Legislator Case Law & Legislation
798/2007 AI generated

Supreme Court allows retrial and return of money paid under prior judgment but dismisses separate termination compensation claim.

Case Number 798/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Court of Appeal's decision, ordering a retrial before a new panel of judges. The court found that a specific sum of 7,963.47 euros paid by the employer was executed under the prior judgment and must be returned to the employee with interest. However, the claim for 38,313.25 euros regarding termination compensation was rejected as inadmissible because that payment was made for a cause unrelated to the pending litigation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 of Law 2112/1920; Art. 579 para. 1 & 2 of the Code of Civil Procedure: A unilateral change in employment terms by the employer constitutes a constructive dismissal, entitling the employee to either accept the change, treat it as a dismissal and claim severance, or reject it and continue working; furthermore, upon appeal, if execution of the appealed judgment is proven, the case must be remitted for retrial and the parties restored to the pre-execution status.

Keywords

AI generated
unilateral employment contract modification constructive dismissal return of money paid under prior judgment retrial after appeal inadmissible termination compensation claim

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 of Law 2112/1920
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 579 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 798 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 798/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Α.Τ.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ - ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ Α.Ε." πρώην "Α.Τ.Ε. ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Πανούση, η οποία και ανακάλεσε την από 26/2/2007 δήλωσή της του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Περράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1069/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1087/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/7/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 1/2/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έβδομος από τους λόγους της αναίρεσης και να απορριφθεί ο έκτος λόγος. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν 2112/1920, κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου" προκύπτει ότι, η υπό του εργοδότου μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής, ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε, αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας.

Προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν με τη σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της συμβάσεως και τα όρια αυτά της μεταβολής καθορίζονται επακριβώς, μέσα δε στα όρια αυτά ο εργοδότης προβαίνει στη μεταβολή των όρων της συμβάσεως, έστω και σε βάρος του εργαζομένου, διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή αλλά για συμφωνημένη μεταβολή, η οποία είναι νόμιμη, εφόσον δεν προσκρούει σε ειδική απαγορευτική διάταξη και εφόσον κατά την άσκηση του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη δεν γίνεται υπέρβαση των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αποτελεί και η υποχρέωση του υπαλλήλου για παροχή εργασίας για λιγότερο χρόνο από εκείνο που συμφωνήθηκε με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του και η άρνηση του εργοδότη να συνεχισθεί η υπερωριακή εργασία, όταν έχει συμφωνηθεί αυτή, εκ του λόγου ότι παρείχετο επί σειρά ετών σταθερώς, τακτικώς και μονίμως.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας που γίνεται ένεκα της αρνήσεως του εργαζομένου να αποδεχθεί μονομερή σε βάρος του βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου απαγορευμένη και άκυρη (άρθρα 174,180 ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής:

Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, στις 9-9-1986, ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την αναιρεσείουσα, ως υπάλληλος γραφείου για χρονική διάρκεια 18 μηνών, υπό την ιδιότητά του δε αυτή παρέσχε έκτοτε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του μέχρι τις 9-3-1988, οπότε, λόγω παρόδου του συμφωνηθέντος χρόνου διάρκειάς της, η ως άνω σύμβαση λύθηκε.

Στη συνέχεια, με την, από 9-9-1988, μεταξύ των ίδιων διαδίκων καταρτισθείσα έγγραφη σύμβαση, ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη και πάλιν από την αναιρεσείουσα με σύμβαση πλέον εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως λογιστής και αντί μηνιαίου μισθού, ανερχομένου στο ποσό των 77698 δραχμών, με την ειδικότητα του δε αυτή τοποθετήθηκε στο Λογιστήριο της αναιρεσείουσας, στο οποίο κατά το έτος 1999 υπηρετούσαν και οι ....., Υπεύθυνος των Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών της αναιρεσείουσας και ο ....., ως βοηθός λογιστή.

Με τον πέμπτο όρο της τελευταίας ως άνω συμβάσεως συνεφωνήθη ότι, ο αναιρεσίβλητος, πλην του μισθού, ουδεμιάς άλλης αμοιβής θα εδικαιούτο για τις παρεχόμενες στην αναιρεσείουσα ως άνω υπηρεσίες του και ότι, τυχόν θεσπιζόμενα και χορηγούμενα εκάστοτε επιδόματα ή άλλες παροχές, πέραν των νομίμων και συμβατικών τοιούτων, θα παρείχοντο εξ ελευθεριότητος και μόνον και ότι εδικαιούτο η αναιρεσείουσα στην διακοπή των οποτεδήποτε ήθελε κρίνει τούτο σκόπιμο, ενώ με τον ενδέκατο όρο της ίδιας συμβάσεως απηγορεύθη πάσα υπερωριακή ή άλλης φύσεως απασχόληση του αναιρεσιβλήτου χωρίς την έγγραφη εντολή της αναιρεσείουσας και την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, τυχόν δε παρεχομένη τοιαύτη δεν θα ανεγνωρίζετο ως πραγματοποιηθείσα.

Στις 20-3-2001, απεχώρησε από τη θέση του Προϊσταμένου του Λογιστηρίου της αναιρεσείουσας ο ...... και τα καθήκοντά του ανατέθηκαν προσωρινώς στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος στη συνέχεια με την .... απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας επελέγη ως Υπεύθυνος των Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών της.

Με την ίδια απόφαση καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες συνίσταντο στην αναφορά του προς το διευθύνοντα σύμβουλο, στον προγραμματισμό, συντονισμό και υλοποίηση των έργων αρμοδιότητας της υπηρεσίας του, στην καλή χρήση και συντήρηση των διαφόρων μηχανημάτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων της αναιρεσείουσας, τη διοικητική ευθύνη του συνόλου του προσωπικού της, την παρακολούθηση και τον έλεγχο του προϋπολογισμού της εταιρείας σε συνεργασία με το διευθυντή, την αξιολόγηση του προσωπικού, την δέσμευση της εταιρείας δια της υπογραφής του μέχρι του ποσού των 1000000 δραχμών, την ευθύνη για την ασφάλειες της εταιρείας και στην εφαρμογή της σχετικής με το προσωπικό της νομοθεσίας.

Η ανάθεση στον αναιρεσίβλητο πέραν των μέχρι τότε καθηκόντων του ως λογιστού και των προαναφερομένων αρμοδιοτήτων του Υπευθύνου των Οικονομικών Υπηρεσιών της αναιρεσείουσας και η είσοδος της μητρικής εταιρείας ΑΤΕ στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, κατέστησαν αναγκαία την από μέρους του παροχή επί πλέον προσθέτου εργασίας πέραν του συμβατικού ωραρίου, ανερχομένου σε 37,5 ώρες εβδομαδιαίως, ενίοτε δε και απασχόλησή του κατά τα Σάββατα και μερικές φορές και κατά τις Κυριακές, προκειμένου να μπορέσει με τον τρόπο αυτό να ανταποκριθεί στον αυξημένο φόρτο εργασίας του Λογιστηρίου, όπως στη σύνταξη μηνιαίου ισολογισμού της αναιρεσείουσας και άλλων οικονομικών στοιχείων, ήτοι σε εργασία, η οποία μετά την αποχώρηση του .....διεξήγετο πλέον από τους εναπομείναντες δύο υπαλλήλους του λογιστηρίου, ήτοι τον αναιρεσίβλητο και τον .......

Ειδικότερα, προκειμένου να ανταποκριθεί στα ως άνω αυξημένα καθήκοντά του, άρχισε να πραγματοποιεί, με την έγκριση πάντοτε του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσείουσας, κατά μέσον όρο μηνιαίως 7 έως 12 ώρες πρόσθετης εργασίας, 8 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας και 79 τουλάχιστον ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, ήτοι τοιαύτης πραγματοποιούμενης χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, στην οποία περιελαμβάνετο και η παρεχόμενη κατά τις ημέρες του Σαββάτου.

Για την ως άνω πέραν του νομίμου ωραρίου μονίμως και σταθερώς παρεχομένη υπό του αναιρεσιβλήτου πρόσθετη αλλά και υπερωριακή, ιδιόρρυθμη και παράνομη, εργασία του και σε εκτέλεση γενομένης μετ' αυτού συμφωνίας μετά την ανάθεση των ως άνω ως υπευθύνου των Οικονομικών Υπηρεσιών της αυξημένων καθηκόντων, η αναιρεσείουσα απεδέχθη και κατέβαλε έκτοτε σ' αυτόν, ως αντάλλαγμα αυτών, τακτικά και ανελλιπώς, χωρίς ουδέποτε να διακοπεί, πρόσθετη αμοιβή ανερχόμενη δια μεν την πρόσθετη και ιδιόρρυθμη υπερωριακή του εργασία στο ποσόν των 136,65 ευρώ αντιστοίχως, ήτοι στο συνολικό ποσό των 273,30 ευρώ, για δε την παράνομη υπερωριακή του απασχόληση στο τοιούτο των 2248,96 ευρώ, με αποτέλεσμα, με συνυπολογισμό των εκ 1755,53 ευρώ τακτικών αποδοχών του και των πάσης φύσεως λοιπών επιδομάτων του, να λαμβάνει κατά μήνα αυτός το συνολικό ποσό των 4277,79 ευρώ.

Αποτέλεσμα της ως άνω σταθερώς μονίμως και ομοιομόρφως και επί σειρά ετών καταβολής υπό της αναιρεσείουσας στο αναιρεσίβλητο των ανωτέρω πέραν της κύριας παροχής του προσθέτων αποδοχών, ως ανταλλάγματος δια την υπ' αυτού παρεχομένη ως άνω πρόσθετη εργασία του και ιδιόρρυθμη υπερωριακή του απασχόληση, πλην εκείνων που αντιστοιχούσαν στις παράνομες υπερωρίες, ήταν κατά σιωπηρά συμφωνία των διαδίκων, που παγίωσε όρο της ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, να καταλήξουν και αποκτήσουν αυτές χαρακτήρα τακτικών αποδοχών, με περαιτέρω συνέπεια να μη μπορούν να χαρακτηρισθούν ως παροδικές παροχές και επομένως, να μη μπορεί η αναιρεσείουσα να τις ανακαλέσει μονομερώς και να διακόψει τη χορήγησή τους, παρά το γεγονός ότι, με όρο που περιείχετο στην από 9-3-1988 ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, είχε επιφυλάξει υπέρ αυτής σχετικό δικαίωμα ανακλήσεως αυτών, εφόσον η επιφύλαξη αυτή είχε ατονήσει, λόγω αντίθετης πρακτικής, που είχε ακολουθήσει από της ενάρξεως της χορηγήσεώς τους, ήτοι επί τετραετία από του έτους 1999 και μέχρι του μηνός Μαϊου 2004, κατά τη διάρκεια της οποίας του κατεβάλλοντο αυτές ανελλιπώς ως αντάλλαγμα της ως άνω πρόσθετης εργασίας του.

Το γεγονός εξάλλου ότι οι πρόσθετες αυτές παροχές καθ' όλο το ως άνω χρονικό διάστημα συνυπολογίζοντο κατά τον προσδιορισμό των καταβλητέων στον αναιρεσίβλητο επιδομάτων εορτών και αδείας και παράλληλα υπέκειντο στις πάσης φύσεως υπέρ τρίτων κρατήσεις ( όπως φόρο μισθωτών υπηρεσιών, κρατήσεις υπέρ του ΙΚΑ, τέλη χαρτοσήμου και ΟΓΑ), καθιστά πρόδηλο το χαρακτήρα αυτών ως τακτικών αποδοχών και ως εκ τούτου μη δεκτικών μονομερούς ανακλήσεως.

Στις 10-5-2004, εξελέγη νέο Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, το οποίο με τη .... απόφαση αποφάσισε τη διατήρηση του αναιρεσιβλήτου στη θέση του Υπευθύνου των Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών της και χορήγησε και πάλι σ' αυτόν δικαίωμα εκπροσωπήσεώς της, σε εκτέλεση δε της αποφάσεως αυτής συνέχισε αυτός, ως και προηγουμένως, να παρέχει την προαναφερομένη πέραν του νομίμου ωραρίου πρόσθετη και ιδιόρρυθμη εργασία, για την οποία αμείβετο, όπως και προηγουμένως με τις ως άνω πρόσθετες παροχές.

Στις 17-5-2004, συνήλθε εκ νέου το ΔΣ της αναιρεσείουσας, το οποίο μετά προηγουμένη ενημέρωση από το Διευθύνοντα Σύμβουλό της περί της πορείας της οικονομικής καταστάσεως της εταιρείας, προέβη στην αναμόρφωση του προϋπολογισμού της για το έτος 2004 και αποφάσισε την μη έγκριση της υπερωριακής απασχολήσεως του προσωπικού της, ως αναγκαίο μέσο για την περιστολή των δαπανών και των λειτουργικών εξόδων.

Στη λήψη της αποφάσεως αυτής προέβη το ΔΣ της αναιρεσείουσας κατόπιν της, από μηνός Φεβρουαρίου 2004, εκθέσεως των ελεγκτών της Διευθύνσεως Εσωτερικού Ελέγχου της Αγροτικής Τράπεζας για τις χρήσεις 1997-2002, οι οποίοι διαπίστωσαν μεταξύ άλλων: 1) Ότι η αναιρεσείουσα παρουσίασε ζημιογόνο αποτέλεσμα στις τέσσερις από τις έξι ελεγχόμενες χρήσεις, με αποτέλεσμα να διαπιστωθεί συσσωρευμένη ζημία 1824172 ευρώ, η οποία μείωσε τα ίδια κεφάλαια, σημαντικότερη πηγή των οποίων υπήρξαν οι διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου. 2) Ότι στο σημερινό επίπεδο δραστηριότητας το υπάρχον προσωπικό της αναιρεσείουσας υποαπασχολείται.

Και 3) Ότι το ΔΣ πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές του, ώστε με νέες πρωτοβουλίες να αυξήσει το εύρος και τον όγκο του κύκλου εργασιών, ώστε σε συνδυασμό με τη μείωση των εξόδων να επιτύχει στην επιστροφή της εταιρείας στην κερδοφορία. Την ως άνω απόφαση του ΔΣ για μη έγκριση της υπερωριακής απασχολήσεως του προσωπικού της, μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο και ο αναιρεσίβλητος και για περικοπή στο εξής των καταβαλλομένων σ' αυτόν προσθέτων αποδοχών, γνωστοποίησε στις αρχές του μηνός Ιουνίου 2004 ο Διευθύνων Σύμβουλος της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος και αντέδρασε αμέσως με την, από 8-6-2004, έγγραφη επιστολή του προς αυτήν, με την οποία διαμαρτυρόμενος για την μη έγκριση της πραγματοποιηθείσης υπερωριακής του εργασίας και την μη καταβολή της αντιστοίχου αμοιβής του, της καθιστούσε γνωστό ότι αδυνατεί να ανταποκριθεί στα αυξημένα καθήκοντα του Υπευθύνου των Οικονομικών Υπηρεσιών της, χωρίς την παροχή της πρόσθετης εργασίας και ότι δεν απεδέχετο την μονομερή μείωση των αποδοχών του, ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 4300 ευρώ, γιατί απετέλει ανεπίτρεπτη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών υπό τις οποίες απασχολείτο.

Μετά την προφορική ενημέρωσή του από τον ανωτέρω διευθύνοντα σύμβουλο ότι, οι αποδοχές του κατά τον μήνα Ιούνιο θα ανήρχοντο στο ποσό των 1755,53 ευρώ, ο αναιρεσίβλητος με την από 29-6-2004 δεύτερη επιστολή του προς την αναιρσείουσα δήλωσε ότι, παρητείτο από τη θέση του υπευθύνου των Οικονομικών Υπηρεσιών της και από των καθηκόντων του, που του είχαν ανατεθεί με την προαναφερομένη από 12-5-2004 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και ότι, εφεξής θα παρείχε σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος του λογιστηρίου της, στα πλαίσια των γνώσεων και των αρμοδιοτήτων υπαλλήλου και όχι υπευθύνου των Οικονομικών Υπηρεσιών.

Εξάλλου, με τη δεύτερη από 8-7-2004 επιστολή του προς το Διευθύνοντα Σύμβουλο της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι, προκειμένου να μη δημιουργηθεί πρόβλημα στην εταιρεία εξαιτίας της παραιτήσεώς του από τα καθήκοντα του υπευθύνου των οικονομικών υπηρεσιών της, προτίθεται να αναβάλλει την παραίτησή του μέχρι 31-7-2004, προκειμένου να συντάξει και υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις του πρώτου εξαμήνου 2004.

Εις απάντηση των ως άνω επιστολών η αναιρεσείουσα με τη νομίμως επιδοθείσα σ' αυτόν 341/21-7-2004 επιστολή της του γνωστοποίησε: 1) Ότι θα του κατέβαλε ως μισθό 2500 ευρώ. 2) Ότι η διοίκηση της ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει σχετικές με τις υπερωρίες διατάξεις του νόμου και ήταν αδύνατη η από μέρους της έγκριση αυτών, όπως συνέβαινε κατά το παρελθόν, διότι αυτό συνεπήγετο το διπλασιασμό των αποδοχών του.

Και 3) Τον καλούσε να μεριμνήσει για τη σύνταξη του ισολογισμού της του μηνός Ιουλίου 2004 προ της 9-8-2004, με την πρόσθετη δήλωση ότι, κατά την εργασία του θα είχε τη συνδρομή φορολογικού συμβούλου, ο οποίος θα παρείχε σ' αυτόν την αναγκαία βοήθεια. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος με την, από 26-7-2004, επιστολή του προς την αναιρεσείουσα ενέμεινε στις προηγούμενες θέσεις του περί μη αποδοχής της εκ μέρους της μονομερούς μειώσεως των αποδοχών του, ενώ παράλληλα της γνωστοποίησε ότι, θα προέβαινε στη σύνταξη του ισολογισμού του μηνός Ιουλίου 2004, παρότι την είχε ήδη ενημερώσει περί της ανάγκης τοποθετήσεως άλλου ατόμου στη θέση του.

Συνεπής προς την άνω υπόσχεσή του ο αναιρεσίβλητος συνέχισε να συντάσσει τους ισολογισμούς της αναιρεσείουσας και τις φορολογικές της δηλώσεις, να εκτελεί δηλαδή εργασίες, που ενέπιπταν στα καθήκοντα του υπευθύνου του λογιστηρίου, λαμβάνων ως μισθό το ποσό των 1755, ευρώ μηνιαίως. Στις 3-8-2004, με νεώτερο έγγραφό της προς τον αναιρεσίβλητο η αναιρεσείουσα τον κάλεσε να συνεχίσει να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Υπεύθυνος των Οικονομικών και Διοικητικών Υπηρεσιών της, όπου ήταν απαραίτητος με τους προταθέντες μισθολογικούς όρους και του γνωστοποίησε ότι, σε αντίθετη περίπτωση η άρνησή του να προσφέρει τις ως άνω υπηρεσίες του θα συνιστούσε οικειοθελή αποχώρησή του από την εργασία.

Στο έγγραφο αυτό απάντησε ο αναιρεσίβλητος με επιστολή με την οποία πλην άλλων επαναλαμβάνει ότι, ουδέποτε παραιτήθηκε από την εργασία του αλλά ότι, από του μηνός Ιουνίου και εφεξής συνεχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως λογιστής, όπως ακριβώς είχε προσληφθεί, θέση στην οποία και παραμένει μετά τη δραστική μείωση των αποδοχών του.

Επιδεικνύοντας δε εμπράκτως το ενδιαφέρον για την πορεία των εργασιών του λογιστηρίου, αφενός της γνωστοποίησε ότι θα συντάξει για τελευταία φορά τον ισολογισμό του μηνός Ιουλίου 2004 και αφετέρου της επισημαίνει τις τρέχουσες (εντός Σεπτεμβρίου 2004) υποχρεώσεις της προς τη ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, που απαιτούσαν την κάλυψη της ήδη κενής θέσης που αυτός κατείχε, ώστε να μη επιβληθούν εις βάρος της οι προβλεπόμενες από το άρθρο 38 παρ.5 του ν. 2873/2000 κυρώσεις.

Η αναιρεσείουσα σε απάντηση στην ως άνω τελευταία επιστολή του αναιρεσιβλήτου με τη νομίμως αυθημερόν επιδοθείσα σ' αυτόν από 29-9-2004 εξώδικη δήλωσή της του γνωστοποίησε ότι, μετά την άρνησή του να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπευθύνου των οικονομικών και διοικητικών υπηρεσιών της εταιρείας, θεωρεί ότι από της κοινοποιήσεως της ως άνω εξωδίκου δηλώσεως της, έχει αποχωρήσει οικειοθελώς από την υπηρεσία της και τον κάλεσε να προβεί εις άμεση παράδοση των κατεχομένων φακέλων και του σχετικού υλικού, δίχως όμως να επιδώσει σ' αυτόν έγγραφη καταγγελία της συμβάσεώς του ή να καταβάλει οιαδήποτε αποζημίωση.

Στη συνέχεια, την επομένη της επιδόσεως σ' αυτόν της ως άνω εξωδίκου δηλώσεως της αναιρεσείουσας, ο αναιρεσίβλητος προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας, ισχυρισθείς ότι δεν υπήρξε οικειοθελής από μέρους του αποχώρηση από την εργασία του, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα και ότι είχε εκτελέσει όλες τις εργασίες του λογιστηρίου, οι οποίες ενέπιπταν στην ειδικότητα του λογιστή υπό την οποία είχε προσληφθεί, εκτός από τη σύνταξη του ισολογισμού του μηνός Αυγούστου 2004, η οποία αποτελεί εργασία η οποία υπήγετο στα καθήκοντα του υπευθύνου λογιστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 42 του ν. 2190/1920.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι μετά πάροδο των πρώτων μηνών από της εισαγωγής στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών της ΑΤΕ, μητρικής της εταιρείας και την απόκτηση σχετικής εμπειρίας είχαν περιορισθεί οι λόγοι, που επέβαλαν την υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού του λογιστηρίου και συνεπώς την παροχή πρόσθετης εργασίας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και ότι στη συνέχεια οι λόγοι αυτοί εξέλιπαν εντελώς, λόγω της μειώσεως του κύκλου εργασιών της αναιρεσείουσας και της εκτελέσεως των αναγκαίων εργασιών από το υφιστάμενο προσωπικό....

Μετά την ως άνω επιδοθείσα σ' αυτόν εξώδικη δήλωση της με την οποία η αναιρεσίουσα τον κάλεσε να συνεχίσει να προσφέρει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος των Οικονομικών και Διοικητικών υπηρεσιών, ο αναιρεσίβλητος, παρά την ήδη από του μηνός Ιουνίου 2004 γενομένη μείωση των αποδοχών του και την μη τήρηση της υποσχέσεώς της για την καταβολή εφεξής σ' αυτόν για τα ως άνω αυξημένα καθήκοντα του και την πέραν του νομίμου ωραρίου εργασία του ως μισθού του ποσού των 2500 ευρώ, όχι μόνο δεν αποχώρησε και δη οικειοθελώς από της ως άνω εργασίας του, αλλά αντιθέτως και παρά τις παρακλήσεις του προς την αναιρεσείουσα να τον αντικαταστήσει από της ως άνω θέσεως, συνέχισε επί δύο και πλέον μήνες και δη μέχρι των αρχών Σεπτεμβρίου 2004 να προσφέρει σ' αυτήν τις ως υπευθύνου του λογιστηρίου της και των οικονομικών υπηρεσιών της, υπηρεσίες του, επιμελούμενος της συντάξεως των αναγκαίων ισολογισμών και λοιπών οικονομικών της στοιχείων και φορολογικών δηλώσεων και συνεπώς ο ισχυρισμός της αναιρεεσείουσας περί οικειοθελούς αποχωρήσεως τούτου και περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ της αιτίας αυτής του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για καταβολή σ' αυτόν μισθών υπερημερίας ελέγχεται αβάσιμος στην ουσία του...

Η μείωση των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου πέραν εκείνων που αντιστοιχούσαν στις παράνομες υπερωρίες.., σε συνδυασμό με την παράλληλη άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του ως απλού λογιστή και όχι ως υπευθύνου του λογιστηρίου, θέση που απαιτεί αυξημένα καθήκοντα και ευθύνη για τα οποία του κατεβάλλοντο μέχρι τότε σταθερά και μόνιμα οι ως άνω πρόσθετες παροχές, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ατομικής συμβάσεως εργασίας.

Η εν συνεχεία κατά τον προεκτεθέντα τρόπο γενομένη δήλωση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο ότι, θεωρεί την άρνησή του, να συνεχίσει την παροχή των υπηρεσιών του ως υπευθύνου του λογιστηρίου της, ως οικειοθελή αποχώρηση του συνιστά στην πραγματικότητα καταγγελία της συμβάσεώς του, η οποία υπαγορευθείσα εκ της ως άνω αιτίας, ήτοι εκ της αρνήσεως του να αποδεχθεί την μονομερή μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του και την μείωση των αποδοχών του και αποσκοπούσα να εξαναγκάσει αυτόν να παραιτηθεί από τις αξιώσεις του για την καταβολή πρόσθετης αμοιβής, υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και είναι καταχρηστική.

Ο αναιρεσίβλητος από την καταγγελία της συμβάσεώς του εργασίας υπέστη μείωση της τιμής και υπόληψής του στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον και ηθική βλάβη. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου για αναγνώριση της ακυρότητας της πιο πάνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο μισθοί υπερημερίας καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 281 και 932 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι, η πληρωμή των πρόσθετων αμοιβών στον αναιρεσίβλητο, λόγω της παροχής από αυτόν πρόσθετης εργασίας, είχαν λάβει χαρακτήρα τακτικών αποδοχών και είχε ατονήσει ο όρος της, από 9-3-1988, ατομικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα ανάκλησης των πρόσθετων παροχών, δέχθηκε επίσης ότι, η πρόσθετη και υπερωριακή εργασία παρεχόταν από τον αναιρεσίβλητο μετά από έγκριση πάντοτε του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσείουσας, με συνέπεια να δημιουργείται αμφιβολία αν, το Εφετείο δέχθηκε ή όχι ότι, η αναιρεσείουσα είχε επιφυλάξει σ' αυτή το δικαίωμα, να ανακαλεί τις πιο πάνω πρόσθετες παροχές και επομένως, αν η κατάργηση των αποδοχών αυτών αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, μετά την μείωση των αποδοχών του ο αναιρεσίβλητος δεν άσκησε κάποιο από τα πιο πάνω αναφερθέντα δικαιώματα, που του παρέχει ο νόμος, δηλαδή είτε να αποκρούσει τη βλαπτική μεταβολή και να εμμείνει στην τήρηση των όρων της συμβάσεως, είτε να θεωρήσει την μεταβολή των όρων της συμβάσεως ως καταγγελία και να ζητήσει αποζημίωση, αλλά δήλωσε ότι, θα εργάζεται εφεξής ως απλός λογιστής με τις μειωμένες αποδοχές των 1755 ευρώ μηνιαίως, που του κατέβαλε η αναιρεσείουσα, δηλαδή αξίωσε κάτι που δεν προβλέπεται από το νόμο, χωρίς το Εφετείο, να αποφανθεί αν η μη προβλεπόμενη από το νόμο ενέργεια αυτή του αναιρεσιβλήτου έπρεπε να θεωρηθεί ως οικειοθελής αποχώρησή του από την εργασία του, όπως ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα και στη συνέχεια (το Εφετείο) δέχθηκε ότι, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας στην οποία προέβη η αναιρεσείουσα ήταν καταχρηστική, γιατί υπαγορεύθηκε από την άρνηση του αναιρεσιβλήτου να αποδεχθεί την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του, ενώ ο αναιρεσίβλητος, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε ασκήσει τα δικαιώματά του από τη βλαπτική αυτή μεταβολή.

Επομένως, ο πρώτος, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για τις παραπάνω πλημμέλειές της και ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Συνεπώς το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων και συγκεκριμένα για την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει σ' αυτήν το ποσόν των 7963,47 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σε αυτόν, σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρούμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις της προκείμενης συζητήσεως, οι οποίες όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα έχουν κατατεθεί στις 26-2-2007 και έτσι η αίτηση αυτή είναι νόμιμη κατά την ανωτέρω διάταξη.

Περαιτέρω από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 5-7-2005 έγγραφη απόδειξη, αποδεικνύεται ότι στον αναιρεσίβλητο έχει καταβληθεί, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, το συνολικό ποσόν των 7963,47 ευρώ, που δεν αμφισβητεί ο τελευταίος, για μισθούς υπερημερίας, διαφορές πρόσθετης εργασίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σε εκτέλεση της 1069/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων με την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει το ανωτέρω ποσό στην αναιρεσείουσα, νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως. Το αίτημα όμως της αναιρεσείουσας να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να αποδώσει σ' αυτήν και το ποσό των 38313,25 ευρώ, που κατέβαλε σ' αυτόν ως αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, γιατί η καταβολή του ποσού αυτού δεν έγινε σε εκτέλεση της πρωτόδικης ή της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά για αιτία μη σχετιζόμενη με την ένδικη υπόθεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 1087/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο, να αποδώσει στην αναιρεσείουσα επτά χιλιάδες εννιακόσια εξήντα τρία ευρώ και σαράντα επτά λεπτά (7963,47), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της απόφασης αυτής. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό(1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ