Legislator Case Law & Legislation
798/2012 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against traffic accident verdict due to procedural errors regarding service of process and liability allocation.

Case Number 798/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by N. K. against the Athens Court of Appeal's judgment on a traffic accident case. The court found that the lower court committed procedural errors by failing to properly serve the appeal request on the defendant and incorrectly assigned sole liability to the appellant. Consequently, the appeal was granted in part regarding the appellant's liability, while the appeals by other parties were dismissed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must set aside a lower court's decision if it fails to correct procedural defects regarding service of process or incorrectly determines liability in a traffic accident case.

Keywords

AI generated
traffic accident liability service of process defect procedural error correction partial appeal allowance court of appeal judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 21 of Law 2696/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 798 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 798/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Κ. του Ι., 2. Ι. Κ. του Ε. και 3. Σ. συζ. Ι. Κ., κατοίκων απάντων ...,οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Γιαννακόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. Χ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2. Γ. Ο. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας που έχει έδρα στη Αθήνα, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α." όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Φλώρας Τριανταφύλλου, και κατέθεσε προτάσεις, 4. Γ. Κ.-Κ. του Κ., κατοίκου ... και 5. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας που έχει έδρα στην Αθήνα, με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο 4ος και 5η αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Βρεττού, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2777/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 990/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-2-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 19-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των 1ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αρ. 8701 ΣΤ/18-10-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., σε συνδυασμό με την από 18.10.2011 απόδειξη παραλαβής θυροκολληθέντος εγγράφου από το ΑΤ Ιλίου Αττικής και την από 18-10-2011 βεβαίωση παραλαβής ειδοποίησης για τον Γ. Ο., δεύτερο αναιρεσίβλητο από την υπάλληλο των ΕΛΤΑ ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναφερόμενο αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά , δεν εμφανίσθηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 929 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας από την οποία βλάπτεται το σώμα ή η υγεία του προσώπου, αξίωση αποζημιώσεως στην έκταση που διαγράφει ο νόμος έχει το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία και από την οποία αυτό ζημιώνεται. Δηλαδή δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι το άμεσο υποκείμενο της εκ της αδικοπραξίας προσβολής.

Τρίτα πρόσωπα έστω και του οικογενειακού περιβάλλοντος του άμεσου θύματος της αδικοπραξίας, τα οποία υφίστανται βλάβη στα περιουσιακά τους συμφέροντα ή δοκιμάζουν και αυτά ηθική βλάβη από την κατά του άμεσου θύματος αδικοπραξίας είναι εμμέσως και αμέσως ζημιούμενοι και η ζημία τους δεν εμπίπτει στο πεδία προστασίας των άρθρων 914 και 929 ΑΚ.

Ως εμμέσως ζημιούμενοι τρίτοι εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του νόμου μόνο στις οριζόμενες στο νόμο εξαιρετικές περιπτώσεις όπως είναι αυτές των άρθρων 928 εδ β και 929 εδ β ΑΚ που δεν επιδέχονται ανάλογη εφαρμογή. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει σ' αυτόν που έπαθε προσβολή της υγείας του αδικοπραξία εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Από τα παραπάνω εξηγείται το συμπέρασμα ότι σε περίπτωση προσβολής της υγείας κάποιου από αδικοπραξία χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη του μπορεί να ζητήσει μόνο ο άμεσα παθών την σωματική βλάβη οποιασδήποτε μορφής όχι και οι γονείς αυτού ή άλλοι άμεσοι συγγενείς αυτού, που μπορεί να επιβαρύνονται ή και να δοκιμάζονται ψυχικώς από τον εν λόγω τραυματισμό του (βλ.

ΑΠ 1583/2001 Δ/νη 2002/705). Στην προκειμένη περίπτωση ο δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων επιδίωξαν με την από 14-5-2993 ένδικη αγωγή τους, με τον παραδεκτό περιορισμό της, να αναγνωριστεί ότι αυτοί δικαιούνται της σ' αυτήν αναφερομένης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν από τον τραυματισμό και τη συνεπεία αυτού μόνιμη σωματική αναπηρία του πρώτου τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος τέκνου τους κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα.

Η αξίωση όμως αυτή των ως άνω δύο τότε εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, γονέων του παθόντος δεν είναι νόμιμη σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθόσον τα πρόσωπα αυτά δεν υπέστησαν άμεσα ηθική βλάβη από την αδικοπραξία ώστε να δικαιούνται τα ίδια χρηματική ικανοποίηση για το λόγο αυτό. Επομένως κρίνοντας έτσι (απορρίπτοντας ως μη νόμιμη τη σχετική αγωγική αξίωση αυτού) το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ και δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως με τον οποίο υποστηρίζουν τα αντίθετα των ανωτέρω οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας το δικαίωμα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του.

Προϋπόθεση της πλαγιαστικής αυτής αγωγής είναι η αδράνεια του ασφαλισμένου και υπόχρεου προς αποζημίωση του παθόντος τρίτου να ασκήσει κατά του ασφαλιστή του την αξίωση ελευθερώσεως. Το αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής πρέπει να διατυπωθεί κατά τρόπο, ώστε με αυτή να ζητείται η καταδίκη του ασφαλιστή να καταβάλει στον ασφαλισμένο, όχι δε προς τον ενάγοντα τρίτο.

Η αξίωση αυτή έχει ως βάση τη σύμβαση ασφαλίσεως και πηγή της είναι η αδικοπραξία του ασφαλισμένου. Κατά την κρατούσα δε άποψη στη θεωρία και νομολογία, το δικαίωμα του ασφαλισμένου να στραφεί κατά του ασφαλιστή του για να τον καλύψει ασφαλιστικά γεννιέται από τον χρόνο που θα επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, δηλαδή το τέλος του έτους μέσα στο οποίο θα επιδώσει ο παθών στον ασφαλισμένο την αγωγή αποζημιώσεως.

Συνεπώς, πριν από την επίδοση στον ασφαλισμένο και υπόχρεο σε αποζημίωση της αγωγής του παθόντος, δεν γεννιέται το δικαίωμα του ασφαλισμένου να απαιτήσει από τον ασφαλιστή του κάλυψη με τον μηχανισμό της πλαγιαστικής αγωγής. Περαιτέρω, πριν την ως άνω επίδοση στον ασφαλισμένο της αγωγής του παθόντος, αφού δεν έχει γεννηθεί η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή για καταβολή του ασφαλίσματος, δεν μπορεί να νοηθεί καν αδράνεια ενός προσώπου, το οποίο ακόμη τότε δεν έχει αποκτήσει την ιδιότητά του δανειστή του ασφαλιστή του.

Επομένως, όταν ο παθών τρίτος με το ίδιο δικόγραφο ασκεί ευθεία αγωγή κατά του υπόχρεου ασφαλισμένου και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, δεν προλαβαίνει να συντρέξει ή κατά την τελευταία αυτή διάταξη προϋπόθεση της αδράνειας του οφειλέτη. Σε μια τέτοια περίπτωση η πλαγιαστική αγωγή ασκείται προώρως, ενόψει του ότι δεν έχει γεννηθεί ακόμη αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, ούτε έχει επακολουθήσει αδράνεια αυτού (ασφαλισμένου), που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής.

Είναι αυτονόητο ότι στην περίπτωση αυτήν η αδράνεια του ασφαλισμένου θα εμφανιστεί, όταν ο παθών τρίτος περιορισθεί στην άσκηση ευθείας μόνον αξιώσεως κατά του ασφαλισμένου. Τότε γεννιέται η αξίωση του τελευταίου κατά του ασφαλιστή και έκτοτε μπορεί να αρχίσει περίοδος αδράνειας του ασφαλισμένου, που μπορεί να δικαιολογήσει άσκηση πλαγιαστικής αγωγής (ΑΠ 557/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 14-5-2003 ένδικης αγωγής, ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν επικαλείται για τη θεμελίωση της σωρευόμενης πλαγιαστικής αγωγής κατά των τρίτης και πέμπτης εναγομένων ασφαλιστικών εταιριών και ήδη αναιρεσιβλήτων, ότι οι ασφαλισμένοι δεύτερος και τέταρτος εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι αδράνησαν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους από τις συμβάσεις ασφαλίσεως κατά των ασφαλιστικών εταιρειών επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω η πλαγιαστική αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των τρίτης και πέμπτης αναιρεσιβλήτων είναι απορριπτέα ως αόριστη.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγοντας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε την ως άνω εκ του άρθρου 72 ΚΠολΔ διάταξη. Γι' αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται από τον πρώτο αναιρεσείοντα τα αντίθετα των ανωτέρω ως προς την αοριστία της πλαγιαστικής αγωγής.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση αμελείας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιωδούς συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Τέλος κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος για αναίρεση απόφασης αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν, δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ανελέγκτως ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Στις 30,9.1999 περί ώρα 19.45 ο πρώτος εναγόμενος Κ. Χ. οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μετά του επικαθημένου με αριθμ. ... κυριότητας του δεύτερου εναγομένου, στην οδήγηση του οποίου είχε προστηθεί από τον τελευταίο και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ εκινείτο επί της Εθνικής οδού Αθηνών-Κορίνθου με κατεύθυνση προς Αθήνα.

Στη χιλιομετρική θέση 22,5 της ως άνω οδού ο ως άνω οδηγός στάθμευσε προσωρινά το ως άνω όχημα, φορτηγό με επικαθήμενο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού (με κατεύθυνση προς Αθήνα), όπισθεν του σταθμευμένου προσωρινά λόγω εμπλοκής του σε τροχαίο ατύχημα μ' αριθμό κυκλοφορίας ... ρυμουλκού μετά του ... επικαθήμενου που είχε αναμμένα τα φώτα έκτακτης ανάγκης.

Στην ως άνω χιλιομετρική θέση το προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας της ΝΕΟΑΚ έχει οδόστρωμα πλάτους 10,10 μέτρων, τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, είναι ευθεία σε μήκος 300 μέτρων με μικρή κλίση, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται με πινακίδα σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα και κατά τον προαναφερόμενο χρόνο υπήρχε ανεπαρκής τεχνικός φωτισμός.

Ο ως άνω οδηγός Κ. Χ. προτιθέμενος να συνεχίσει την πορεία του προς Αθήνα άρχισε να εξέρχεται με ελιγμό προς τ' αριστερά αργά από το χώρο στάθμευσης ενόψει και του μεγάλου μήκους του οχήματος του περί τα 20 μέτρα και εισήλθε στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού. Ενώ αυτός εκινείτο παραπλεύρως του σταθμευμένου στα δεξιά του πιο πάνω ...

ΙΧΦ μετά του επικαθήμενου ..., ο τέταρτος εναγόμενος οδηγώντας το μ' αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, το οποίο είχε ασφαλίσει για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην πέμπτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος ομορρόπως όπισθεν του ως άνω οχήματος μ' αριθμό ... φορτηγού με επικαθήμενου ... στην ίδια μ' αυτό λωρίδα κυκλοφορίας (δεύτερη από δεξιά) με ταχύτητα περί τα 100 χιλ/τρα ανά ώρα προσέκρουσε κινούμενο;

προς τα δεξιά και καταλαμβάνοντας και μέρος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της οδού στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του επικαθήμενου ... του μ' αριθμ. ... ΙΧΦ που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος Κ. Χ. και στη συνέχεια στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του εσταθμευμένου στο δεξιό τμήμα της οδού ... επικαθήμενου του ... IX Φορτηγού αυτοκινήτου.

Κατά τον ίδιο χρόνο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω οδού με κατεύθυνση προς Αθήνα εκινείτο ο πρώτος ενάγων Ν. Κ., οδηγώντας το μ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του με ταχύτητα περί τα 100 χιλιόμετρα ανά ώρα και ο οποίος μετά παρέλευση 10-15 δευτερολέπτων από την προαναφερόμενη σύγκρουση επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο τμήμα του επικαθήμενου με αριθμό ...

ως άνω σταθμευμένου στο δεξιό τμήμα της οδού μ' αριθμό ... IX Φορτηγού, με συνέπεια να τραυματιστεί ο ίδιος σοβαρά και να υποστεί εκτεταμένες φθορές και βλάβες το αυτοκίνητο του. Η πρόσκρουση του αυτοκινήτου του ενάγοντος Ν. Κ. στο ως άνω σταθμευμένο όχημα (... φορτηγό με επικαθήμενο ...) και οι εντεύθεν συνέπειες αυτής οφείλονται στην οδική συμπεριφορά του ως άνω ενάγοντος, οδηγού, ο οποίος από αμέλειά του, ήτοι λόγω έλλειψης της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες συνθήκες δεν οδηγούσε το ως άνω όχημα του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, εκινείτο με ταχύτητα περί τα. 100 χιλ/τρα ανά ώρα, πολύ μεγαλύτερη της ανώτατης επιτρεπόμενης στο σημείο αυτό της οδού των 50 χιλ/τρων ανά ώρα, την οποία παρέλειψε να ρυθμίσει ανάλογα με την ρυθμιστική πινακίδα αλλά και λόγω των επικρατουσών συνθηκών, ήτοι ανεπαρκούς τεχνικού φωτισμού και του γεγονότος ότι η οδός ήταν ευθεία σε απόσταση 300 μέτρων με κλίση προς τα δεξιά πριν από το σημείο του ατυχήματος που του παρείχε την εντός των ως άνω ορίων περιορισμένη ορατότητα, λόγω δε της προπεριγραφόμενης αμελούς συμπεριφοράς του, δηλαδή έλλειψης της προσοχής και της μεγάλης ταχύτητας αντιλήφθηκε το προ αυτού σταθμευμένο (...

φορτηγό με ... επικαθήμενο) με αναμμένα φώτα έκτακτης ανάγκης όχημα σε μικρή απόσταση, περί τα 20 μέτρα, τέτοια που ενόψει και της προαναφερόμενης ταχύτητας δεν του παρείχε τη δυνατότητα για τη διενέργεια οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού με συνέπεια να επιπέσει στο ως άνω σταθμευμένο όχημα χωρίς να διενεργήσει οποιοδήποτε ελιγμό όπως λ.χ.

πέδηση. Λόγω της ως άνω προπεριγραφομενης αμελούς οδήγησης του ενάγοντος, της μικρής απόστασης από την οποία αντιλήφθηκε το προ αυτού εμπόδιο (σταθμευμένο φορτηγό με επικαθήμενο) και της μεγάλης ταχύτητας δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να αντιδράσει αποτελεσματικά πραγματοποιώντας ελιγμό προς τ' αριστερά.

Ως εκ τούτου οι αγωγικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι ο πρώτος και τέταρτος των εναγομένων του απέκλεισαν τη δυνατότητα να εκτελέσει ελιγμό προς τ' αριστερά ώστε να εισέλθει στη δεύτερη από τα δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας οπότε θα απέφευγε τη σύγκρουση με το προ αυτού σταθμευμένο όχημα δεν αποδεικνύονται λόγω της κατά τα άνω καθυστερημένης αντίληψης εκ μέρους αυτού (ενάγοντος) του προ αυτού σταθμευμένου οχήματος, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι ο ως άνω ενάγων οδηγός ούτε πέδηση διενήργησε για να αποφύγει τη σύγκρουση με το σταθμευμένο ή να μειώσει τις συνέπειες απ' αυτή, η οποία (καθυστερημένη αντίληψη) σε συνδυασμό με τη μεγάλη ταχύτητα δεν του παρείχαν δυνατότητα να διενεργήσει προς τ' αριστερά αποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό.

Εξάλλου, το ότι ο τέταρτος εναγόμενος προς αποφυγή της σύγκρουσης με το προ αυτού ... ΙΧΦ με το ... επικαθήμενο κινήθηκε προς τα δεξιά καταλαμβάνοντας και τμήμα του δεξιού ρεύματος κυκλοφορίας της οδού όπου προσέκρουσε στο σταθμευμένο ... επικαθήμενο του ... ΙΧΦ δεν αποδεικνύεται ότι συνέβαλε στην πρόσκρουση του αυτοκινήτου του ενάγοντος στο τελευταίο, αφού αυτή κατά τα πιο πάνω γενόμενα δεκτά οφείλεται στην αμελή οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι το αυτοκίνητο του ενάγοντος μ' αυτό του τέταρτου εναγομένου δεν συγκρούστηκαν μεταξύ τους.

Με βάση τα πιο πάνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά κατά την κρίση του Δικαστηρίου για τον τραυματισμό κατά το ένδικο ατύχημα και τις εντεύθεν συνέπειες του ευθύνεται αποκλειστικά ο πρώτος ενάγων-παθών ...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 2777/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η από 14.5.2003 αγωγή των ανωτέρω.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε σ' αυτήν ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τω ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο Ν.

Κ. (πρώτος αναιρεσείων) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας της ΝΕΟΑΚ προς κατεύθυνση προς Αθήνα και στο σημείο όπου είχαν προηγηθεί του επιδίκου δύο τροχαία ατυχήματα, αντιλήφθηκε το προ αυτού σταθμευμένο υπ' αρ. κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο με το υπ' αριθμό ...

επικαθήμενο σε μικρή απόσταση περί τα 20 μέτρα χωρίς να αναφέρει από ποία απόσταση θα μπορούσε να το αντιληφθεί, ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν (ανεπάρκεια τεχνικού φωτισμού, περιορισμένη ορατότητα). Ακόμα το Εφετείο δέχθηκε ότι αποκλειστικά, συνεπεία της αμελούς συμπεριφοράς του Ν. Κ., επέπεσε το υπ' αυτόν οδηγούμενο ΙΧΕ αυτοκίνητό του στο ως άνω σταθμευμένο όχημα, χωρίς να διενεργήσει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, όπως λ.χ.

πέδηση, χωρίς όμως να αναφέρει ποίο αποφευκτικό ελιγμό θα μπορούσε να ενεργήσει και αν η πέδηση ήταν ο ενδεδειγμένος ελιγμός, ενόψει του ότι πριν λίγα δευτερόλεπτα από το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα στο ίδιο σημείο είχε προηγηθεί άλλο αυτοκινητικό ατύχημα μεταξύ τριών οχημάτων. Ακόμα δεν αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης εάν ο πρώτος τότε εκκαλών στη δευτεροβάθμια δίκη και ήδη πρώτος αναιρεσείων θα μπορούσε να ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά και αν ναι γιατί δεν τον ενήργησε για να αποφύγει τη πρόσκρουση του αυτοκινήτου του επί του σταθμευμένου επικαθήμενου του φορτηγού αυτοκινήτου.

Επιπλέον των ανωτέρω δεν αναφέρεται, εάν ο πρώτος αναιρεσίβλητος (Κ. Χ.) οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο μετά του επικαθήμενου με αρ. ..., κυριότητος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, όταν μετά την προσωρινή στάθμευση του ως άνω ατυχήματος όπισθεν του υπ' αριθμού κυκλοφορίας ... ρυμουλκού μετά του υπ' αρ. ...

επικαθήμενου, επιχείρησε να συνεχίσει την πορεία του προς Αθήνα και άρχισε να εξέρχεται με ελιγμό προς τα αριστερά αργά από το χώρο στάθμευσής του, έπραξε τούτο μετά από έλεγχο ότι δεν παρεμποδίζει την κυκλοφορία των όπισθεν αυτού κινουμένων οχημάτων και έγκαιρη προειδοποίηση των οδηγών των τελευταίων για τον ελιγμό προς τα αριστερά από το χώρο στάθμευσης, ενόψει και του μεγάλου μήκους (περί τα 20 μέτρα) του οχήματός του και την κατάληψη της δεύτερης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας της ως άνω οδού, συμμορφούμενος προς τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος και τον αποκλεισμό της συνυπαιτιότητας καθ' οιονδήποτε ποσοστό του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται οι προαναφερόμενες πλημμέλειες.

Μετά τα προεκτιθέμενα πρέπει 1) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης όσο αφορά τους δεύτερο και τρίτη αναιρεσείοντες και 2) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, παρέλκει δε η εξέταση του τρίτου εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ λόγον της αίτησης αναίρεσης που αφορά μόνο τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλων, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το ν. 4055/2012. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι μεν αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος, οι δε δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2010 αίτηση των: 1) Ι. Κ. του Ε. και 2) Σ. Σ. Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 990/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά τα μέρος που τους αφορά η παραπάνω απόφαση.

Καταδικάζει τους παραπάνω δύο αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της που αφορούν τον πρώτο αναιρεσείοντα Ν. Κ. του Ι..

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο παραπάνω μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ