ότι η αγωγή και η αίτηση είναι ίδιες κατά περιεχόμενο και αίτημα.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον, να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλμα που αναφέρεται στο λόγο αυτό. Έτσι, αν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες που στηρίζουν το διατακτικό και η μία από τις οποίες δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως ή προσβάλλεται ανεπιτυχώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής.Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ.

αιτιώνται το Εφετείο για παραμόρφωση της από 29/12/2006 αιτήσεώς τους με την οποία ζήτησαν την καταβολή των " ενδίκων " απαιτήσεών τους και με την οποία διακόπηκε η παραγραφή. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής καθόσον η αντένσταση διακοπής της παραγραφής απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση με δύο επάλληλες αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία από αυτές το διατακτικό της ήτοι λόγω απαράδεκτης προβολής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ( μη προβολής της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο) και λόγω αοριστίας της από 29/12/2006 αιτήσεως, η πρώτη δε αιτιολογία δεν προσβάλλεται επιτυχώς με λόγο αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5/7/2012 αίτηση για αναίρεση της 5947/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ