Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of criminal negligence causing livestock panic and loss.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding a shooting incident that caused panic and loss among the appellee's pregnant sheep. The appellant argued for a retrial based on alleged procedural violations and insufficient evidence evaluation, while the appellee contended the lower court correctly applied civil liability principles. The court rejected these claims, affirming that the lower court's factual findings regarding the shooting and its consequences were legally sound and not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 299, 330, 914, 932 of the Civil Code; The Supreme Court holds that appellate courts cannot re-evaluate the factual findings of the court of first instance regarding the existence of fault and causation in civil liability cases, and appeals based on alleged procedural violations of these substantive provisions are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 799 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 799/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Βησσαρίωνα Κωνσταντούλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Γεώργιο Πελέκη, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 15.4.2010 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τριαντάφυλλο Καζάνη.
Στο σημείο αυτό ο παραστάς πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Οκτωβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2185/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή και τους με ιδιαίτερο από 5 Νοεμβρίου 2009 δικόγραφο, πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 14 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 428/5.12.2008 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 234/5-11-2009, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους για αναίρεση της 2185/2.10.2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο παραστάς πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 428/5-12-2008 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 234/5-11-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 2185/2-10-2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 211Μ/2-10-2001 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος απορρέουσες από την αποδιδόμενη στον τελευταίο παράνομη και υπαίτια πράξη.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 82/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με απορριπτικής επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, και σε δεύτερο βαθμό, κατά παραδοχή της 107/10-9-2004 εφέσεως του ενάγοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και μερική παραδοχή της, η 2185/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της.
Ειδικότερα ανελέγκτως δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων διατηρεί στην αγροτική περιοχή ...κτηνοτροφική μονάδα στην οποία εκτρέφει πρόβατα και λίγα βοοειδή. Ο εναγόμενος, στην ίδια περιοχή έχει κατοικία στην οποία διαμένει τους θερινούς μήνες, καθόσον το υπόλοιπο διάστημα του έτους διαμένει στη .... Στην εν λόγω περιοχή, παρότι είναι αγροτική, έχουν κατασκευασθεί αρκετές παραθεριστικές κατοικίες, Οι σχέσεις του ενάγοντος με ορισμένους ιδιοκτήτες των κατοικιών αυτών, όπως και με τον εναγόμενο, είναι τεταμένες επειδή αυτοί ενοχλούνται από τη λειτουργία του ποιμνιοστασίου του και.
τη βόσκηση των ζώων του πλησίον των κατοικιών τους. Στις 26.8.2001 αργά το πρωί και ενώ το ποίμνιο του ενάγοντος διερχόταν σε απόσταση περί τα είκοσι πέντε μέτρα από την κατοικία του εναγομένου, συνοδευόμενο από το βοσκό του ενάγοντος ... υπήκοο, ο εναγόμενος, προφανώς ενοχλημένος, εξήλθε από την οικία του κρατώντας μία κυνηγητική καραμπίνα και πυροβόλησε δύο φορές προς το μέρος των προβάτων.
Στη συνέχεια, κρατώντας το όπλο, πλησίασε το βοσκό και του είπε να μαζέψει τα πρόβατα και να φύγει. Ο βοσκός πανικόβλητος, οδήγησε τα αφηνιασμένα πρόβατα του ποιμνίου στο ποιμνιοστάσιο. Τότε τα θηλυκά πρόβατα, τα οποία διήνυαν τον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης τους, άρχισαν να αποβάλλουν και ο ενάγων τηλεφώνησε στην κτηνίατρο Ζ, η οποία έφθασε στο ποιμνιοστάσιο το μεσημέρι, όταν ήδη επτά πρόβατα είχαν αποβάλει και άλλα έξι ήταν σε κατάσταση εξελίξιμης αποβολής.
Μέχρι το απόγευμα που έμεινε η κτηνίατρος είχαν αποβάλει συνολικά δεκαπέντε πρόβατα. Η ίδια κτηνίατρος επισκέφθηκε το ποίμνιο και την επομένη και τη μεθεπόμενη και οι αποβολές συνεχίσθηκαν και κατά τις ημέρες αυτές και απέβαλαν συνολικά εξήντα δύο πρόβατα. Οι αποβολές δεν συνεχίσθηκαν τις επόμενες ημέρες.
Η ως άνω κτηνίατρος έλαβε υλικό από τα παθόντα ζώα (τεσσάρων αποβληθέντων εμβρύων, ενός πλακούντα και αίματος από είκοσι δύο προβατίνες), το οποίο, με μέριμνα του Αγροτικού Κτηνιατρείου ..., απεστάλη στο Κέντρο Κτηνιατρικών Ιδρυμάτων Θεσσαλονίκης, του Υπουργείου Γεωργίας, για κτηνιατρική εξέταση. Η εξέταση αυτή ήταν αρνητική για σαλμονέλωση και βρουκέλλωση, ενώ στους ορούς αίματος βρέθηκαν αντισώματα για χλαμιδίαση, με αρνητικές τιμές για 14 από αυτούς (<1/16 και 1/16), με υποψία μόλυνσης για 6 (1/32) και θετικές τιμές για 2 (1/64), με την παρατήρηση ότι θετικός θεωρείται τίτλος μεγαλύτερος από 1/32.
Στον πλακούντα δεν παρατηρήθηκαν αντιγόνο και σωματίδια χλαμύδιας (βλ υπ' αριθμ. πρωτ 728/1.10.2001 δελτίο εργαστηριακής εξέτασης του ανωτέρω κέντρου). Όταν το Αγροτικό Κτηνιατρείο ... έλαβε τα αποτελέσματα των εξετάσεων η κτηνίατρος-υπάλληλος αυτού ... επικοινώνησε με τον ενάγοντα, ο οποίος τη διαβεβαίωσε ότι οι αποβολές είχαν σταματήσει και κρίθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος επανάληψης των δειγματοληψιών για χλαμύδια.
Μετά τα κρούσματα των αποβολών στο ποίμνιο του ενάγοντος αλλά και κατά τη διάρκεια των εργαστηριακών εξετάσεων και μετά τη λήψη των αποτελεσμάτων, το Κτηνιατρείο ... δεν προέβη σε κάποια ενέργεια απομόνωσης του ποιμνίου, ούτε προέκυψε ότι παρουσιάσθηκε κρούσμα αποβολής σε άλλο ζώο γειτονικού ποιμνίου.
Η κτηνίατρος Ζ, που εξέτασε πρώτη τα παθόντα ζώα και τα παρακολούθησε τις τρεις ημέρες κατά τις οποίες διήρκεσαν οι αποβολές και αφού μελέτησε τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων, τα οποία στις 31.8.2001 που συνέταξε βεβαίωση σχετικά με όσα υπέπεσαν στην αντίληψη της ως κτηνιάτρου δεν είχαν εκδοθεί και ενημερώθηκε από τον ενάγοντα για τα εμβόλια που είχαν γίνει στο ποίμνιο, συνέταξε την από 28.8.2004 γνωμοδότησή της, κατά την οποία οι αποβολές είναι μηχανικές και δεν οφείλονται σε χλαμύδια.
Αιτιολογώντας τους θετικούς τίτλους που βρέθηκαν στην εργαστηριακή εξέταση για χλαμύδια συμπεραίνει ότι οφείλονται στον εμβολιασμό κατά της χλαμύδιας, ενώ προς ενίσχυση της άποψής της βεβαιώνει ότι τα αποβληθέντα έμβρυα δεν είχαν αλλοιώσεις, όπως συμβαίνει σε περίπτωση αποβολής από χλαμιδίαση και ότι δεν είναι δυνατό σε λοιμώδες νόσημα να επικεντρώνονται οι αποβολές σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα [τριών ημερών] αλλά υπάρχει διακύμανση από 7 μέχρι 25 ημέρες.
Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι αποβολές των προβάτων του ενάγοντος δεν είναι επιζωοτικές αποβολές από χλαμύδια, αλλά μηχανικές αποβολές που προκλήθηκαν από τον πανικό που τους προκάλεσαν οι πυροβολισμοί του εναγομένου προς εκφοβισμό τους, ώστε να απομακρυνθούν και να σταματήσουν να τον ενοχλούν και η συνεπεία του πανικού άτακτη φυγή τους.
Αν οι αποβολές οφείλονταν στη χλαμιδίαση δεν θα άρχιζαν τόσο αιφνίδια και δεν θα διαρκούσαν τόσο μικρό διάστημα (τρεις ημέρες), αλλά δεν θα άρχιζαν και αμέσως, μετά τους πυροβολισμούς του ενάγοντος χωρίς να έχει παρουσιασθεί άλλο κρούσμα αποβολής τις αμέσως προηγούμενες ημέρες. Περαιτέρω το Αγροτικό Κτηνιατρείο ..., εάν είχε υποψίες για χλαμιδίαση, θα προέβαινε σε σχετικές προληπτικές ενέργειες, εφόσον είχε ενημερωθεί αμέσως από την από την ανωτέρω κτηνίατρο Ζ.
Μετά από έγκληση του ενάγοντος ασκήθηκε κατά του εναγομένου ποινική δίωξη για ζωοκτονία και παραπέμφθηκε για να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, το οποίο με την 1393/2004 απόφαση του κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Το Δικαστήριο αυτό με την 1112/2007 απόφαση του ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης". Κατά της τελευταίας αυτής, αποφάσεως εναντιώνεται o ηττηθείς εφεσίβλητος - εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο πρόσθετων αυτής λόγων και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως Ειδικότερα:
α) κύριο δικόγραφο Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 επ Κ.Πολ.Δ αποδεικτικό έγγραφο. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως η κατά την έννοια του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ γνωμοδότηση, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο εκείνου των εγγράφων.
Επομένως η προβαλλόμενη με τον δεύτερο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου της από 31-8-2001 γνωμοδότησης της κτηνιάτρου Ζ, αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτη.
ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αγιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914, 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης προϋποθέτει παράνομη και υπαίτια συμπεριφοράς του δράστη, πρόκληση ζημίας περιουσιακής ή ηθικής και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως, ιδίως δε αρκεί η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας, η οποία απορρέει από τις αρχές των χρηστών ηθών και, κυρίως, της καλής πίστεως.
Η υπαιτιότητα διακρίνεται, αναλόγως προς την βαρύτητά της, σε δύο είδη, τον δόλο και την αμέλεια. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τα συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται (α) ότι ο αναιρεσείων με κυνηγητική καραμπίνα πυροβόλησε δύο φορές προς το ποίμνιο του αναιρεσιβλήτου και (β) ότι η παράνομη και υπαίτια, από πρόθεση πράξη του αυτή ήταν ικανή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων να προκαλέσει με τους πυροβολισμούς πανικό του ποιμνίου και μηχανική αποβολή των σε κατάσταση εγκυμοσύνης προβάτων, ζημιογόνο αποτέλεσμα το οποίο και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914, 932 ΑΚ παραδοχή της κατά του αναιρεσείοντος απευθυνόμενης αγωγής του αναιρεσιβλήτου.
Επομένως, ο απομένων προς έρευνα πρώτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, με παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωση στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχεται ως αβάσιμος.
β) πρόσθετο δικόγραφο
Με το δικόγραφο προσθέτων λόγων επανα-διατυπώνονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 άρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ, με αναφορά σε ελλείψεις στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και την επίκληση ποινικών αποφάσεων, που επακαλούθησαν της εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες, με τις αυτές, με στοιχ. (α) της παρούσης, αιτιολογίες, αξιολογούνται ομοίως ως απαράδεκτες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 428/5-12-2008 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 234/5-11-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2185/2-10-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ