Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, rejecting evidence omission claims and invalidating a confession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' judgment regarding a traffic accident liability case. The appellants argued the lower court failed to consider specific evidence, including witness testimonies, a prosecutor's indictment, and a prior criminal conviction, while also claiming a defendant's statement constituted a confession. The court ruled that the lower court had properly formed its evidentiary assessment from all submitted materials and that the disputed statement was not a confession because it benefited the declarant. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's evidentiary assessment is sound, and a statement benefiting the declarant does not constitute a confession.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 799 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 799/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Γ. Κ. του Ε., 2) Θ. συζύγου Γ. Κ., το γένος Α. Κ., 3) Ε. Κ. του Γ., 4) Ε. Κ. του Γ., 5) Μ. Κ. του Γ., 6) Α. Κ. του Γ., 7) Α. Κ. του Γ., 8) Ε. Κ. του Γ., 9) Β. Κ. του Ε. και 10) Κ. Κ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο ΚουτσαμποΪκίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων- καθ' ων η κλήση: 1) Δ. Κ. του Β., 2) Β. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3) Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών, με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ-ΠΡΩΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/9/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/880.101/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 59/2004 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/1/2007 αίτησή τους. επί της οποίας εκδόθηκε η 2090/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 15-11-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 2/1/2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες: 1) υπ' αρ. 112Γ/25-7-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Εδέσσης ..., 2) υπ' αρ. 9524Γ/18-7-2007 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καστοριάς ..., 3) υπ' αρ. 2976Γ/4-4-2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών ... και 4) υπ' αριθμ. 5458Δ/5-4-2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καστοριάς ..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης και της από 15-11-2010 κλήσης των αναιρεσειόντων με την πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτική δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β' και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο οχημάτων, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που αποκτάται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 69/1911 και 149/1911).
Ο ΚΟΚ/1999 (Ν. 2696/1999) ορίζει: α) στο άρθρο 12 παρ. 1 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ..." και β) στο άρθρο 76 παρ. 1 "Τα ποδήλατα επιβάλλεται να είναι εφοδιασμένα με ένα λευκό ή κίτρινο φως μπροστά και ένα ερυθρό φως και αντανακλαστικό στοιχείο πίσω, ως και με έναν τουλάχιστον αντανακλαστήρα σε κάθε πλευρά. Ομοίως αντανακλαστικό στοιχείο κίτρινου χρώματος επιβάλλεται να τοποθετείται σε κάθε ποδομοχλό ...".
Εξάλλου, οι έννοιες της αμέλειας και υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγού για την επέλευση της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που αυτό δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα καθ' εαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Περαιτέρω, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, κατά την ανωτέρω διάταξη του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως.
Εξάλλου, κατά το εδάφιο β' του αυτού ως άνω αριθμού και άρθρου, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο, εάν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι όμως όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν άμεση ή έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στις αιτιολογίες της αποφάσεως, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα οδηγών δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 3.6.1999 και ώρα 00.35' περίπου, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην Εθνική Οδό Καστοριάς-Κοζάνης με κατεύθυνση προς Κοζάνη.
Στο 6ο χιλιόμετρο της παραπάνω Εθνικής 0-4 οδού, που βρίσκεται κοντά στον οικισμό Δισπηλιό, διασταυρώνεται αριστερά γι' αυτόν που κινείται προς την Κοζάνη με χωματόδρομο. Στο σημείο αυτό και κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο ο Ε. Κ., υιός των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός των υπολοίπων έξι από αυτούς και εγγονός των δύο τελευταίων, επιχείρησε οδηγώντας το ποδήλατό του να εισέλθει από το χωματόδρομο στην παραπάνω Εθνική Οδό με κατεύθυνση προς Κοζάνη.
Τη στιγμή εκείνη ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, ο οποίος κινούνταν στο ρεύμα προς Κοζάνη και στο παραπάνω χιλιομετρικό σημείο, με μεγάλη ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου για την περιοχή ορίου των 60 χιλιομέτρων την ώρα, επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό του τμήμα στο ποδήλατο του παραπάνω. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής που επακολούθησε ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού αυτού Ε.
Κ., ο οποίος μετά το χτύπημα εκτινάχθηκε στο χωμάτινο έρεισμα που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του δρόμου και σε απόσταση 16.50 μέτρα από το σημείο συγκρούσεως. Υπαίτιοι για το αποτέλεσμα αυτό, ήτοι το θανάσιμο τραυματισμό του παραπάνω ποδηλάτη, είναι και οι δύο οδηγοί, δηλαδή τόσο το θύμα όσο και ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του παραπάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Η υπαιτιότητα του μεν πρώτου-θύματος βρίσκεται στο ότι α) επιχείρησε να εισέλθει στην Εθνική Οδό από χωματόδρομο χωρίς να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή, β) δεν είχε φώτα στο ποδήλατό του και κινούνταν σε περιοχή με συνθήκες ανεπαρκούς φωτισμού και ώρα 00.35' περίπου, ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 και 76 ΚΟΚ.
Του δε πρώτου εναγομένου, οδηγού του παραπάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνίσταται στο ότι α) δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση του οχήματος που οδηγούσε και β) κινούνταν με ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου για την περιοχή ορίου των 60 χιλιομέτρων την ώρα. Ειδικότερα αυτός, αν και πλησίαζε σε κατοικημένη περιοχή (οικισμός Δισπηλιό) και σε διασταύρωση και στην οποία υπήρχαν συνθήκες ανεπαρκούς φωτισμού και περί ώρα 00.35' περίπου και περιορισμένης ορατότητας, δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του θύματος που εισήλθε στη διασταύρωση και δεν διέκοψε λόγω αυτού την πορεία του οχήματός του, αλλά έπεσε σ' αυτόν (ποδηλάτη) όταν αυτός βρισκόταν στο μέσον της οδού (βλ.
σχετικό σχεδιάγραμμα Τροχαίας), ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 16 παρ. 1, 19 και 20 του ΚΟΚ. Επομένως, αφού γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ή ένσταση συνυπαιτιότητας του θύματος, που προβλήθηκε από μέρους των εναγομένων, πρέπει η συνυπαιτιότητα των υπαιτίων οδηγών να κατανεμηθεί σε ποσοστό 50% για τον κάθε ένα από αυτούς ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί συνυπαιτιότητα του θανόντος ποδηλάτη στην πρόκληση του ατυχήματος κατά ποσοστό 20%, και, δικάζοντας την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, επιδίκασε σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό της οποίας καθόρισε με βάση και το πιο πάνω μεγαλύτερο ποσοστό συνυπαιτιότητας του θύματος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις αναφερόμενες στην αρχή ουσιαστικές διατάξεις του ΑΚ και του ΚΟΚ, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του θανόντος ποδηλάτη, ήτοι ότι εισήλθε από το χωματόδρομο στην εθνική οδό, όπου έβαινε το αυτοκίνητο, χωρίς να επιδείξει την αναγκαία επιμέλεια και προσοχή για την αποφυγή ατυχήματος με το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ότι δεν είχε φώτα στο μοτοποδήλατό του ώστε να τον αντιληφθεί έγκαιρα ο οδηγός του αυτοκινήτου και να διακόψει την πορεία του, ενόψει του ότι ήταν νύκτα και υπήρχε ανεπαρκής φωτισμός, συγκροτούν την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος από τη διάταξη του εδαφίου β' του πιο πάνω αριθμού και άρθρου, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη παραβίαση των διδαγμάτων, της κοινής πείρας, πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα διδάγματα της κοινής πείρας και πώς αυτά παραβιάστηκαν κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των αυτών ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, που αφορούν την συνυπαιτιότητα του θανόντος ποδηλάτη και ειδικότερα τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραβατικής συμπεριφοράς αυτού και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.
Εξάλλου, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά αναφορικώς με τα ουσιώδη ζητήματα της αμελούς συμπεριφοράς των οδηγών των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων και της αιτιώδους συναφείας μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών.
Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο, ορθώς εκτιμώμενο από νοηματική άποψη το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, ότι η σύγκρουση των οχημάτων έγινε στο μέσο του οδοστρώματος της εθνικής οδού, όπου είχε φθάσει το ποδήλατο μετά την είσοδό του σε αυτή από το χωματόδρομο και αφού είχε διασχίσει το αντίθετο προς εκείνο στο οποίο κατευθυνόταν ρεύμα της, όπου έβαινε το αυτοκίνητο, στην πορεία του οποίου παρεμβλήθηκε γι' αυτό και το παρέσυρε.
Επίσης δέχεται ότι η έλλειψη φώτων στο ποδήλατο συντέλεσε παράλληλα με την καθοριζόμενη αμελή συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου, στο να μην αντιληφθεί ο τελευταίος την είσοδο του ποδηλάτου στην εθνική οδό, ώστε να διακόψει την πορεία του και να αποφύγει τη σύγκρουση, κι έτσι διευκρινίζεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας αυτής παραλείψεως του ποδηλάτη και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις, που προβάλλονται με τον πρώτο και το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως είναι αβάσιμες. Από τις προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο ελλείψεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως: α) οι υπό στοιχεία α, δ, ε, ζ και η και β' και γ' του δεύτερου μέρους του λόγου αυτού ανάγονται σε μη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, αφού οι πρώτες αφορούν υπαίτια οδική συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου, που δεν του καταλογίζεται με την αγωγή, οι δε δεύτερες αφορούν σε υπαίτια οδική συμπεριφορά του ποδηλάτη, που δεν του έχει αποδοθεί με την αναιρεσιβαλλομένη, β) όλες οι υπόλοιπες ελλείψεις αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.
Συνακόλουθα, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το σχετικό μέρος, λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση και του δευτέρου, η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν κατά ένα μέρος ως αβάσιμοι και κατά το άλλο μέρος ως απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς τα πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έτσι, παραμόρφωση μπορεί να γίνει είτε θετικώς με τη λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου είτε αρνητικώς με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων φράσεων ή περικοπών του.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση θετικώς με την πιο πάνω έννοια, όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο, που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση πρέπει το δικαστήριο να σχημάτισε αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση, η οποία δεν υπάρχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, ενώ στο από 3.6.1999 σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Καστοριάς, που συντάχθηκε για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, απεικονίζονται υπό τα στοιχεία αβ ίχνη αίματος του θανόντος ποδηλάτη σε ευθεία γραμμή μήκους 16,50 μέτρων, στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του και μάλιστα πλησίον της δεξιάς οριογραμμής του οδοστρώματος, στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, ότι η σύγκρουση του αυτοκινήτου με το ποδήλατο έλαβε χώρα στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας, όπου έβαινε κανονικώς το ποδήλατο το οποίο παρέσυρε το ομορρόπως της κινούμενο πίσω από αυτό αυτοκίνητο, το Εφετείο δέχθηκε ότι η σύγκρουση των οχημάτων αυτών έλαβε χώρα στο μέσο του οδοστρώματος και απέδωσε το απεικονιζόμενο στο σχεδιάγραμμα μήκος των ιχνών του αίματος του ποδηλάτη ότι αποτελεί την απόσταση εκτινάξεως αυτού μετά το κτύπημά του από το αυτοκίνητο από το σημείο συγκρούσεως στο μέσο του οδοστρώματος.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση ανάγεται στην εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων, από την οποία φέρεται να κατέληξε αυτό σε συμπέρασμα, αναφορικώς με το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων και την επί της οδού απόσταση παρασύρσεως του ποδηλάτη, διαφορετικό από εκείνο, που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες.
Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως κι έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους, καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή οι μη νόμιμοι ή απαράδεκτοι ισχυρισμοί, ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα υπέρ της βασιμότητας της αγωγής ή ενστάσεως κλπ, ακόμη κι αν προβάλλονται με λόγους εφέσεως, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους. Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και τους απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικώς με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το αυτοκινητικό ατύχημα και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων οδηγών, τους καθοριζόμενους ισχυρισμούς, που οι αναιρεσείοντες προέβαλαν πρωτοδίκως και με λόγους της εφέσεώς τους επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Από τους ισχυρισμούς αυτούς: 1) Ο υπό στοιχείο α', κατά το μέρος που αφορά το σημείο επί της οδού, στο οποίο έβαινε το ποδήλατο και προσέκρουσε επ' αυτού το κινούμενο ομορρόπως πίσω από αυτό αυτοκίνητο και που, κατά τους αναιρεσείοντες, ήταν το άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας τους, έχει ληφθεί υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε με την αντίθετη παραδοχή ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο μέσο του οδοστρώματος κατά το άλλο δε μέρος, αναφέρεται σε πραγματικό επιχείρημα υπέρ της βασιμότητας του ανωτέρω ισχυρισμού των αναιρεσειόντων. 2) Ο υπό στοιχείο β' αναφέρεται σε αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα σε εξώδικη ομολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου όσον αφορά το μέρος της οδού, στο οποίο έβαινε κατά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο. 3) Ο υπό στοιχείο γ' ισχυρισμός κατά το μέρος που αφορά την ταχύτητα του αυτοκίνητου κατά το χρόνο του ατυχήματος και που κατά τους αναιρεσείοντες ανερχόταν σε 110 χιλ.
την ώρα έχει ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδοχή του ότι το αυτοκίνητο έβαινε με ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη του επιτρεπομένου για την περιοχή ορίου των 60 χιλ. την ώρα' κατά το δεύτερο μέρος αφορά επίσης επιχείρημα υπέρ του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί κινήσεως του ποδηλάτου στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του κατά το άλλο μέρος, που αναφέρεται σε παραβατική οδική συμπεριφορά του οδηγού του αυτοκινήτου σχετική με την κανονική κατά τον ΚΟΚ χρήση των φώτων του αυτοκινήτου, που συντέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος, ήταν ως αγωγικός ισχυρισμός που θεμελιώνει την υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού και σε άλλα μη αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, απαραδέκτος, διότι προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο και κατά το τελευταίο μέρος που αφορά έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ανυπαρξίας φώτων στο ποδήλατο και της προκλήσεως του ατυχήματος, έχει ληφθεί υπόψη και απορρίφθηκε δια της περί του αντιθέτου παραδοχής.
Συνακόλουθα, ο πιο πάνω λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί κατά ορισμένα μέρη ως αβάσιμος και κατά τα άλλα μέρη ως απαράδεκτος.
Επειδή ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτός και νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στον προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή, προκειμένου περί εγγράφων, ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε τη διαβεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και τα επίμαχα έγγραφα, στα οποία αφορά ο προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική και εξώδικη. Ομολογία είναι η δήλωση, με την οποία διάδικος εκθέτει ή αναγνωρίζει την αλήθεια ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, που είναι επιβλαβές γι' αυτόν και ωφέλιμο για τον αντίδικό του, υπέρ του οποίου η ομολογία, ο οποίος και βαρύνεται με την απόδειξή του.
Αντιθέτως, η αποδοχή επωφελών για τον ομολογούντα γεγονότων δεν συνιστά ομολογία. Η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας εξώδικης ομολογίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος όμως αυτός δεν θεμελιώνεται αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά τον λόγο της αναιρέσεως, εξώδικη ομολογία.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο διότι, κατά τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του περί των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το αυτοκινητικό ατύχημα και της υπαιτιότητας των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι αναιρεσείοντες νομίμως είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, ήτοι α) τις καταθέσεις των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετασθέντων εκατέρωθεν μαρτύρων, που περιλαμβάνονται στα 20/880.101/23.11.2001 πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, β) το από 26.1.2000 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καστοριάς, με το οποίο ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου πρώτος αναιρεσίβλητος παραπέμφθηκε για να δικαστεί για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, γ) την 672/13.4.2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς, με την οποία ο ανωτέρω κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε για την αξιόποινη αυτή πράξη, δ) τις από 10.12.1999, 6.9.1999 και 8.6.1999 ένορκες ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων, αντιστοίχως, Δ.
Π., M. A. και Δ. Μ., ε) τις από 22.11.2001 έγχρωμες φωτογραφίες, που απεικονίζουν τα συγκρουσθέντα οχήματα, στ) καθώς και την περιλαμβανόμενη στην από 3.6.1999 έκθεση ένορκης εξετάσεως ως μάρτυρα εξώδικη ομολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο, που οδηγούσε, έβαινε κανονικώς στο δεξιό του ρεύματος πορείας του.
Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε αυτή ρητώς διαλαμβάνεται, ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση και από τις καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων. Εξ άλλου, από την περιλαμβανόμενη στην απόφαση διαβεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ότι το αποδεικτικό του πόρισμα διαμόρφωσε και από τα έγγραφα, που προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη και τα ως άνω υπό στοιχεία β', γ', δ' και ε' έγγραφα.
Κατά συνέπεια, ο κρινόμενος λόγος της αναιρέσεως, καθόσον αφορά τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την εξώδικη ομολογία, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι το φερόμενο ως ομολογηθέν πραγματικό περιστατικό είναι επωφελές για τον ομολογήσαντα κι επομένως η περί αυτού δήλωσή του δεν συνιστά ομολογία.
επομένως η περί αυτού δήλωσή του δεν συνιστά ομολογία. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης τρίτης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 19-1-2007 αίτηση του Γ. Κ. του Ε. και λοιπών ομοδίκων του για αναίρεση της υπ' αριθ. 59/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ ΠΡΩΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ