Supreme Court dismisses appeal on property boundaries, rejecting common use presumption and common sense arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's ruling on property boundaries in Serres. The appellant argued that a shared strip of land should be considered common property based on statutory presumptions and general principles of common sense regarding air and water drainage. The court rejected these claims, holding that the lower court correctly established exclusive ownership and that the appellant's arguments regarding historical usage and specific articles did not constitute grounds for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1021 and 1022 of the Civil Code; Article 560(1)(b) of the Code of Civil Procedure. The presumption of common use for shared land boundaries is rebutted by evidence of exclusive ownership, and appeals based on violations of common sense principles regarding historical usage or unrelated protective articles are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 799 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 799/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τρίμη.
Των αναιρεσιβλήτων:1)Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ... και 2)Θ. Χ. του Χ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σεραφείμ Αναστασάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2000 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Κ. Χ. του Χ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 336/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 62/2002 μη οριστική, 77/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2004 αίτησή του και τους από 18-1-2006 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Φώσκολος ανέγνωσε την από 14-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1021 ΑΚ, αν δύο ακίνητα χωρίζονται με μονοπάτι ή άλλη λωρίδα γης ή φράχτη ή τοίχο ή τάφρο ή άλλο κατασκεύασμα που εξυπηρετεί και τα δύο ακίνητα, τεκμαίρεται ότι οι κύριοί τους έχουν δικαίωμα κοινής χρήσης αυτών των διαχωρισμάτων εφόσον από τα εξωτερικά σημεία ή την τοπική συνήθεια δεν προκύπτει αποκλειστική χρήση του ενός απ' αυτούς.
Με το άρθρο δε 1022 ΑΚ ρυθμίζονται τα της κοινωνίας επί των ως άνω κοινής χρήσεως διαχωρισμάτων. Παρέπεται ότι, αν δύο ακίνητα χωρίζονται με φυσικό ή τεχνητό διαχώρισμα, η κυριότητα πάνω στο διαχώρισμα αυτό κρίνεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις (άρθρα 948, 953, 954 ΑΚ). Αν δηλαδή το διαχώρισμα βρίσκεται στα όρια αλλά μέσα στο ένα ακίνητο ανήκει στον κύριο του ακινήτου αυτού, ενώ αν βρίσκεται πάνω στην οριοθετική γραμμή, κάθε ιδιοκτήτης είναι κύριος εκείνου μόνο του μέρους που βρίσκεται επί του εδάφους της ιδιοκτησίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες (αναιρεσίβλητοι) είναι κύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός οικοπέδου έκτασης 187 τ.μ. επί της οδού ...
στις Σέρρες (συνοικισμός ΙΜΑΡΕΤ) με την επ' αυτού οικία. Την κυριότητα του οικοπέδου αυτού απέκτησαν κατά παράγωγο τρόπο και δη από κληρονομία του αποβιώσαντος στις 27.6.1999 πατέρα τους Χ. Χ. δυνάμει της υπ' αριθ. 42384/1998 δημόσιας διαθήκης του, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Δημητρίου Παπαδόπουλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα, την οποία (κληρονομία) αποδέχθηκαν με τη νομίμως μεταγεγραμμένη υπ' αριθ. 1912/8.10.1999 αποδοχή κληρονομίας.
Ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σερρών Βασιλείου Μαυρομάτη απέκτησε την κυριότητα ενός οικοπέδου έκτασης 250 τ.μ. στην οδό ... στις Σέρρες με την επ' αυτού οικία, το οποίο συνορεύει ανατολικά με το οικόπεδο των εναγόντων, δυτικά με ρέμα, βόρεια με το υπ' αριθ. 6514 ανταλλάξιμο κτήμα και νότια με το υπ' αριθ. 6512 ανταλλάξιμο κτήμα.
Μεταξύ των οικοπέδων των διαδίκων υφίσταται υψομετρική διαφορά και δη η στέγη της οικίας των εναγόντων βρίσκεται στο ίδιο ύψος με το έδαφος του οικοπέδου του εναγομένου, δηλαδή είναι χαμηλότερο σε σχέση με το οικόπεδο του εναγομένου. Μεταξύ της οικίας των εναγόντων και των ανατολικά κειμένων ορίων του οικοπέδου τους υπήρχε λωρίδα γης έκτασης 8,80 τ.μ.
ήτοι 9,65 Χ 0,90 και 9,60 Χ 0,90, η οποία χρησίμευε για τον αερισμό της οικίας και τη συλλογή των νερών της βροχής (αστραχιά), συνορεύει βόρεια με το οικόπεδο του εναγομένου, νότια με οικόπεδο του εναγομένου, δυτικά με την ισόγεια οικία των εναγόντων και το υπόλοιπο ακάλυπτο οικόπεδο αυτών και αποτυπώνεται με τα γράμματα ΕΖΗΔΕ (όπου πλευρά ΕΖ ίση με 9,65 γραμμικά μέτρα, πλευρά ίση ΖΗ ίση με 0,90 γραμμικά μέτρα, πλευρά ΗΔ ίση με 9,60 γραμμικά μέτρα και πλευρά ΔΕ ίση με 0,90 γραμμικά μέτρα) στο από Σεπτέμβριο 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ε.
Π.. Την επίδικη αυτή λωρίδα ο εναγόμενος μπάζωσε αρχικά το έτος 1986 μετέπειτα δε και το έτος 1999 σκεπάζοντας το κτισμένο από τον δικαιοπάροχο των εναγόντων τοιχίο που αποτελούσε το όριο μεταξύ των δύο οικοπέδων και με τον τρόπο αυτό την ενσωμάτωσε στο δικό του οικόπεδο. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του καθώς μεταξύ των δύο οικοπέδων δεν υπήρχε κενό αλλά η οικία των εναγόντων πάντοτε εφάπτονταν με το οικόπεδο της κυριότητάς του.
Ο ισχυρισμός ωστόσο αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Τούτο διότι δεν είναι δυνατόν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) να γίνει δεκτό ότι είχε ανεγερθεί οικία, της οποίας ο τοίχος ήταν σε επαφή με χώρα διότι με τον τρόπο αυτό δεν υπάρχει επαρκής αερισμός της οικίας με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η διαμονή σε αυτό λόγω της δημιουργίας ανθυγιεινών συνθηκών.
Για το λόγο αυτό, όταν γινόταν η ανέγερση κατοικιών στην περιοχή αυτή, όπου βρίσκονται τα οικόπεδα των διαδίκων και υπάρχουν υψομετρικές διαφορές μεταξύ των οικοπέδων, πάντοτε ένα τμήμα του οικοπέδου δεν κτιζόταν προκειμένου να παροχετεύονται τα νερά της βροχής και επιπλέον να είναι εφικτός ο εξαερισμός των σπιτιών, όπως πράγματι αποδεικνύεται ότι συνέβη και στην κρινόμενη περίπτωση με την οικία των εναγόντων.
Εξάλλου, κατά τη δεύτερη εκσκαφή που έγινε στα πλαίσια της διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το παρόν Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφασή του, βρέθηκε ξερολιθιά, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι στα όρια των δύο οικοπέδων υπήρχε τοιχίο, το οποίο μπάζωσε ο εναγόμενος.
Το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα Α. Τ., σύμφωνα με το οποίο η ξερολιθιά δε συνάδει να αποτελεί όριο των οικοπέδων διότι είναι χαλαρή και ασύνδετη στη δομή της, δεν ευσταθεί, αφού παλαιότερα τέτοιου είδους ξερολιθιές χρησίμευαν ως όρια μεταξύ των ιδιοκτησιών. Περαιτέρω, η κρίση του Δικαστηρίου ότι η οικία των εναγόντων δεν εφάπτονταν με το οικόπεδο του εναγομένου ενισχύεται από το απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος με φωτοληψία της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Περιβάλλοντος και Κτηματολογίου Ν.Α.
Σερρών, που έλαβε χώρα στις 21.4.1983 και συντάχθηκε το μήνα Αύγουστο του έτους 1984. Στο διάγραμμα αυτό, στο οποίο αποτυπώνεται η υπάρχουσα κατά την ημερομηνία διενέργειας της φωτοληψίας (21.4.1983, δηλαδή σε χρόνο ανύποπτο πολύ πριν ξεκινήσει η αντιδικία μεταξύ των διαδίκων) κατάσταση, φαίνεται με ευκρίνεια ότι η οικία των εναγόντων δεν εφάπτεται με το οικόπεδο του εναγομένου αλλά μεταξύ αυτής και του οικοπέδου του εναγομένου υπάρχει μια λωρίδα γης άκτιστη.
Το ίδιο ακριβώς φαίνεται και στο απόσπασμα από την πολεοδομική μελέτη ΙΜΑΡΕΤ που εγκρίθηκε με το από 5.12.1995 π.δ. (ΦΕΚ 1147/22.12.1995), όπου αποτυπώνονται τα οικόπεδα με κλίμακα 1:1000. Μετά τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο εκείνο έκαμε δεκτή την έφεση των αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή των τελευταίων περί διεκδίκησης της επίδικης εδαφικής έκτασης, δέχθηκε την αγωγή αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, που δίκασε ως εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1021 και 1022 ΑΚ, που καθιερώνουν τεκμήριο κοινής χρήσης των ομόρων ιδιοκτησιών στο διαχώρισμα των ακινήτων τους και δεν ρυθμίζουν την επ' αυτού ιδιοκτησία, αφού κατά τις σαφείς παραδοχές του η εδαφική λωρίδα εμβαδού 8,80 τ.μ. (9,65 μ.
Χ 0,90 μ. και 9,60 μ. Χ 0,90 μ.) που παρεμβάλλεται μεταξύ της οικίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και της όμορης ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, αποτελούσε τμήμα του οικοπέδου των πρώτων, στην οποία μάλιστα είχε κτιστεί από το δικαιοπάροχό τους τοιχίο από ξερολιθιά που αποτελούσε το όριο μεταξύ των δύο οικοπέδων και χρησίμευε για αερισμό της οικίας τους και συλλογή των νερών της βροχής (αστραχιά), δεδομένου ότι η ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος είναι υπερυψωμένη.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, που προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον αριθμό 1 άρθρου 560 ΚΠολΔ για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1021 και 1022 ΑΚ επειδή δεν δέχθηκε δικαίωμα κοινής χρήσης του επιδίκου και από τα δύο διάδικα μέρη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε αποκλειστική κυριότητα των αναιρεσίβλητων σ' αυτό και αποκλειστική χρήση του από τους ίδιους, ανατρέποντας έμμεσα αλλά σαφώς το από τις πιο πάνω διατάξεις τεκμήριο κοινής χρήσης του από τις όμορες ιδιοκτησίες.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης των αριθ. 1 περ. β' άρθρου 560 ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν τα διδάγματα αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξίας.
Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 1004 και 1005 ΑΚ ρυθμίζουν το δικαίωμα του κυρίου ακινήτου να ζητήσει προληπτική προστασία προς απόκρουση απειλούμενων βλαπτικών επενεργειών στην ιδιοκτησία του, από την κατασκευή ή διατήρηση επιβλαβών εγκαταστάσεων στο γειτονικό ακίνητο, εφόσον από την ύπαρξη ή χρήση τους προβλέπονται με βεβαιότητα παράνομες επενέργειες στο ακίνητό του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από την αριθ. 1 περ. β' άρθρου 560 ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας α) σε σχέση με την κρίση της ότι δεν ήταν δυνατή η ανέγερση της οικίας από το δικαιοπάροχο των αναιρεσίβλητων, χωρίς την παρεμβολή της επίδικης ακάλυπτης λωρίδας που ήταν αναγκαία για τον αερισμό της και συλλογή των νερών της βροχής, αλλά με τον ένα τοίχο της να εφάπτεται σε όλο το ύψος του με το υπερυψωμένο οικόπεδο του αναιρεσείοντος και β) γιατί δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα κοινής πείρας εκείνα που υπαγορεύουν ότι, σε περίπτωση όμορων ακινήτων, η έρευνα της κυριότητας αμφισβητούμενης λωρίδας γης επιβάλλει την αναζήτηση ευθυγράμμισης των όμορων ιδιοκτησιών, καθώς και του ποιός από τους διαδίκους ασκούσε τις προσιδιάζουσες διακατοχικές πράξεις στην επίδικη λωρίδα, οπότε το δικαστήριο οφείλει να αχθεί στην τελική του κρίση, συνεκτιμώντας τις δύο αυτές παραμέτρους.
Κατά το μέρος αυτό, ο λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα διδάγματα κατατείνουν στην απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής και δεν επισύρουν αναίρεση. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που επικαλείται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1004 και 1005 ΑΚ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και πρέπει να απορριφθεί, διότι η ένδικη υπέρ των αναιρεσίβλητων προστασία ζητήθηκε και παρασχέθηκε με βάση την περί διεκδίκησης ακινήτου αγωγή διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ και όχι με εκείνες των άρθρων 1004 και 1005 ΑΚ.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 14 Οκτωβρίου 2004 αίτηση του Ι. Γ. για αναίρεση της 77/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων και ορίζει αυτά σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ