Appeal dismissed; Supreme Court upheld fixed-term contract finding no detrimental change to employment terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Larissa Court of Appeal's decision regarding a fixed-term employment contract. The appellant argued for a detrimental change in terms, but the court found the employer's weekly hour allocation was a lawful management decision without material reduction in pay or tenure. Consequently, the court ruled the appeal arguments inadmissible and ordered the appellant to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; Articles 1 and 8 of Law 2112/1920: A fixed-term contract exists when duration is clearly defined, and an employer's directive to distribute working hours weekly constitutes a valid management decision that does not amount to a detrimental change in employment terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 798 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 798/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Δ. του Θ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Εμμανουηλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Υπό εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον ειδικό εκκαθαριστή της Ν. Μ., και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Ανδριόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ’ αριθ. 134/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:49/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 380/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-8-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 24-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 Εισ. Ν.ΑΚ), συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες και ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί έλεγχο, για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου με αυτές. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια της δεν καθορίζεται και δεν συνάγεται ούτε από το είδος ούτε από τον σκοπό της ούτε έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους.
Αντίθετα, ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας υπάρχει, όταν η διάρκεια της είναι σαφώς ορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του Ν. 2112/1920, οι οποίες ορίζουν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα, προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου αυτού, περί καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, συνάγεται ότι ο καθορισμός της συμβάσεως εργασίας, ως ορισμένου χρόνου είναι δικαιολογημένος, όταν όχι μόνο από τη σύμβαση, αλλά και από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, έχει αυτή τον χαρακτήρα συμβάσεως ορισμένου χρόνου, όταν δηλαδή οι ιδιαίτερες συνθήκες απασχόλησης του μισθωτού και λειτουργίας της επιχειρήσεως επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό αυτό.
Διαφορετικά, η σύμβαση, έστω και αν χαρακτηρίζεται από τα μέρη, ως "ορισμένου χρόνου", φέρει "εν τοις πράγμασι" τον χαρακτήρα αορίστου χρόνου. Ο χαρακτηρισμός, εξάλλου, μια συμβάσεως εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως ορισμένου η αορίστου ανήκει στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, το οποίο θα κρίνει σχετικά, με βάση τα περιστατικά, τα οποία θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία.
Περαιτέρω, με την μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξη του άρθρου 11 του Π .Δ. 164/2004, με το οποίο (Διάταγμα) έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας,, "όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70EK του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται (μεταξύ άλλων) τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ, 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19-7-2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α’ να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση. Περαιτέρω, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδαφίου α’ του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης. Η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης ως αόριστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήριο, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση το χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου.
Στις ρυθμίσεις αυτές, εξάλλου, υπάγονται και εργαζόμενοι με συμβάσεις "ορισμένου χρόνου" σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δημοσίου χαρακτήρα, που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του Π.Δ. 164/2004 και 51 παρ. 1γ του Ν. 1892/1990 (για επαναοριοθέτηση του δημοσίου τομέα).
Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ’ του Π.Δ. 164/2004, ως "δημόσιος τομέας" χαρακτηρίζεται αυτός, που οριοθετείται "από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του Ν.1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του Π.Δ.81/2003".
Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 8A του ΠΔ 81/2003 "περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/EΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο, για την εργασία ορισμένου χρόνου", στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκουν ή ανήκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 Ν.1892/1990 ή από άλλες διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 ήσαν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, με την μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ. (164/2004).
Η Αγροτική Τράπεζα, εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 51 Ν.1892/1990, Ν. 4332/1929, περί συστάσεως της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και άρθρο 26 Ν.1914/1990, περιλαμβανόταν εξ ολοκλήρου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από τον οποίο, όμως, εξαιρέθηκε, κατά ένα μέρος, σύμφωνα με το ΠΔ 307/1996, το οποίο εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 30 Ν.1914/1990 και 22 Ν.1947/1991.
Ειδικότερα, με το ΠΔ 307/1995, ορίσθηκε ότι "n Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος A.Ε. εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν τον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 51 Ν. 1892/1990 και συμπληρώθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 Ν. 1943/1991, πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού".
Σημειώνεται, τέλος, ότι, για τις εταιρείες και επιχειρήσεις, γενικότερα, που δεν ανήκουν στον δημόσιο τομέα, εφαρμογή έχουν, καθόσον αφορά το είδος και τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας, οι διατάξεις του Π.Δ 81/2003, για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99\70/ΕΚ (σχετικά με τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου) σε συνδυασμό και με αυτές του Α.Κ.
και των ειδικών νομών, που διέπουν τη σύμβαση εργασίας, κατά το μέρος που περιέχουν ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους (ΑΠ 743/2009). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 652 και 281 ΑΚ, συνάγεται ότι μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης, χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου, επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοιο ευχέρεια οπό τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχειρήσεως, ενώ καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη υπάρχει, όταν η μονομερής βλαπτική μεταβολή γίνεται σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως ή του νόμο ή του κανονισμού εργασίας, αλλά καθ’ υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος (ΑΠ 1284/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Την 1-3-1986 η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." συνήψε, δία του νομίμου εκπροσώπου της, με την ενάγουσα έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας ενός (1) μήνα.
Συγκεκριμένα, προσέλαβε την ενάγουσα για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στο υποκατάστημα της στο Βόλο και τη Ν. Ιωνία Βόλου. Ακολούθως, η εναγομένη μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής προσέλαβε και πάλι την ενάγουσα με διαδοχικές μήνα παρά μήνα έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι την 3-5-2005...Σε εκτέλεση των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια, μήνα παρά μήνα και δη, κατά τους περιττούς μήνες, κατά το χρονικό διάστημα 1-3-1986 έως 31-1-2002, από την 15:30 έως την 17:30 ώρα στο υποκατάστημα της εναγομένης στη Ν.
Ιωνία Βόλου, κατά το χρονικό διάστημα 1-3-2002 έως 31-7-2004, από την 6:00 έως την 9:30 ώρα και από την 15:00 έως την 18:42 ώρα στο ίδιο άνω υποκατάστημα και κατά το χρονικό διάστημα 1-9-2004 έως την 3-5-2005, από την 7:30 έως την 10:30 ώρα στο υποκατάστημα της εναγομένης στο Βόλο και από την 15:00 έως την 19:10 ώρα στο υποκατάστημα αυτής στη Ν.
Ιωνία Βόλου, κατά τις ημέρες Δευτέρα έως και Παρασκευή κάθε εβδομάδας κατά τους (περιττούς) μήνες απασχόλησης της. Εργαζόταν δηλαδή η ενάγουσα εκ περιτροπής, που αποτελεί μια ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης......Μερικές εκ των ανωτέρω διαδοχικών συμβάσεων καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άνω Ν. 2639/1998, ήτοι πριν από τις 2-9-1998.
Από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία, δεν αποδείχθηκε, αλλά ούτε και η εναγομένη ισχυρίσθηκε, ότι υπέβαλε, εντός της προθεσμίας των εννέα μηνών από τη δημοσίευση του νόμου, στην οικεία επιθεώρηση εργασίας, συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις εν λόγω συμβάσεις εργασίας, στην οποία θα αναγράφονταν, η ημερομηνία κατάρτισης αυτών, ως και το ονοματεπώνυμο της ενάγουσας, ούτε ότι υπέβαλε τις μεταγενέστερες συμβάσεις εντός προθεσμίας 15 ημερών από την κατάρτισή τους στην οικεία επιθεώρηση εργασίας.
Από την παράλειψη αυτή τεκμαίρεται μεν, κατά το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1 εδ. β’ του άνω νόμου, ότι οι εν λόγω συμβάσεις καλύπτουν σχέση εργασίας με πλήρη απασχόληση. Όμως, από το παραπάνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε, ότι οι συμβάσεις της ενάγουσας αφορούσαν πράγματι μερική και όχι πλήρη απασχόληση.
Υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν στο πρόσωπο της ενάγουσας, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5, 8 του ΠΔ 81/2003 και 11 του ΠΔ 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε στις 2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα, για τον χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, εφόσον η συνολική χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της είναι τουλάχιστον 24 μήνες από την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 και η εργασία αυτής παρασχέθηκε αποκλειστικά στην εναγομένη, με την ίδια ειδικότητα (καθαρίστρια), με μερική (εκ περιτροπής) απασχόληση.
Οι επίμαχες αυτές διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της ενάγουσας είχαν προσλάβει ήδη ενιαία, το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον από τη φύση τους κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης ο δε καθορισμός της μηνιαίας (μήνα παρά μήνα) διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των διατάξεων που ρυθμίζουν τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Η ενάγουσα υπέβαλε στην εναγομένη σχετική αίτηση, με την οποία ζήτησε να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004. Επί της αίτησης αυτής εξέφρασε εν μέρει θετική κρίση το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης με το αριθμ. 20/20-12-2004 πρακτικό, κρίνοντας ότι η ενάγουσα (όπως και 577 άλλες καθαρίστριες) συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις να υπαχθεί στις διατάξεις του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, η απασχόλησή τους όμως παρείχετο με μειωμένο ωράριο εργασίας και επομένως η εφεξής σύσταση σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου έπρεπε να είναι μειωμένης και όχι πλήρους απασχόλησης.
Το πρακτικό αυτό υποβλήθηκε στο ΑΣΕΠ, όπου με την αριθμ. 1/2005 απόφασή του, δέχθηκε ως ορθή την άνω κρίση του ΔΣ της εναγομένης.....". Περαιτέρω, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι προαναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας συνιστούσαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης.
Τέλος, δέχθηκε το Εφετείο ότι: "Σε συμμόρφωση με την ως άνω 1/2005 απόφαση του ΑΣΕΠ, η εναγομένη συνήψε στις 3-5-2005 με την ενάγουσα,, δια του νομίμου εκπροσώπου της, έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, στην οποία ορίστηκε, ότι η ενάγουσα θα εργάζεται καθημερινά επί πέντε ημέρες την κάθε εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή εκάστου μήνα, επί τρεις (3) ώρες και πενήντα ένα (51) λεπτά.
Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη προέβη σε καθορισμό των ωρών παροχής εργασίας της ενάγουσας, στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματός της, για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης της, προς επίτευξη των σκοπών της, χωρίς να προκληθεί υλική ή ηθική ζημία στην ενάγουσα η κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.....Με τον επίμαχο δε καθορισμό των ωρών εργασίας της έγινε ισομερής κατανομή των μέχρι τότε, μήνα παρά μήνα, ωρών απασχόλησης της, σε καθημερινή, από Δευτέρα έως και Παρασκευή εκάστης εβδομάδας, κάθε μήνα, απασχόλησή της.
Δηλαδή, δεν μειώθηκαν οι μέχρι τότε ώρες απασχόλησης της ενάγουσας- αυτή θα εργαζόταν πλέον συνεχώς και όχι εκ περιτροπής, προσφέροντας τις ίδιες υπηρεσίες, χωρίς να μειωθούν οι αποδοχές της, ούτε να επιμηκυνθεί ο χρόνος, που θα απαιτηθεί για τη θεμελίωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης και ανεξάρτητα αν επρόκειτο, στην πιο πάνω περίπτωση, για μερική ή πλήρη απασχόληση της αναιρεσείουσας εργαζόμενης, έγινε δεκτό από το εφετείο το γεγονός ότι καταρτίσθηκε με την τελευταία στις 3-5-2005 σύμβαση μερικής απασχόλησης, κατά το περιεχόμενο της οποίας θα εργαζόταν, σε πενθήμερη εβδομαδιαία βάση, επί 3 ώρες και 51 λεπτά.
Η αιτιολογία αυτή δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης και συνεπώς αναιρεί, με βάση τις παραπάνω νομικές παραδοχές, την ύπαρξη βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της αναιρεσείουσας. Με την έννοια δε αυτή στηρίζει η προσβαλλόμενη απόφαση αυτοτελώς το διατακτικό της, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με τις οποίες πλήττεται η αιτιολογία αυτής ότι επρόκειτο περί συμβάσεως μερικής απασχόλησης, ν’ αξιολογούνται ως αλυσιτελείς και συνεπώς, πρέπει ν’ απορριφθούν και οι δύο λόγους αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης (αρ.κατ.48/2014) κατά της απόφασης 380/2011 του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ