Supreme Court dismisses appeal against labor contract duration ruling due to lack of legal interest and statutory limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two female employees against a final judgment from the Athens Court of Appeal regarding their employment contracts. The lower court ruled that the contracts were fixed-term, citing Greek law which prohibits public sector employment beyond eight months in a twelve-month period, despite the employees' arguments regarding the Directive's applicability. The Court rejected the appeal because the appellate court's decision was based on a necessary legal finding rather than an arbitrary choice, and the appellants lacked legal interest to challenge the judgment on procedural grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 21(1) and 21(2) of Law 2190/1994; Articles 573(1) and 533(2) of the Code of Civil Procedure: Employment contracts with public entities exceeding the statutory eight-month limit are invalid, and appeals lacking legal interest or challenging necessary legal findings are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 799 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 799/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1.χ1 , 2.χ2, οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόρη Κοσσυβάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ....", που κατοικοεδρεύει στη ...... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο αυτού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μικρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2157/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20/4/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 12/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 21 παρ. 1 του Ν. 2190/1994 ορίζεται ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επομένων παραγράφων", στην παρ. 2 ορίζεται ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες." Στη συνέχεια στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το Ν. 1892/1990, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι η σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητά ή σιωπηρά έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.
Περαιτέρω το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του του ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του ν. 547/1937 ορίζει ότι οι διατάξεις του νομοθετήματος αυτού περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας διατάξεων.
Η διάταξη όμως αυτή δε δύναται να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικώς ως ορισμένης διάρκειας εκ του νόμου, όπως ορίζεται παραπάνω στο ν. 2190/1994, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, βάσει διατάξεως νόμου, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη.
Με την αναθεώρηση του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συνάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρο 103 του Συντάγματος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκην, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη ..., την ...
και το ..., η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 10-7-1999 και η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη- μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συλλογικές συμβάσεις ή πρακτική, ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, για την πρόληψη των καταχρήσεων λαμβάνουν κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα:
α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας και ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/ και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου:
θεωρούνται "διαδοχικές" β)χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου(ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας αυτής, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που καλείται να λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ( 2-4-2003 και 19-7-2004).
Σύμφωνα λοιπόν με όσα προαναφέρθηκαν, η παραπάνω Οδηγία δεν εφαρμόζεται και δεν έχει ισχύ στην ελληνική έννομη τάξη μετά τη λήξη της προθεσμίας προσαρμογής (10-7-2001) και μέχρι τις 2-4-2003 και 19-7-2004, που άρχισε η ισχύς των ΠΔ 81/2003 και 164/2004 (Ολ. ΑΠ 20/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
Με τη ..... απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του αναιρεσιβλήτου Δήμου και τη ...... απόφαση του Δημαρχείου του αυτού Δήμου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, οι αναιρεσείουσες προσλήφθηκαν ως εργάτριες πρασίνου και γενικών καθηκόντων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας η κάθε μία για το χρονικό διάστημα από τις 14-5-2002 έως 13-1-2003.
Κατά το διάστημα αυτό δεν ασχολήθηκαν ως εργάτριες πρασίνου και γενικών καθηκόντων, αλλά η μεν πρώτη ως γραμματέας στο γραφείο Προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου, στο γραφείο του Δημοτολογίου του Δήμου και στο ΚΕΠ του Δήμου, η δε δεύτερη ως γραμματέας και υπεύθυνη τήρησης πρωτοκόλλου της Τεχνικής Υπηρεσίας.
Μετά τη λήξη του ως άνω διαστήματος ο αναιρεσίβλητος Δήμος επαναπροσέλαβε και πάλι και τις δύο αναιρεσείουσες με την .... απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής και την ..... απόφαση του Δημάρχου του ως εργάτριες πρασίνου και γενικών καθηκόντων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως 31-1-2004.
Όμως και κατά το διάστημα αυτό οι αναιρεσείουσες ασχολήθηκαν και πάλι με τα ως άνω καθήκοντα, ήτοι ως υπάλληλοι του αναιρεσιβλήτου Δήμου και όχι με τις ιδιότητες για τις οποίες προσλήφθηκαν. Απασχολούμενες με τα παραπάνω καθήκοντα του υπαλλήλου οι αναιρεσείουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου.
Τέλος, με την ... απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής και με την ...απόφαση του Δημάρχου του, ο αναιρεσίβλητος Δήμος προσέλαβε τις αναιρεσείουσες με σύμβαση ορισμένου χρόνου και για το χρονικό διάστημα από 25-5-2004 έως 25-12-2004, οπότε και πάλι τις απασχολούσε με τα προαναφερόμενα καθήκοντα του υπαλλήλου. Οι αναιρεσείουσες έχουν υποβάλει στον αναιρεσίβλητο αίτηση, σύμφωνα με το ΠΔ 164/2004 για την αναγνώριση των τριών (3) Διαδοχικών συμβάσεων εργασίας τους σε αορίστου χρόνου.
Συνεπώς αποδέχονται ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στον αναιρεσίβλητο με σύμβαση ορισμένου χρόνου και συνεπώς ότι οι δύο πρώτες εξ αυτών (των συμβάσεων) δεν αποτελούν ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, αλλά ότι οι συμβάσεις αυτές είχαν καταρτισθεί διαδοχικά ως ορισμένου χρόνου. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, απορρίφθηκε η αγωγή των αναιρεσειουσών, με την οποία αυτές ζητούν να αναγνωρισθεί ότι, οι ως άνω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αποτελούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία λύθηκε με καταγγελία από τον αναιρεσίβλητο, η οποία είναι άκυρη, λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης καθώς και αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-2-2004 έως 25-5-2004.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, αν και χρησιμοποίησε εσφαλμένη αιτιολογία ως προς τον χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων ως συμβάσεων ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και δεν παραβίασε τις πιο πάνω αναφερθείσες διατάξεις. Καθόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, κατά τους ισχύοντες κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης κανόνες δικαίου, με βάση τους οποίους κρίνονται η ορθότητα ή μη αυτής (άρθρα 573 παρ.1 και 533 παρ 2 Κ.Πολ.Δ.), οι ένδικες συμβάσεις καταρτίσθηκαν υποχρεωτικώς από το νόμο ως συμβάσεις ορισμένης διάρκειας και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της συμβάσεως, ως ορισμένου χρόνου.
Περαιτέρω, η 1999/70/ΕΚ Οδηγία δεν ήταν εφαρμόσιμη ως μη έχουσα κατά τα προεκτεθέντα άμεση ισχύ στην εσωτερική ημεδαπή έννομη τάξη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 και 578 Κ.Πολ.Δ. για την άσκηση αναιρέσεως απαιτείται έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. Ο διάδικος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλλει την απόφαση με αναίρεση, όταν επικαλείται την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ζητήματα που κρίθηκαν χωρίς ανάγκη πλεοναστικώς και όλως παρέργως, ως προς τα οποία, μη στηρίζοντα το διατακτικό αυτής, δεν παράγεται δεδικασμένο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται επαρκώς στην κρίση ότι, οι συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειουσών ήσαν ορισμένου χρόνου και όχι αορίστου, ενώ η κρίση του Εφετείου ότι, οι αναιρεσείουσες αποδέχθηκαν ότι, οι συμβάσεις αυτές ήσαν ορισμένου χρόνου με τις αιτήσεις που υπέβαλαν, με βάση το ΠΔ 164/2004, είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8, 19 και 20 αντίστοιχα του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται ότι, το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί και συγκεκριμένα ότι οι αναιρεσείουσες αποδέχθηκαν ότι οι συμβάσεις ήσαν ορισμένου χρόνου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ως προς την κρίση του Εφετείου ότι με τις πιο πάνω αιτήσεις τους οι αναιρεσείουσες αποδέχθηκαν ότι οι συμβάσεις ήσαν ορισμένου χρόνου και ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο πάνω αιτήσεών τους, ασκούνται χωρίς έννομο συμφέρον και γι' αυτό είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 567/7-5-2007 αίτηση των χ1 και χ2 για αναίρεση της 2157/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ