Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to apply civil code interpretation rules on tax exemption clause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the first ground of the appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred by failing to apply Articles 173 and 200 of the Civil Code to interpret the meaning of 'legal burdens' in a labor settlement agreement. The court agreed that the appellate court must have used these statutory interpretation rules to determine the parties' true intent regarding tax exemptions, rather than relying solely on the contract text.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; The appellate court is bound to apply statutory interpretation rules to ascertain the true intent of parties when contract terms are ambiguous, and failure to do so constitutes a violation of substantive law requiring the case to be remanded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 799 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 799/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12-04-2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείουσας-καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕIΑ",όπως μετονομάσθηκε εκ νέου η εταιρεία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ ",που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαργετίνα Στεφανάτου .
Του αναιρεσίβλητου- καθ'ου η κλήση :Μ. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Kωνσταντίνο Γερογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1227/2005 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 5237/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2007 αίτησή της που προσδιορίστηκε για να δικασθεί στις 23-3-2010 κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της υποθέσεως. Την υπόθεση επαναφέρει για συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2010 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 11-03-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να γίνει δεκτός ο πρώτος. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης ,ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη και καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000, σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 3270/2004, σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ".
Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (δηλ. από 3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ.
β' του αυτού άρθρου, ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από το ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν.3139/2003 (ΦΕΚ Α' 100/30-4-2003), η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν.2206/1994 άδεια λειτουργίας καζίνο στη θέση του "Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ιδίου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν.2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν...".
Με την παράγραφο 7 περ. β' του ιδίου άρθρου, ορίστηκε ότι το παραπάνω προσωπικό, μπορεί "μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχωρήσεως από την εργασία του. Η εταιρεία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε αποδεκτή.
Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, ορίστηκε ότι "Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας" αποσπάται από την εταιρεία και εισφέρεται αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το προσωπικό που ανήκει στην αναιρεσείουσα και υπηρετούσε με απόσπαση στην επιχειρηματική μονάδα Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, από τη δημοσίευση του ν. 3139/2003, δηλαδή από τις 30-4-2003, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", εκτός από τους εργαζόμενους που έχουν δηλώσει εγγράφως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σ' αυτήν. Παρέπεται δε, ότι οι εργαζόμενοι που υπέβαλαν εμπροθέσμως, δηλαδή μέχρι τις 31-5-2003, τη δήλωση αυτή προς την "Ε.Τ.Α. ΑΕ", και έτσι δεν μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", αλλά παρέμειναν στο προσωπικό της "Ε.Τ.Α. ΑΕ", δικαιούνται οποιαδήποτε παροχή που θεμελιώνεται στην εργασιακή σχέση, από την τελευταία αυτή εταιρεία και όχι από την "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 5-5-1976 από τον ΕΟΤ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί στην επιχείρηση "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" ως τεχνικός παιγνίων και έκτοτε παρείχε την εργασία αυτή στην εν λόγω επιχείρηση. Πριν από την ψήφιση του ν.3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος και επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων", και της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας.
Με το όρο δε 3 παρ. γ' της εν λόγω συμφωνίας, τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών από καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως.....
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Ο αναιρεσίβλητος, όντας μέλος του προσωπικού της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας", με την από 28-5-2003 αίτηση, που απηύθυνε προς την αναιρεσείουσα, ζήτησε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα αυτής περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία.
Η εν λόγω αίτηση έγινε δεκτή από την αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της στις 11-11-2003 λαμβάνοντας την προβλεπόμενη από την παραπάνω συμφωνία αποζημίωση, από την οποία και παρακρατήθηκε ο φόρος που αναλογούσε σ' αυτήν. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι εν προκειμένω υπόχρεος σε καταβολή της αποζημιώσεως στον αναιρεσίβλητο λόγω της εθελουσίας αποχωρήσεως αυτού από την εργασία του, συνεπώς και για τη συμπλήρωση αυτής, κατά το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου εισοδήματος που αναλογούσε σ' αυτόν, και ο οποίος, σύμφωνα με την αγωγή, κατά παράβαση της από 28-3-2003 συμφωνίας παρακρατήθηκε, είναι η αναιρεσείουσα και όχι η "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν.3139/2003, διότι σύμφωνα με αυτές, εφόσον ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (στις 30-4-2003), αίτηση εντάξεώς της στο ως άνω πρόγραμμα της "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία, η οποία (αίτηση) εμπεριείχε και δήλωση παραμονής τους σ' αυτήν, παρέμεινε πράγματι στο προσωπικό της τελευταίας και δε μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Επομένως, ο από τoν αριθμό 1 μόνο του άρθρου 559 ΚΠολ.Δ, κατ'ορθή υπαγωγή (και όχι και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο,) πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο τα αντίθετα υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα-εναγομένη, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν αυτή υπόχρεη, προς καταβολή της εν λόγω αποζημιώσεως και, συνεπώς δεν έπρεπε να απευθυνθεί η αγωγή εναντίον της, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.
Επειδή,ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' Κ ΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει ωστόσο να προσφύγει τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές, ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000, σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Σκοπός της εταιρίας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο- Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000 ορίστηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του Ε.Ο.Τ., στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Καζίνο -Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ.
β' του αυτού άρθρου ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση του Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003, η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας του Καζίνο στη "θέση Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ίδιου νόμου αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή Εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΤΑ ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν...".
Πριν από την ψήφιση του πιο πάνω νόμου 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκ μεταλλεύσεως του συγκροτήματος "Καζίνο-Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας", Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας.
Ειδικότερα συμφωνήθηκαν τα εξής: Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη ν. 3139/2003), αλλά την εθελουσία αποχώρησή τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωση τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", υποβαλλόμενη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η εταιρία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους στη συμφωνία όρους.
Με τον όρο 3 παράγραφος γ' της ίδιας συμφωνίας τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ακόμη, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως....
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Στην προκείμενη, περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Με τον 3ο όρο(παρ.γ εδ.γ)της από 28-3-2003 έγγραφης συμφωνίας που προαναφέρθηκε, συμφωνήθηκε ότι όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της αποζημίωσης του ν.2112/1920,που ορίστηκε να είναι διπλάσια της νόμιμης αποζημίωσης, και συνυπολογίζονται πέραν αυτής.
Ενόψει του ότι α)η εισφορά από 10% επί του φόρου της αποζημίωσης υπέρ ΟΓΑ έχει καταργηθεί από 7-9-1984 με το Ν1473/1984,β)τα τέλη χαρτοσήμου από 1% επί του ποσού της αποζημίωσης προσαυξημένου κατά 0,20% υπέρ ΟΓΑ,ΤΕΒΕ και ΤΑΕ καταργήθηκαν από 1-1-2002 με το άρθρο 2 εδ.Α της από 21-12-2001 πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, γ)η αποζημίωση του Ν.2112/1920 δεν αποτελεί μισθό ώστε να υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ ή άλλων Οργανισμών και δ)η εκκαλούσα εταιρία δεν επικαλείται καμία ειδικότερη κράτηση και το ποσοστό της, την οποία να μην υπολόγισε ως νόμιμη επιβάρυνση, πέραν του φόρου που αναλογούσε στην αποζημίωση του ενάγοντος, αρκουμένη στη γενική διατύπωση ότι οι νόμιμες επιβαρύνσεις <<αφορούν τέλη, χαρτόσημα, κρατήσεις, επικουρικά ταμεία κ.λ.π.>>, η φορολόγηση της αποζημίωσης, κατ' άρθρο 14παρ.1 του Ν.2238/1994,όπως το δεύτερο και τέταρτο εδάφιο αυτής αντικ.
με άρθρο 3παρ.8 και 9 του Ν.3091/2002,συνιστά πλέον τη μοναδική επιβάρυνση επί της αποζημίωσης και γι' αυτό το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι με την πιο πάνω συμφωνία στην έννοια των νομίμων επιβαρύνσεων περιλαμβάνονταν, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, ο φόρος που αναλογεί στην αποζημίωση του ενάγοντος, αφού διαφορετικά λόγω της μη ύπαρξης άλλων επιβαρύνσεων δεν θα υπήρχε λόγος να γίνει σχετική μνεία και συμφωνία για νόμιμες επιβαρύνσεις και επομένως η προβλεπόμενη αποζημίωση έπρεπε να καταβληθεί σ' αυτόν χωρίς την αφαίρεση από αυτή του φόρου που αναλογούσε και ο οποίος(φόρος)θα υπολογίζονταν πέραν από αυτήν.
Περαιτέρω, ενόψει του ό τι α)η πιο πάνω συμφωνία δεν αφορούσε το ύψος του αναλογούντος επί της αποζημίωσης φόρου, το χρόνο παρακράτησης και καταβολής αυτού στο Ελληνικό Δημόσιο ή τον τρόπο υπολογισμού αυτού, κρίνεται ότι με αυτή δεν θίγεται το κύρος ούτε καταστρατηγούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 14 παρ.1 του Ν.2238/1994 σχετικά με το ποσοστό φορολόγησης(20%),το χρόνο παρακράτησης του αναλογούντος φόρου(κατά τη πληρωμή της αποζημίωσης στο δικαιούχο)ή τον τρόπο υπολογισμού αυτού (αυτοτελής φορολόγηση της αποζημίωσης) και β) η αποζημίωση του Ν.2112/1920 δεν αποτελεί εισόδημα ή αποδοχές του εργαζομένου, ενόψει του ειδικού τρόπου φορολόγησης αυτής (αυτοτελής φορολόγηση με ενιαίο συντελεστή 20% στο ποσό της αποζημίωσης, μετά την αφαίρεση του ποσού των 20.000 ευρώ)και η τυχόν καταβολή του φόρου που αναλογεί σ' αυτή από τον εργοδότη έχει ως μόνη συνέπεια να μην εκπίπτεται αυτός ως δαπάνη της επιχείρησής του, κρίνεται ότι στην περίπτωση που αυτός(εργοδότης) αυτοβούλως συμφωνήσει με τον εργαζόμενο σ'αυτόν να καταβάλει ο ίδιος το φόρο που αναλογεί στην αποζημίωση του Ν.2112/1920, αναλαμβάνοντας αυτόματα και την πιο πάνω συνέπεια, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, δεν παραβιάζεται κανόνας αναγκαστικού δικαίου που ρυθμίζει φορολογικά ή εργατικά ζητήματα, αφού το τελικά ζητούμενο είναι η πληρωμή του φόρου που αναλογεί στην αποζημίωση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας στο Ελληνικό Δημόσιο...>>.Στη συνέχεια το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι το ποσό του φόρου που αναλογεί στην αποζημίωση απόλυσης που δικαιούνταν να λάβει ο αναιρεσίβλητος και το οποίο ανερχόταν σε 38.053,31 ευρώ, δεν θα παρακρατηθεί από το ποσό της ως άνω αποζημίωσης, αλλά θα μετακυλισθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας, ως εργοδότριας, με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε επιδικασθεί το ως άνω ποσό του φόρου(38.053,31ευρώ)στον αναιρεσίβλητο-ενάγοντα.
Από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο προκύπτει ότι έμμεσα διεπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου <<νόμιμες επιβαρύνσεις>>, αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιορίζονταν, και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή (η οποία δεν φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ) σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του ν.2238/1994 και στο ότι η αποζημίωση απόλυσης δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές, ούτε επιβαρύνεται με εισφορά υπέρ ΟΓΑ και τέλος χαρτοσήμου, καθόσον αυτά είχαν ήδη καταργηθεί κατά το χρόνο της ανωτέρω συμφωνίας.
Ενώ όμως, ενόψει αυτών, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ως προς την έννοια του όρου <<νόμιμες επιβαρύνσεις>>, δεν προσέφυγε σ' αυτούς, τους οποίους ούτε τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλομένη απόφασή του, ούτε δε και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Συνεπώς, το Εφετείο με τον τρόπο αυτό παρεβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και200 του ΑΚ γι' αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ ΠολΔ, (και όχι και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο). Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προεκτεθέν μέρος της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, την 5237/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το προεκτεθέν μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός αυτών που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων(2300)Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαϊου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαϊου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ