Legislator Case Law & Legislation
799/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank employee dismissal for unjustified absences, upholding disciplinary action.

Case Number 799/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the employee's appeal against her final dismissal from the Bank of Greece, ruling the disciplinary action was lawful. The court found the employee's unjustified absences between 1997 and 2001 constituted a valid disciplinary offense under the bank's regulations. Consequently, the court held that the lower court's reasoning was sufficient and the dismissal was not arbitrary.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 and 282 of the Civil Code; The disciplinary dismissal of an employee is valid if the employer's decision is not arbitrary and is based on clear evidence of misconduct, such as unjustified absences, without violating the principle of good faith.

Keywords

AI generated
disciplinary dismissal unjustified absences arbitrary decision good faith principle labor regulations employee conduct appeal rejection

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 282 of the Civil Code
Article 672 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 38 of the Bank of Greece Statutes
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 799 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 799/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κοκύρη-Χρηστίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 663/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και τις 1288/2003 μη οριστική και 5500/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/3/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 27/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ. 1 του Καταστατικού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της Ελλάδος, που κυρώθηκε με το ν. 3424/1927 και έχει ισχύ νόμου, όπως ήδη ισχύει, το προσωπικό της Τράπεζας πλην Διευθυντών, διορίζεται και απολύεται από το Διοικητή μετά πρόταση του Συμβουλίου Διευθύνσεως. Κατόπιν δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 27 του Καταστατικού αυτού, εκδόθηκε ο Γενικός Κανονισμός Καταστάσεως των Υπαλλήλων της εν λόγω Τράπεζας, ο οποίος εγκρίθηκε με την από 19-5-1927 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έχει συμβατική ισχύ (ΑΠ 157/2003).

Με τον Κανονισμό αυτό προβλέπεται μεταξύ άλλων, ως λόγος λύσεως της εργασιακής σχέσεως του οριστικά διορισμένου προσωπικού της Τράπεζας και η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως. Η σχετική, όμως, πειθαρχική απόφαση ελέγχεται από τα δικαστήρια τόσο ως προς τη νομιμότητα, δηλαδή αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον κανονισμό διαδικασία όσο και ως προς την ουσιαστική κρίση του εργοδότη ή του οργάνου του που την έλαβε, για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ( άρθρο 281 ΑΚ), και συγκεκριμένα αν με αυτή έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων που τάσσονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 16 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, η υπαλληλική σχέση λύεται α) με καταγγελία από την Τράπεζα, β) με παραίτηση του υπαλλήλου και γ) με απόλυση.

Κατά δε το επόμενο άρθρο 19, οι υπάλληλοι που έχουν διορισθεί οριστικά, και ως εκ τούτου συνδέονται με την Τράπεζα με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου η οποία λήγει με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, απολύονται για τους αναφερόμενους σ' αυτό λόγους, μεταξύ των οποίων και "λόγω πειθαρχικής απόφασης για οριστική παύση".

Στο άρθρο 38 καθορίζεται η έννοια του πειθαρχικού παραπτώματος και ορίζεται ότι τέτοιο αποτελεί "πράξη ή παράλειψη υπαλλήλου, που είναι δυνατόν να βλάψει τα συμφέροντα της Τράπεζας, να κλονίσει την πειθαρχία ή να μειώσει το κύρος της Τράπεζας ή την υπαλληλική υπόληψη", ενώ στο άρθρο 39 ορίζονται οι πειθαρχικές ποινές με βαρύτερη την οριστική απόλυση, την οποία, κατά το άρθρο 40 παρ. 2, επιβάλλει ο Διοικητής μετά από πρόταση του Συμβουλίου Διευθύνσεως, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας με ορισμένη διαδικασία.

Κατά το άρθρο 24, υπάλληλος που κωλύεται να εκτελέσει την υπηρεσία του, λόγω ασθενείας ή άλλης σοβαρής αιτίας, οφείλει να ανακοινώσει αμέσως το γεγονός στον προϊστάμενό του, αναφέροντας την αιτία. Η εξακρίβωση της αιτίας της απουσίας γίνεται από υπάλληλο ή ιατρό της Τράπεζας ή από άλλο ιατρό της εμπιστοσύνης της.

Ο υπάλληλος είναι υποχρεωμένος να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση, που έχει ορίσει η Τράπεζα. Υπάλληλος, που δε δικαιολογεί την απουσία του από την υπηρεσία ή προσπαθεί να τη δικαιολογήσει με αναληθείς ισχυρισμούς, καθίσταται ένοχος πειθαρχικού παραπτώματος. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβητη Τράπεζα στις 10-12-1984 με προσωρινή υπαλληλική σχέση ως καθαρίστρια και ακολούθως στις 19-6-1995 κατόπιν αιτήσεώς της διορίστηκε οριστικά ως κλητήρας.

Γεννήθηκε το έτος 1948 και είναι έγγαμη με ένα τέκνο. Κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεώς της έχει, το έτος 1997, 203 ημέρες αναρρωτικής αδείας και 154 ημέρες αδικαιολόγητης απουσίας, το έτος 1998, 159 ημέρες αναρρωτικής αδείας και 206 ημέρες αδικαιολόγητης απουσίας, το έτος 1999, 59 ημέρες αναρρωτικής αδείας και 291 ημέρες αδικαιολόγητης απουσίας, ενώ απουσίαζε συνεχώς κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 11-6-2001.

Με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Διοικητή της εναγομένης, μετά από πρόταση του Συμβουλίου Διευθύνσεως, και τη γνώμη του Συμβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας, αφού δε τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τον κανονισμό διαδικασία, της επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής απολύσεως με το αιτιολογικό ότι " κατά τα τελευταία έτη 1997-2001 απουσιάζει αδικαιολόγητα από την υπηρεσία είτε εντελώς αυθαίρετα είτε επικαλούμενη ασθένειες προσχηματικώς και παρά το ότι τα ιατρικά συμβούλια της Τράπεζας, από τα οποία έχει επανειλημμένως εξετασθεί, βεβαιώνουν ότι μπορεί να επιστρέψει στα υπηρεσιακά της καθήκοντα και, επομένως, προέβη σε ενέργειες που συνιστούν σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, μειώνουν το κύρος της Τράπεζας και την υπαλληλική υπόληψη ( άρθρα 38, 39, 40, του Γενικού Κανονισμού )".

Στις 14-6-2001 της επιδίδεται η ανωτέρω πράξη του Διοικητή περί απολύσεώς της και στις 15-6-2001 διαγράφεται από τη δύναμη του προσωπικού της εναγομένης. Η ενάγουσα επικαλέστηκε ότι κατά το πιο πάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα νοσηλεύτηκε στα εκτιθέμενα νοσοκομεία για παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος, γυναικολογικές και ψυχιατρικές.

Την κατάσταση της υγείας της ανακοίνωσε στην εναγομένη προσκομίζοντας και σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις. Το Ιατρικό Συμβούλιο της εναγομένης δε διέγνωσε ότι η ενάγουσα έπασχε από φλεγμονώδη νόσο της σπονδυλικής στήλης για την οποία ισχυρίστηκε ότι νοσηλεύτηκε και συνακόλουθα ανικανότητά της για εργασία εξαιτίας αυτής της ασθένειας παρά μόνο διέγνωσε στις 21-4-1997, "μυϊκή αδυναμία των περί την σπονδυλική στήλη μυών και ιδιαίτερα των κοιλιακών", της εγκρίνει αναρρωτική άδεια 15 ημερών και την 1-7-1997 της συστήνει να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία των ιερολαγωνίων αρθρώσεων.

Η εξέταση αυτή, στην οποία υποβλήθηκε η ενάγουσα, έδειξε ότι πάσχει από "περιορισμένες εκφυλιστικές αλλοιώσεις της σπονδυλικής στήλης". Ακολούθως, το Ιατρικό Συμβούλιο της εναγομένης με βάση ιατρικές γνωματεύσεις των νοσοκομείων στα οποία νοσηλεύτηκε χορήγησε σ' αυτήν αναρρωτική άδεια δύο (2) μηνών για "υποκειμενικά ενοχλήματα", στις 30-2-1998 της εγκρίνει αναρρωτική άδεια σαράντα (40) ημερών για προηγηθείσα χειρουργική επέμβαση στο νοσοκομείο "ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ" και στις 23-2-1999 της εγκρίνει αναρρωτική άδεια είκοσι (20) ημερών για εμπύρετη λοίμωξη και τέλος στις 7-7-1999 διαπιστώνει ότι η ενάγουσα εμφανίζει "ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις αγχώδους καταστάσεως με καταθλιπτικά στοιχεία", αλλά είναι ικανή να εκτελεί καθήκοντα κλητήρος.

Εξάλλου, από τους δύο διορισθέντες από το δικαστήριο πραγματογνώμονες, ο μεν ... γνωμοδοτεί ότι από τις παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος που παρουσίασε η ενάγουσα δε δικαιολογείται πλήρης ανικανότητα αυτής προς εργασία συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της καθαρίστριας και του κλητήρα Τράπεζας, ο δε ...

διαπιστώνει ότι η χρόνια σπονδυλοαρθροπάθεια είναι ενδεχόμενο να παρεμβαίνει περιστασιακά ανασταλτικά στην άσκηση των καθηκόντων της καθαρίστριας, ενώ θα μπορούσε να ασκήσει τα καθήκοντα του κλητήρα αν δεν καταπονείται ιδιαίτερα το μυοσκελετικό σύστημα. Από τους τεχνικούς συμβούλους ο μεν της εναγομένης αποφαίνεται ότι οι παθήσεις της ενάγουσας δε δικαιολογούν την πλήρη ανικανότητά της για εργασία ο δε της ενάγουσας υποστηρίζει ότι αυτή δεν είναι σε θέση να εργασθεί.

Με βάση αυτά τα περιστατικά το Εφετείο δέχτηκε ακολούθως ότι η ενάγουσα κατά το κρίσιμο πιο πάνω χρονικό διάστημα ( 1997-2001) ήταν ικανή να ασκεί τα καθήκοντα του κλητήρα της αναιρεσίβλητης και κατέληξε κρίνοντας ότι η κατά το διάστημα αυτό συμπεριφορά της ήταν αντίθετη προς τον κανονισμό και δικαιολογούσε την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως η δε κρίση του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσίβλητης που την επέβαλε δεν είναι καταχρηστική, ώστε να θεμελιώνεται η σχετική ένσταση, την οποία και απέρριψε.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ή εκ πλαγίου, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 656, 669, 281 και 180 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες διατύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας να απουσιάζει αδικαιολόγητα κατά τις εκτιθέμενες ημέρες τα έτη 1997,1998 και 1999 καθώς και συνεχώς από 1-1-2000 έως 11-6-2001, θεμελιώνει το προβλεπόμενο από τον κανονισμό πειθαρχικό παράπτωμα και δικαιολογεί την επιβληθείσα πειθαρχική ποινή της οριστικής απολύσεως η δε κρίση του οργάνου της αναιρεσίβλητης, που επέβαλε την ποινή αυτή δεν είναι καταχρηστική.

Εξάλλου, από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του επίμαχου πειθαρχικού παραπτώματος της αναιρεσείουσας καταλογίστηκαν σ' αυτήν μόνο οι αδικαιολόγητες απουσίες της από την εργασία όχι δε και αυτές λόγω αναρρωτικών αδειών. Έτσι, ως προς το σημείο αυτό δεν υπάρχει η επικαλούμενη ασάφεια ή ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι δε λόγοι, κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτούς παραβίαση του άρθρου 672 ΑΚ, είναι απορριπτέοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόστηκε ούτε ήταν εφαρμοστέα αφού η λύση της εργασιακής συμβάσεως επήλθε στην προκειμένη περίπτωση με την επιβολή πειθαρχικής ποινής και όχι με καταγγελία για σπουδαίο λόγο.

Τέλος, ο δεύτερος από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, κατά το μέρος που οι επικαλούμενες ανεπάρκειες και αντιφάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ήτοι σχετικά με τις γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων, τις ιατρικές γνωματεύσεις των δημόσιων νοσοκομείων κ.λ.π), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα είναι σαφώς διατυπωμένο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-3-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5500/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ